Η εφεύρεση της πνευματικής ιδιοκτησίας

Στο τριήμερο 12_13_14 οκτώβρη η συνέλευση του game over θα οργανώσει φεστιβάλ στο Πολυτεχνείο για την εκπαιδεύση και τις νέες μηχανές. Ένα κομμάτι αυτού του φεστιβάλ θα αφορά την πνευματική ιδιοκτησία. Οι λόγοι που επιλέξαμε να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα έχουν σχέση με το πως τα νέα μέσα και συγκεκριμένα το ίντερνετ, έχουν αλλάξει το πως αντιμετωπίζεται η «πνευματική δημιουργία» και η αναπαραγωγή της, και έχουν φέρει τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας σε (προσωρινό;) αδιέξοδο.

Αυτό δεν είναι δικό μας, είναι κάτι που παραδέχονται και οι από πάνω ξανά και ξανά, όπου ψάξαμε: Η πνευματική ιδιοκτησία εμφανίζεται σχεδόν παράλληλα με την εφεύρεση της τυπογραφίας σαν την ανάγκη του κράτους να ελέγξει νομοθετικά την πνευματική δημιουργία και την αναπαραγωγή της. Αυτό ωστόσο σαν ένα γεγονός που ακολουθεί ένα άλλο γεγονός, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει πως μία ολόκληρη αντίληψη ιδιοκτησίας και προσόδου έρχεται και κοτσάρεται πάνω στη πνευματική παραγωγή.

Ιστορικά, η πνευματική ιδιοκτησία σα «νόμοι» ξεκινάει με τα προνόμια που δίνονται στους τυπογράφους και τους εκδότες βιβλιοπώλες. Το πρώτο τέτοιο προνόμιο εμφανίζεται σε κάποιον κο. Jean de Spire το 1469 και αφορά την μονοπωλιακή χρήση της τυπογραφίας. Έτσι θα κυλήσει και μετέπειτα και για αρκετά μεγάλο διάστημα, σαν παραχώρηση μεμονομένων και εξειδικευμένων προνομίων σε μορφή νομοθετικών ρυθμίσεων από δω κι από κει. Το από δω κι από κει είναι εντελώς πραγματικό και αφορά ιστορίες για ένα πάπα που δίνει το τάδε προνόμιο, ένα βασιλιά που δίνει το δείνα, μία εκκλησία που προμοτάρει μία κλίκα ή ένα βιβλίο. Η νομοθεσία θα αρχίσει να παίρνει ολοκληρωμένη μορφή και να γίνεται πιο συνολική με τη γαλλική επανάσταση. Τότε είναι που για πρώτη φορά η νομοθεσία θα αναφερθεί ρητά στη «δημόσια εκτέλεση» ενός έργου και στο «αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής», βάζοντας έτσι τα δύο εξής θεμέλια: το ένα αφορά τη παρουσίαση ενός εργού δημόσια, σε κοινό, και το δεύτερο κατοχυρώνει το δημιουργό ενός έργου, σαν αυτόν που έχει τον πρώτο και αποκλειστικό λόγο πάνω στο πως θα διαδοθεί το έργο του. Οι δύο αυτοί άξονες, που είναι αυτοί που απασχολούν τους νομοθέτες μέχρι και σήμερα, δεν ήταν ποτέ αυτονόητοι ακόμη κι αν ο νόμος θέλει να τους παρουσιάσει σα τέτοιους, κατατάσσοντας τους στο «φυσικό δίκαιο». Ένα ενδιαφέρον σημείο στην ιστορία της πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι όταν βγαίνουν προς υπεράσπιση της οι ίδιοι οι δημιουργοί. Ο victor hugo που γενικά είχε άμεση εμπλοκή με τα πολιτικά δρώμενα στη γαλλία, ιδρύει μαζί με άλλους (ανάμεσα τους ο Δουμάς και ο Μπαλζάκ) την διεθνή φιλολογική και καλλιτεχνική ένωση, που υπάρχει μέχρι και σήμερα. Η ALAI εστιάζει στη προστασία του δημιουργού. Η ένωση αυτή είναι που θα οδηγήσει μέσα σ’ άλλα στη συνθήκη της βέρνης του 1886 που ορίζει καθαρά τα δικαιώματα των δημιουργών, και την επικαλούνται οι δημιουργοί μέχρι σήμερα.

Βοηθάει να κοιτάξει κανείς την αρχή μίας διαδικασίας για να καταλάβει πως αυτή παγιώνεται σαν αυτονόητη εξέλιξη μες στην ιστορία. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το πως μία νομοθεσία-όπως αυτή της πνευματικής ιδιοκτησίας- καταφέρνει να εξελιχθεί σε δικαιώματα και υποχρεώσεις εντελώς μα εντελώς υλικές στην «τήρηση» ή «μη τήρηση τους» τους, βασισμένη όμως σε μία γενική αντίληψη για κάτι που είναι κοινωνικό και υπήρχε πάντα -όπως η πνευματική δημιουργία –. Η διάδοση της τυπογραφίας, σαν υλικό μέσο, ήταν αυτή που έκανε για πρώτη φορά «λογικό» τον έλεγχο της διάδοσης των έργων, καθώς για πρώτη φορά υπήρχε κάτι που μπορούσε πραγματικά να ελεγχθεί, και δεν ήταν άλλο από τα ίδιο το μέσο. Όπως αναφέρουν και οι υποστηρικτές της, οι νομοθέτες, η πνευματική ιδιοκτησία τρέχει εδώ και κάποιους αιώνες «μαζί με τις τεχνικές». Αυτό θα μπορούσε κανείς να το παραφράσει με την εξής λίγο διαφορετική φράση: εδώ και χρόνια η πνευματική ιδιοκτησία τρέχει παράλληλα με τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής. Με την εφεύρεση της τυπογραφίας για πρώτη φορά ο «λόγος» αρχίζει και μπορεί να διαδίδεται, να πουλιέται και να αγοράζεται, και από ένα σημείο και μετά να γίνεται προσιτός και στους υπηκόους. Γρήγορα αρχίζει να ελέγχεται από πλευράς περιεχομένου από τους μηχανισμούς κράτους και εκκλησίας. Μέχρι εκεί καλά. Το τι διαβάζουν και τι όχι οι υπήκοοι αφορά άμεσα τους μηχανισμούς εξουσίας, ιδιαίτερα σε μια ιστορική περίοδο που από άποψη ιδεών τουλάχιστον, ο κόσμος βράζει. Τι συμβαίνει όμως με τον δημιουργό; Πως φτάνει στο σημείο να βγαίνει μπροστά σαν ιδιοκτήτης μιας ιδέας, σαν απόλυτος δικαιούχος; Η απάντηση που δίνεται πάλι από τους νομοθέτες είναι η εξής αναμενόμενη: μέσα στο πνευματικό δικαίωμα υπάρχουν δύο ξεχωριστά δικαιώματα, το ηθικό και το περιουσιακό, λένε κομματιάζοντας την πνευματική ιδιοκτησία. Το ηθικό είναι «ο ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός» του δημιουργού με το έργο του (ο οποίος υποτιθέμενα προσβάλλεται από την παραποίηση ή τη μη αναγνώριση ή την χωρίς άδεια χρήση, γιατί αλλοιώνει το χαρακτήρα της ιδέας). Το περιουσιακό δικαίωμα είναι το καπιταλιστικό κίνητρο. Είναι το δικαίωμα να βγάλεις λεφτά από αυτό που «φτιάχνεις», και να τα διατηρήσεις ασκώντας έλεγχο πάνω του, σαν ιδιοκτήτης.

Αυτό που ο νόμος ονομάζει «ηθικό δικαίωμα» ήταν κάτι που προϋπήρχε της ονομασίας του και αναγνωριζόταν, ήταν κάτι που μπορούσε να ελεγχθεί κοινωνικά, χωρίς να τονίζεται σαν κάτι εντελώς προσωπικό και ατομικό, χωρίς να ξεχωρίζεται η σχέση που αυτό το δικαίωμα έχει με το κοινωνικό πλούτο πριν και μετά το δημιουργό. Το περιουσιακό δικαίωμα από την άλλη ήταν κάτι που μπήκε στη πρώτη γραμμή σαν το πραγματικό κίνητρο. Αυτό που έλεγε στην ουσία ήταν ότι το να εμπορευματοποιείται ένα κομμάτι του κοινωνικού πλούτο (γιατί κάποιο άλλο πάντα επέλεγε να μην είναι εμπορεύσιμο ή απλά δεν ήτανε) αποτελεί κίνητρο για να συνεχίσει αυτός να τραβάει μπροστά, για να συνεχίζει να υπάρχει δημιουργία.

Η αναγωγή της πνευματικής ιδιοκτησίας σαν αυτονόητη είναι τελικά κάτι απλό.

Με όρους καπιταλισμού, αυτό που φτιάχνεις είναι πρώτα και πάντα «δικό σου», επειδή έτσι πρέπει να το αισθάνεσαι. Αλλιώς η δημιουργία θα ήταν άλλος ένας τρόπος να καταλάβεις τη συνέχεια σου στο κόσμο, στην ιστορία. Είναι δικό σου γιατί μπορείς να το αγοράσεις και να το πουλήσεις, χρησιμοποιώντας τα μέσα που κάποιος άλλος σου παραχωρεί και ελέγχει. Αν τα χρηματικά οφέλη δεν υπερκαλύπτανε τα υπόλοιπα κίνητρα, αυτά που φτιάχνεις θα ‘χαν κι άλλες αξίες, που επειδή δεν θα ‘ταν μετρημένες με τους δικούς τους όρους, θα μπορούσαν να ’ναι αξίες εχθρικές, θα μπορούσαν να ‘ναι στον αντίποδα. Και, αν και αυτές οι αξίες θα συνέχιζαν να χρησιμοποιούν τα μέσα, θα έβαζαν πολύ πιο έντονα μπροστά την ανάγκη μας να τα χρησιμοποιούμε με τους δικούς μας όρους.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>