Μαθήματα πολιτικής οικονομίας στην πατησίων

Όποιος κινείται στο κέντρο της Αθήνας τα τελευταία χρόνια, έχει σίγουρα παρατηρήσει πως με τον καιρό ερημώνει. Τα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο, ενώ η αγοραστική δύναμη των άλλοτε ένδοξων ελλήνων καταναλωτών έχει πέσει δραματικά. Φαίνεται πως αν παραμένουν κάποιες νησίδες ανθρωπιάς μέσα σε αυτή την πόλη, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πιο ζωντανό της κομμάτι που συνεχίζει να την κατοικεί και να τη διασχίζει καθημερινά. Τους μετανάστες, που περπατάνε στους δρόμους και αράζουν στις πλατείες της και φυσικά τους πλανόδιους μικροπωλητές, που πουλάνε τη φτηνή πραμάτεια τους στους περαστικούς. Πρόκειται κυρίως για ασιάτες και αφρικανούς μετανάστες, που μην έχοντας πια και πολλές εναλλακτικές εργασίας, βιοπορίζονται με αυτόν τον τρόπο, βγάζοντας φυσικά τα ελάχιστα.

Η δουλειά αυτή, πέρα από τις αβεβαιότητες που κουβαλάει, είχε και έχει πάντα τους κινδύνους της· επιθέσεις μπάτσων και φασιστών με όλα τα συνακόλουθα (ξυλοδαρμούς, κρατητήρια, δολοφονίες, κλοπές των πραγμάτων που πουλάνε κ.τ.λ.). Παρ’ όλα αυτά οι μικροπωλητές, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, κατάφερναν τελικά να ξεπερνούν τις δυσκολίες και να δουλεύουν. Η συνθήκη αυτή φαίνεται να αλλάζει τους τελευταίους μήνες, με τη δημόσια τάξη να ξεχύνεται στους δρόμους μαζικά, καταφέρνοντας σε μεγάλο βαθμό να μπλοκάρει τη δουλεία των μικροπωλητών. Ο νέος στόχος είναι ξεκάθαρος: Δε θα πουλάτε – Δε θα δουλεύετε – Δε θα ζείτε. Πλήρης απαγόρευση της ύπαρξής τους μέσα στην πόλη, με την ταυτόχρονη ώθησή τους προς το εμπόριο ναρκωτικών και τη ραγδαία αναπτυσσόμενη εγκληματική οικονομία γενικότερα, που εμφανίζεται σε αυτούς ως η μόνη προοπτική επιβίωσης.

Οι μετανάστες είναι εικόνα από το δικό μας μέλλον: Μια φράση που μάλλον έχει ειπωθεί αρκετά, αλλά πάντα φαίνεται να βγαίνει αληθινή. Κάνεις δε φανταζόταν το ’90 πως βάζοντας τους τότε οικονομικούς μετανάστες να δουλεύουν μαύρα, για ένα πιάτο φαί, θα εγκαινίαζε μία συνθήκη εργασίας που θα εφαρμοζόταν και στα παιδιά του. Κι όμως, η άγραφοι νόμοι της αγοράς εργασίας, το απέδειξαν περίτρανα. Θα μπορούσε άραγε κανείς να υποστηρίξει το ίδιο για τη διαχείριση – εξόντωση του λεγόμενου δεύτερου κύματος μεταναστών;

ο κύκλος απαξίωσης της εργασίας

Για να απαντήσει κανείς σε μία τέτοια ερώτηση, θα πρέπει να βλέπει τους τρόπους με τους οποίους λειτουργεί η από τα πάνω διαχείριση της εργασίας σε μία ιστορική συγκυρία σαν τη σημερινή, σε μια συγκυρία κρίσης. Ο καπιταλισμός, έχει αποδείξει ιστορικά, πως μπορεί να επιβιώνει και να αναπαράγεται με δύο τρόπους: είτε παράγοντας (τα χρόνια της ανάπτυξης), είτε καταστρέφοντας (τα χρόνια των κρίσεων). Παραγωγή – Καταστροφή: Οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μοιάζει με ένα τέρας που τρώει ακατάπαυστα το χρόνο και τις ζωές μας και με αυτές γιγαντώνεται. Μόλις μεγαλώσει τόσο, που οι εκροές του (τα φανταχτερά προϊόντα του) δεν μπορούν πια να απορροφηθούν από τους χαμηλούς μισθούς που το ίδιο διαμόρφωσε, μετατρέπεται σε μηχανή καταστροφής. Θα καταστρέψει αυτά που παρήγαγε, τις δομές και τις εγκαταστάσεις του και φυσικά την εργασία που θα μείνει αναξιοποίητη στην άκρη – τις ίδιες της ζωές μας. Επιτηρητές της απαξίωσης και της βαρβαρότητας θα γίνουν οι στρατοί και οι αστυνομίες, ενώ η οικονομία του εγκλήματος θα γίνει η πιο εγγυημένη επένδυση για τα αφεντικά. Οι δύο αυτές όψεις, αντανακλώνται με έναν αξιοπρόσεκτο τρόπο στις ζωές των «ξένων» που πέρασαν από εδώ για να δουλέψουν: Εξαντλητική και υποτιμημένη εργασία των βαλκάνιων εργατών, ως όχημα της οικονομικής ανάπτυξης – Απαγόρευση και εξόντωση της περισσευάμενης εργασίας των σημερινών μεταναστών (με εγγυητές τις μαφίες), ως εφαρμογή του γενικευμένου κανόνα διαχείρισης της εργασίας σε συνθήκες κρίσης.

Παρατηρώντας λοιπόν κανείς τις ζωές των «παράνομων» αυτού του κόσμου, μπορεί να δει καθαρά την ιστορία αυτής της καταστροφικής μηχανής – τη δική του ιστορία θα λέγαμε εμείς. Αυτή, γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος της από τους μετανάστες, όχι γιατί οι ντόπιοι ζούσαν έξω από αυτήν. Αλλά γιατί ήταν η δικιά τους απαγορευμένη εργασία, που αποτέλεσε την πιο φτηνή και εύκολη τροφή για το τέρας. Γιατί αυτό που κινεί και γράφει την ιστορία είναι ακριβώς η εργασία. Πάντα έτσι ήταν. Όσο κι αν μίλησαν οι αφέντες μας για λογιστικά κέρδη και τέλος της εργασίας, όσοι κι αν πίστεψαν στα χρηματιστήρια, στην πραγματικότητα το χρήμα δε γεννά χρήμα. Παρά μόνο στα μυαλά όσων το πίστεψαν και το συμφώνησαν. Η ανθρώπινη εργασία, υποτιμημένη ή ανατιμημένη, αξιοποιούμενη ή μη, είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να μετασχηματίζει τον κόσμο γύρω μας. Η άμμος δεν πουλιέται. Όσο όμορφη κι αν είναι. Για να την αγοράσει κανείς, πρέπει κάποιος να την έχει μαζέψει και να την έχει κουβαλήσει.

Ο πόλεμος κατά των μεταναστών του κέντρου που εντείνεται, είναι κομμάτι αυτής της ιστορίας. Και αυτοί, θα πολεμήσουν αναγκαστικά, για να διεκδικήσουν την ίδια τους τη ζωή. Είτε συνεχίζουν δουλεύουν στα υπόγεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είτε πουλάνε την πραμάτεια τους στην Πατησίων για 200 ευρώ το μήνα, είτε πετάνε πέτρες στους μπάτσους που τους την πέφτουν, είτε ξεκουράζονται καπνίζοντας στα παγκάκια, οι μετανάστες εργάτες στέκονται όρθιοι απέναντι σε αυτή την εχθρική πόλη, θυμίζοντάς μας πως το μόνο πράγμα που δίνει αξία σε αυτόν το γαμημένο κόσμο, είναι ο ιδρώτας των ανθρώπων που τον ποτίζει.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>