Από τη θεατρική παράσταση στην κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος β’)

Στο προηγούμενο τεύχος ξεκινήσαμε μια προσπάθεια διερεύνησης της σχέσης ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο ως συνθήκες βιώματος/θέασης μιας αφήγησης, εξετάζοντας πάντα τα διαδεδομένα παραδείγματα του μαζικού κινηματογράφου, τα οποία, μέσα στη γενικότερη τάση της εποχής, αποτελούν σημαντικό κομμάτι των άτυπων διαδικασιών εκπαίδευσης. Επισημάναμε λοιπόν την πολλαπλότητα των θεάσεων στο θέατρο σε αντίθεση με τη δισδιάστατη (και πλέον τρισδιάστατη) ομοιομορφία της κινηματογραφικής οθόνης, γεγονός που επηρεάζει τη σχέση ανάμεσα στο κοινό και στο δρώμενο / προβαλλόμενο. Αναφέραμε επίσης τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται ο ηθοποιός με την αφήγηση και το ρόλο που υποδύεται. Στην περίπτωση του θεάτρου, ο ηθοποιός μέσα από τις παραστάσεις βιώνει το ρόλο σαν σύνολο και όχι μόνο κομματιασμένο, όπως στις πρόβες. Στο σινεμά, ο ηθοποιός δεν έχει αυτό το προνόμιο. Το κομμάτιασμα που αναφέραμε αντιστοιχεί εδώ στα διαφορετικά πλάνα τα οποία θα συντεθούν από το σκηνοθέτη και το μοντέρ, χωρίς ο ηθοποιός να μπορεί ουσιαστικά να βιώσει ολόκληρο το ρόλο του, όπως θα τον δει στην τελική μορφή της ταινίας. Δεν αλλάζει λοιπόν μόνο η σχέση του κοινού με την αφήγηση αλλά και των ηθοποιών, όπως και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Στις κινηματογραφικές αίθουσες, η απόσταση ανάμεσα στους ηθοποιούς και τους θεατές είναι ταυτόχρονα χωρική και χρονική, αποκόπτοντας με αυτόν τον τρόπο την, τόσο κομβική για το θέατρο, επικοινωνία ανάμεσά τους.

Συνεχίζοντας αυτή τη διερεύνηση, μπορούμε να διακρίνουμε ότι συντελείται μια πιο βαθιά μετατόπιση, η οποία δε γίνεται άμεσα αντιληπτή. Η μετατόπιση αυτή αφορά στο πώς το κοινό, μέσα από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εκπαιδεύεται σε διαφορετικούς τρόπους αντίληψης, όχι μόνο μιας παράστασης ή μιας ταινίας, αλλά και της ίδιας της πραγματικότητας. 1

Η εμπειρία μιας θεατρικής παράστασης για το κοινό, ιδιαίτερα στις αίθουσες του αστικού θεάτρου, φαίνεται εκ πρώτης όψεως παρόμοια με αυτή του σινεμά: πολλοί άνθρωποι καθισμένοι σε ένα σκοτεινό χώρο, χωρίς επαφή μεταξύ τους, παρακολουθούν την εξέλιξη μιας ιστορίας. Υπάρχει όμως μια αδιόρατη αλλά βασική διαφορά, πέρα από όσες συνοψίσαμε στην αρχή και έγκειται στο εξής. Στην περίπτωση του θεάτρου, παρ’ όλο που το κοινό φαίνεται να μένει αμέτοχο, η αλήθεια είναι ότι συμμετέχει και μάλιστα με ένα πολύ δημιουργικό τρόπο: Με τη φαντασία του. Και κατ’επέκταση χρησιμοποιώντας τον πλούτο των προσωπικών του βιωμάτων.

Η διαδικασία αυτή αποτελεί δομικό κομμάτι της σκηνοθεσίας και της σκηνογραφίας. Η σκηνή είναι ένας κατεξοχήν παραστατικός και ταυτόχρονα συμβολικός χώρος. Χρησιμοποιεί δηλαδή σύμβολα, τα οποία στόχο έχουν να ανάγουν τη σκέψη μας σε ένα ευρύτερο νοηματικό πεδίο, όπου μπορεί να γίνει η ερμηνεία και η συσχέτισή τους. Τα σκηνικά, τα ρούχα, οι κινήσεις και οι χειρονομίες δεν ανα-παριστούν με ακρίβεια την πραγματικότητα, αλλά περισσότερο παριστάνουν κάτι το οποίο δεν είναι υπαρκτό. Ένα “κάτι” που με αφορμή τα στοιχεία που δίνονται επί σκηνής, συμπληρώνεται και αποκτά υπόσταση στο μυαλό του θεατή, χρησιμοποιώντας όλο αυτό το ανεξιχνίαστο υλικό που τροφοδοτεί τη φαντασία, γεμάτο με βιώματα, συναισθήματα, ατομικές και συλλογικές μνήμες. Μια παλιά ξύλινη ντουλάπα, ένα στρογγυλό τραπέζι και ένας πολυέλαιος, βρίσκονται εκεί όχι απλά για να αναπαραστήσουν τα αντικείμενα αυτά καθαυτά αλλά για να παραπέμψουν τους θεατές να φανταστούν το δωμάτιο σε ένα τάδε είδος σπιτιού, το οποίο είτε υπάρχει σαν κοινό ανάμεσά τους βίωμα, είτε σαν ιστορική ανάμνηση από φωτογραφίες και διηγήσεις. Αντίστοιχα, ένα κρυστάλλινο ποτήρι μπορεί να συμβολίζει ταυτόχρονα ένα ποτήρι, αλλά και την αριστοκρατική καταγωγή των κατοίκων του σπιτιού, τη διαφάνεια, την πράξη της πόσης, το δοχείο που “περιέχει” ή και πολλά από αυτά ταυτόχρονα.

Με την ίδια λογική λειτουργούν πολλά αντικείμενα σε μια θεατρική παράσταση, συμβολίζοντας και υποδηλώνοντας, όχι απαραίτητα ένα χώρο, αλλά και μια εποχή, μια πρόθεση, ένα συναίσθημα ή και απλά μια αφηρημένη ατμόσφαιρα. Πάντα όμως τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται στη θέση που χρειάζεται, και μάλιστα με μια προσεκτικά μελετημένη οικονομία, για να προκαλέσουν στο μυαλό μας τους συνειρμούς που θα μας οδηγήσουν μέσα στα στάδια της αφήγησης, όπως οι φωτεινές πινακίδες στη νυχτερινή πόλη. Και η τέχνη της σκηνογραφίας έχει αυτό το δύσκολο ρόλο, να επιλέξει τη σύνθεση που θα ενεργοποιήσει συλλογικά αυτούς τους συνειρμούς, να τοποθετήσει τις πινακίδες στις σωστές γωνίες, στις σωστές αποστάσεις ώστε να μη χαθεί το κοινό στο νοηματικό σκοτάδι.

Στον κινηματογράφο το βάρος μετατοπίζεται από την παράσταση ενός συμβολικού χώρου/γεγονότος, στην αναπαράστασή του, δηλαδή στην ακριβή μίμηση της εικόνας του μέσω μιας σειράς καταγραφών. Ένα σπίτι στην οθόνη του σινεμά είναι η ακριβής αναπαράσταση του συγκεκριμένου σπιτιού, είτε προϋπήρχε, είτε κατασκευάστηκε επί τούτου για την ταινία. Η εικόνα του δεν παραπέμπει, περιγράφει επ’ ακριβώς. Ο θεατής δε χρειάζεται να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία, δε χρειάζεται να δημιουργήσει αυτό το νέο φανταστικό χώρο μέσα του, γιατί όλα είναι δοσμένα. Και οι παραμικρές λεπτομέρειες -ακόμα και οι άσχετες με την ιστορία- το χρώμα του τοίχου, η υφή, οι ρωγμές, τα μικροέπιπλα, η κλίμακα. Είναι καταγεγραμμένα και κοινά για όλους. Μπορεί κανείς να επισκεφθεί τα στούντιο στα πάρκα των μεγάλων εταιριών παραγωγής και να δει από κοντά τα σκηνικά που γυρίστηκαν οι πιο διάσημες χολιγουντιανές ταινίες, να δει απαράλλαχτη την εικόνα της οθόνης στην πραγματικότητα. Είναι όμως αδύνατο να δει στην πραγματικότητα τα όσα-και-οι-θεατές σπίτια που έχει φανταστεί το κοινό μιας παράστασης. Μπορεί όλα μεν να μοιάζουν με τυπικά σπίτια του ’50, ένα όμως μπορεί να έχει γιασεμί έξω από το παράθυρο, όπως το σπίτι της γιαγιάς κάποιου, ένα άλλο μπορεί να έχει στενό διάδρομο και σόμπα, ριχτάρια και πολλές καρέκλες, να είναι φωτεινό ή όχι, να μυρίζει καφέ ή ναφθαλίνη ή οτιδήποτε άλλο. 2

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η μετατόπιση για τον αντιληπτικό μηχανισμό των θεατών; Για τον τρόπο που εκλαμβάνουμε αυτό που βλέπουμε, μέσα αλλά ίσως και έξω από τις αίθουσες;

Είναι γεγονός ότι έχουμε εκπαιδευτεί τόσο πολύ, όχι μόνο στον κινηματογράφο, αλλά και στις κινούμενες εικόνες γενικότερα, ώστε η αναπαραστατική τους ερμηνεία να έχει γίνει αυτόματη. Αυτό που δείχνεται αυτό “είναι”. Αλλά και αντίστροφα, ό,τι δε δείχνεται δεν υπάρχει. Μοιάζει πλέον αρκετά δύσκολο να αντιστοιχηθούν τα σύμβολα με τις σημασίες τους. Όλο και πιο εύκολα, αντιμετωπίζονται κι αυτά με ένα τρόπο σαν στεγνές αναπαραστάσεις. Σαν εικόνες. Και σαν κλισέ. Γεγονός που επιτρέπει να συντίθενται μεταξύ τους όπως οι εικόνες, χωρίς να είναι απαραίτητο οι σημασίες τους να είναι συμβατές, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται αυτή η σύνθεση να γίνει στο πεδίο των νοημάτων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, γεγονότα, ταυτότητες και συμβολισμοί να μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς καμιά λογική σύνδεση, και μάλιστα κρύβοντας μεγάλες αντιφάσεις κάτω από το επιφανειακό ταίριασμά τους. Είναι επόμενο να συμβαίνει αυτό: η σκέψη, ο λογικός συνειρμός χρειάζεται προσπάθεια και εμπειρία. Όταν η εικόνα τα λέει όλα, δε χρειάζεται από μέρους μας καμία προσπάθεια για περαιτέρω κατανόηση κι έτσι αυτή μας η ικανότητα αδρανοποιείται (ή δεν αναπτύσσεται καν) 3
Βέβαια, το ό,τι-βλέπω-αυτό-υπάρχει δεν είναι σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα/σύμπτωμα μόνο των κινηματογραφικών αιθουσών αλλά τείνει να κυριαρχήσει στην αντίληψή μας για τον κόσμο, κυρίως μέσα από την ταχύτατη και βίαια επιβαλλόμενη κυριαρχία της εικόνας. Το “είδα” στην τηλεόραση, στο ίντερνετ, στις εφημερίδες, και αυτό που είδα, αυτό ισχύει. Δε χρειάζεται να αναρωτηθούμε πώς γίνεται να ισχύει και το ένα και το άλλο, ποιος λέει αυτό και ποιος δείχνει εκείνο. Τα λέει όλα η εικόνα, αν υπήρχε κάτι άλλο θα το βλέπαμε. Έτσι, μπορούν όλα να υπάρξουν χωρίς αιτιολόγηση, αρκεί να προβληθούν ή να ειπωθούν. Μπορώ να πιστεύω ότι για την κρίση φταίνε οι μετανάστες, η τρόικα και το ότι μας ψεκάζουν από ψηλά. Μπορώ να είμαι έλληνας εθνικιστής, ταυτόχρονα ναζί  αλλά όχι ρατσιστής, ευαίσθητος φιλόζωος, φασίστας και χορτοφάγος. Μπορώ να καμαρώνω με εθνική περηφάνια κοιτώντας στη γιγαντοαφίσα του hondos center της ομόνοιας τον κομματιασμένο στίχο του ρασούλη παρέα με τη γαλανόλευκη, αγνοώντας ότι το τραγούδι παρακάτω λέει “Κάθε ένας είναι ένα σύνορο που πονά”.

Ίσως βέβαια να μην έχει καν τόση σημασία. Γιατί αυτό που τόσο εύκολα δείχνεται, επίσης εύκολα φαίνεται να ξεχνιέται. Όλα αυτά τα “είδα”, όχι μόνο σε εικόνες αλλά και στο δρόμο, στο λεωφορείο, στη δουλειά, τόσο απλά τιτλοφορούνται και κατόπιν εξαφανίζονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του μυαλού ή του κορμιού μας. Στο σκοτάδι των νοημάτων, στο κενό της ιστορίας και της θύμησης.

Θεατρική παράσταση και κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος α)

Σημειώσεις:

  1. Όπως είχαμε αναφέρει και στο προηγούμενο κείμενο, αφήνουμε προς το παρόν απ’ έξω το ψηφιακό παράδειγμα, γνωρίζοντας όμως ότι έχει ήδη αρχίσει να παραλλάσσει τη σχέση που μελετάμε και μάλιστα με δομικό τρόπο.
  2. Ο κινηματογράφος με τη σειρά του έχει προμηθεύσει το κοινό με πληθώρα καταγραφών οι οποίες δημιουργούν αυτό που θα λέγαμε συλλογικές οπτικοακουστικές αναμνήσεις και οι οποίες είναι ανεξάρτητες με τα προσωπικά βιώματα των θεατών. Έτσι ένα σπίτι του ‘50 μπορεί να μοιάζει με το σπίτι των γονιών ή της γιαγιάς μας αλλά ήδη, πόσο περισσότερο στις μελλοντικές γενιές, μπορεί να μοιάζει με ένα στυλ σπιτιού που έχουμε δει σε πολλές ταινίες που γυρίστηκαν το ’50 (ή και σύγχρονες, που προσομοιάζουν εκείνη την εποχή)
  3. Το σύγχρονο  θέατρο μοιάζει να δυσκολεύεται να διαχειριστεί αυτά τα νοηματικά-επικοινωνιακά κενά, τα οποία ενισχύονται και από το χάος των απεικονίσεων και των φαινομενικά διαφορετικών ταυτοτήτων του κοινού. Δυσκολεύεται δηλαδή να βρει αυτά τα σύμβολα τα οποία θα είναι μεν λιτά και περιεκτικά αλλά ταυτόχρονα οι θεατές θα μπορούν να τα αποκωδικοποιήσουν. Έτσι, πολλές φορές, μια θεατρική παράσταση φτάνει να γίνεται κατανοητή μόνο σε ένα αβανγκάρντ σύνολο ή να βιώνεται σαν επιφανειακή ατμόσφαιρα χωρίς να γίνεται αντιληπτό το εύρος των νοημάτων που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης –ή πολύ απλά οι περισσότεροι θεατές να μην καταλαβαίνουν τίποτα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>