Rethink Athens

Στις 25-06-12, το αυτοδιαχειριζόμενο στέκι αρχιτεκτονικής οργάνωσε μία εκδήλωση-συζήτηση πάνω στο θέμα της επικείμενης πεζοδρόμησης της Πανεπιστημίου και «ανασυγκρότησης» του ευρύτερου κέντρου της Αθήνας. Η εκδήλωσε έγινε στο αίθριο του κτιρίου αβέρωφ, του πολυτεχνείου, όπου (ευτυχώς) παραβρέθηκαν και φοιτητές της σχολής, δεδομένης της ασύλληπτης αδιαφορίας τους για οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται σε κάποια από τις μακέτες τους.

Η εισήγηση, που υπάρχει για όποιον ενδιαφέρεται σε έντυπη μορφή, περιλαμβάνει κριτική στις προτάσεις του rethink, όχι μόνο από κοινωνική ή πολιτική σκοπιά, αλλά και από αυτό που θα λέγαμε στενά «πολεοδομική». Με λίγα λόγια μια σειρά επιχειρημάτων υποστηρίζοντας ότι η προτεινόμενη κυκλοφοριακή αναδιάρθρωση θα επιφέρει μάλλον τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που ισχυρίζεται ότι επιδιώκει η πρόταση, ότι η κατοικία (βλέπε μεσαία τάξη των προαστίων) δεν πρόκειται να επιστρέψει στο κέντρο και πως μια πεζοδρομημένη Πανεπιστημίου (αν μη τι άλλο!) δε θα σώσει τα μαγαζιά από τη χρεωκοπία, ούτε θα προσελκύσει τις λαοθάλασσες των καταγοητευμένων καταναλωτών. Πέραν αυτών, εξηγεί και γιατί η πόλη αυτή ποτέ δεν είχε την πολυπόθητη ενιαία ταυτότητα της κυριλέ ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, στο όνομα της οποίας ορκίζονται οι εκάστοτε «αρμόδιοι», είτε είναι πολεοδόμοι, είτε απλά μπάτσοι.

Αλλά η εισήγηση δε μένει εκεί. Κυρίως θέλει να εστιάσει στην ιδεολογική σημασία της όλης συζήτησης περί του κέντρου, η οποία αποδεικνύεται πολύ χρήσιμη για την εξουσία, είτε γίνει τελικά η ανάπλαση, είτε όχι. Μιας συζήτησης που δείχνει προς το κέντρο κουνώντας πάντα το δάχτυλο στην περιφέρεια, χρησιμοποιώντας δηλαδή μια υποτιθέμενη ενιαία ταυτότητα ως όπλο για τον χειρισμό της κοινωνικής συνείδησης με όρους εθνικής επικράτειας. Γι’ αυτό και η εισήγηση ήταν σαφής: το re-think Athens δεν πρόκειται για κλασική περίπτωση gentrification, διότι πάνω στα ζητήματα του κέντρου παράγεται ιδεολογία για πολύ ευρύτερη χρήση. Παράγεται θολούρα που σκεπάζει την ταξική, συγκρουσιακή πραγματικότητα της καθημερινότητας της πόλης και κάνει το κέντρο να φαίνεται το πραγματικό διακύβευμα, από πολιτική, οικονομική και πολιτιστική άποψη, πάνω στο οποίο θα δοθούν οι λύσεις για όλα, πράγμα που φυσικά είναι κατασκευασμένο. Και αυτή η θολούρα συνεχίζει να αποκρύπτει κάτι εξίσου σημαντικό. Αποκρύπτει ότι η πόλη είναι πολύ περισσότερο οργανωμένη εκμετάλλευση, παρά οργανωμένη κατανάλωση ή απόλαυση όπως παρουσιάζεται. Και ότι το, τόσο πολυπαιγμένο στα μίντια, ζήτημα των μεταναστών στο κέντρο είναι ακριβώς κομμάτι της οργανωμένης εκμετάλλευσης, και όχι κεντρικό πρόβλημα της καταναλωτικής πόλης που αν λυθεί, αυτή θα λειτουργεί κανονικά.

Δεν είναι δυνατόν κανείς να μεταφέρει, ούτε να συνοψίσει τη συζήτηση που ακολούθησε και που ήταν αρκετά ενδιαφέρουσα. Στο μεγαλύτερό της κομμάτι κινήθηκε ανάμεσα σε δύο πολύ συγγενικά θέματα: το ένα αφορούσε το αν θα πρέπει οι εισηγητές, σαν αρχιτέκτονες πρώτα και κύρια, να έχουν κάποια αντιπρόταση, και το άλλο, γενικότερο, το κατά πόσο η επιστήμη, και εν προκειμένω, η πολεοδομία μπορεί να λειτουργεί προς το συμφέρον της κοινωνίας, ή τέλος πάντων προς όφελος των κατώτερων τάξεων. Επί της ουσίας το ερώτημα είναι ένα και το αυτό: μπορεί ο αρχιτέκτονας-πολεοδόμος να επιλύσει, εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει, τα κοινωνικά ζητήματα μιας πόλης με τα δικά του «αρχιτεκτονικά εργαλεία»; Είναι λογικό οι απόφοιτοι αυτής της σχολής, πόσο μάλλον οι καθηγητές να είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Οι υπόλοιποι όμως, δικαιολογείται να είναι το ίδιο πεπεισμένοι, δεδομένου του ότι αν και η μοντέρνα, για παράδειγμα, πολεοδομία είχε αυτό σαν κύριο στόχο, απέτυχε παταγωδώς;

Οι εισηγητές ήταν εξ’ αρχής σαφείς ότι η απόπειρα αντιπρότασης είναι παγίδα, διότι δεν μπορεί να υπάρξει μία «λύση» στα πολύπλοκα ζητήματα του κέντρου, που να είναι εξ’ ίσου καλή για όλους. Και αυτό λόγω του ταξικού, συγκρουσιακού χαρακτήρα της πόλης. Όμως το θέμα επανερχόταν συνεχώς σε αυτό. Η γενικότερη αγωνία σχετικά με το ρόλο της επιστήμης φαίνεται να έχει δύο αφετηρίες. Η μία, η ακαδημαϊκή, κινείται μεταξύ του «ας μιλήσουν οι ειδικοί…» και της αδιαμφισβήτητης και αυταπόδεικτης εγκυρότητας της επιστήμης. Η άλλη, η ιδωμένη από πολιτική πλευρά, πηγάζει από την πεποίθηση ότι ένα λαϊκό-δίκαιο κράτος θα χρησιμοποιούσε την επιστήμη για το καλό της κοινωνίας, επομένως η ίδια η επιστήμη δεν είναι καλή ή κακή, αλλά εξαρτάται από το ποιος φορέας τη χρησιμοποιεί. Πάντως, ενώ οι δύο αυτές απόψεις τοποθετούνται μάλλον αντιδιαμετρικά στον ιδεολογικό ορίζοντα, μέσα στο κατ’ επίφαση φιλειρηνικό ακαδημαϊκό περιβάλλον συμβαδίζουν μια χαρά.

Θα χρειαζόταν ίσως μεγάλη επαναληψιμότητα αντίστοιχων γεγονότων-εκδηλώσεων για να μπορέσουν να ριζώσουν σε ένα μέρος των φοιτητών (και όχι μόνο) ισχυρά αντεπιχειρήματα, που να πηγαίνουν κόντρα στην κυρίαρχη ιδεολογία περί επιστήμης. Όσο τα πανεπιστήμια συνεχίζουν να εγκαταλείπονται από το επίσημο κράτος, μπορούν να αποτελούν προνομιακό πεδίο τέτοιων προσπαθειών και για έναν όχι και τόσο προφανή λόγο: μαζί με την απαξίωση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα του πανεπιστημίου, κλονίζεται όλο και περισσότερο το κύρος των ακαδημαϊκών, αλλά και η ίδια η εγκυρότητα της καλής επιστήμης, την οποία υποτίθεται ότι υπηρετούν ανιδιοτελώς προς όφελος της κοινωνίας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.