Από την παρτιτούρα στη μαγνητοταινία και από τη σύνθεση στο μοντάζ.

Η μουσική, ως μια μορφή της πνευματικής δημιουργίας του ανθρώπου, είναι έργο κοινωνικό. Αν ακολουθήσουμε προς τα πίσω την εξέλιξή της, προσπερνώντας τις πολιτιστικές αναμείξεις που της έδωσαν τις σημερινές της μορφές, θα δούμε ότι από τα αρχαία χρόνια, διαφορετικοί πολιτισμοί με διαφορετικές κουλτούρες και διαφορετική κοινωνική συγκρότηση, δημιούργησαν τη δική τους ιδιαίτερη μουσική, βασισμένη στα χαρακτηριστικά τους. Αξιοπρόσεχτη είναι η περίπτωση της Ινδικής, που από τη βάση της διαφέρει ακόμα και σήμερα ριζικά από κάθε άλλη στον κόσμο και λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες και ιδιοτροπίες. Με την πάροδο του χρόνου η μουσική θα εξελίσσεται καθώς οι διάφορες κοινωνίες θα έρχονται σε επαφή.

Σε αυτή τη μακρόχρονη ιστορική εξέλιξη, υπάρχει ένα κομβικό σημείο που αποτελεί τομή στη μουσική ιστορία και θα ανοίξει νέες πρωτοφανείς δυνατότητες στη μετέπειτα δημιουργία. Πρόκειται για το σημείο της καταγραφής της μουσικής -μέσω συμβόλων- στο χαρτί, και της διαμόρφωσης των πρώτων κανόνων μουσικής γραφής από την καθολική εκκλησία. Εδώ αξίζει μια σημείωση: η πραγματική συνεισφορά της δυτικής εκκλησιαστικής μουσικής, δεν ήταν η καταγραφή καθ’ εαυτή. Προηγούμενοι πολιτισμοί είχαν καταγράψει ήδη μουσική μέσω συμβόλων (με πιο πρόσφατους τους βυζαντινούς), αλλά μόνο για λόγους απαθανάτισης και εκτέλεσής της εκ’ των υστέρων από οργανοπαίχτες ή τραγουδιστές. Η αρχική σύνθεσή της, δε γινότανε πάνω στο χαρτί, αλλά πάνω στο μουσικό όργανο. Η καινοτομία λοιπόν που έφεραν οι καθολικοί, ήταν ότι αντιμετώπισαν αυτά τα σύμβολα, σα γράμματα μιας νέας αλφαβήτου και αναζήτησαν τη γραμματική και το συντακτικό που θα τους επέτρεπαν τη σύνθεση κατευθείαν πάνω στην παρτιτούρα. Τα δομικά στοιχεία αυτής της γλώσσας –τα γράμματά της- είναι οι νότες. Μια νότα είναι η συμβολική αποτύπωση πάνω στο πεντάγραμμο, της συχνότητας ενός συγκεκριμένου ηχητικού κύματος (π.χ. σήμερα η νότα λα αντιπροσωπεύει έναν ήχο 440Hz). Αφού μελέτησαν τα διαστήματα μεταξύ των φθόγγων και συστηματοποίησαν μοτίβα και μουσικές παραδόσεις που προϋπήρχαν στις κοινωνίες, έφτιαξαν τους δικούς τους κανόνες οριζόντιας (κλίμακες) και στη συνέχεια κάθετης (συγχορδίες) γραφής. Πάνω σε αυτούς, θα πατήσουν τα πολύπλοκα μοντέλα σύνθεσης (αρμονία, αντίστιξη, φούγκα κ.α.) στα οποία θα βασιστεί η εξέλιξη της κλασσικής μουσικής και που θα δώσουν τη δυνατότητα γραφής αναβαθμισμένης πολυφωνικής μουσικής (ακόμα και με 8 ή και περισσότερες φωνές), από ένα συνθέτη, πρακτικά χωρίς να έχει κανένα μουσικό όργανο μπροστά του –χωρίς να ακούει αυτό που γράφει-. Η τομή αυτή που περιγράφουμε θα έχει δύο όψεις: Από τη μια μεριά, μπορούμε να μιλήσουμε για το δώρο της πολυφωνίας που φέρνει μαζί της και μια νέα αναβαθμισμένη αισθητική. Από την άλλη μεριά μιλάμε για κανόνες και μάλιστα για κανόνες στην υπηρεσία της εκκλησίας, που απαιτούν καθολικότητα μπλοκάροντας έτσι τον πειραματισμό και τις ξένες “εξωχριστιανικές” επιρροές. Οι απαγορεύσεις που εμπεριέχονται μέσα σε αυτούς, αφορούν είτε την αισθητική που υπαγορεύουν (πολλά τέτοια συνθετικά “λάθη” σήμερα όχι απλά έχουν ξεπεραστεί, αλλά αποτελούν και μουσικές κοινοτυπίες), είτε ηλίθιες θρησκευτικές μεταφυσικές (4η αυξημένη, διάστημα που απαγορεύεται από τον ίδιο τον πάπα ως διάστημα του σατανά).

Στο περιθώριο αυτής της μουσικής που εξελίσσεται στους μεγάλους καθεδρικούς και τα αριστοκρατικά σαλόνια, θα συνεχίσει να ζει η εμπειρική μουσική των κατώτερων στρωμάτων: τσιγγάνοι, τροβαδούροι, κομπανίες κ.τ.λ. Οι δύο αυτοί κόσμοι δεν είναι δυνατό να παραμείνουν ξεκομμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Η κλασσική μουσική γίνεται η βάση όλης της δυτικής μουσικής, ενώ ταυτόχρονα οι αυστηροί κανόνες της “σπάνε” σταδιακά από νέες επιρροές. Χαρακτηριστική είναι η περίοδος του ρομαντισμού, που σημαδεύεται από την εισαγωγή του για καιρό απαγορευμένου αραβικού στοιχείου. Η μεγάλη επανάσταση όμως που θα επαναδιαπραγματευθεί τη μουσική σύνθεση και θα ανοίξει νέους ορίζοντες δημιουργίας, θα έρθει πολλά χρόνια αργότερα, στο μεγάλο χωνευτήρι των πολιτισμών – την Αμερική. Ο κοινωνικός εμπειρισμός, θα φέρει μεγάλες αλλαγές σε θεμελιώδη ζητήματα όπως ο ρυθμός και η μελωδία, θα γεννήσει νέα ρεύματα μουσικής και με την πάροδο του χρόνου θα δημιουργήσει νέους κανόνες και μοτίβα (καινούριες κλίμακες, τζαζ αρμονία, guide tones, 12μετρο blues κ.α.).

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να τονίσουμε το εξής: Η μουσική, όπως φαίνεται από αυτά προηγήθηκαν εξελίσσεται συνεχώς. Αυτό που παραμένει ίδιο μέχρι στιγμής, είναι η ίδια η διαδικασία της εξέλιξης: Η κοινωνική δημιουργικότητα αξιοποιεί, τροποποιεί ή και γκρεμίζει τους παλιούς κανόνες για να διαμορφώσει νέα ρεύματα και νέες προσεγγίσεις, οι οποίες με τη σειρά τους, αφού ωριμάσουν κωδικοποιούνται και οι ίδιες σε νέους κανόνες σύνθεσης. Πρόκειται για μια συνεχή κίνηση από τον εμπειρισμό, στην κωδικοποίηση και την καταγραφή και πάλι από την αρχή. Μιλάμε τελικά για το συντακτικό μιας ζωντανής γλώσσας που συνεχώς εμπλουτίζεται από την κοινωνική εμπειρία, αλλά η βάση του είναι πάντα η ίδια: η νότα: το στοιχειώδες δομικό στοιχείο κάθε μουσικής κατασκευής. Θα μπορούσε ίσως να υπάρξει και κάποιο άλλου είδους συντακτικό;

Ένα αρκετά σημαντικό στοιχείο στη σύνθεση ενός τραγουδιού, είναι αυτό της επανάληψης. Από πολύ παλιά έχει παρατηρηθεί, πως στο ανθρώπινο αυτί “αρέσει” η επανάληψη μουσικών φράσεων που έχουν προηγηθεί μέσα στο κομμάτι, καθώς του φαίνονται οικείες και ενισχύουν την αίσθηση του ρυθμού. Αυτή η παρατήρηση είχε αξιοποιηθεί ήδη από τους κλασσικούς συνθέτες αλλά και από τους τζαζίστες που ανακάλυψαν πως η επανάληψη μιας φράσης σε διαφορετική, άσχετη τονικότητα, δεν ακούγεται φάλτσα ακριβώς λόγω της οικειότητας που δημιουργεί η επανάληψη. Έτσι αν παρατηρήσει κανείς ένα τυπικό σύγχρονο κομμάτι, θα διαπιστώσει πως αποτελείται από ευρύτερα τμήματα που επαναλαμβάνονται και εναλλάσσονται μεταξύ τους (ρεφρέν, κουπλέ, γέφυρες κ.τ.λ.). Αυτή, είναι μια πετυχημένη και δημοφιλής συνταγή για τη δομή ενός τραγουδιού, έτσι ώστε να ακούγεται ευχάριστα, αλλά τίποτα παραπάνω. Ποτέ η συνθετική διαδικασία δεν έγινε αντιληπτή ως συναρμολόγηση, ως ένα κολάζ τέτοιων μουσικών μερών.

Μια νέα τέτοια αντίληψη θα γίνει εφικτή, με την εμφάνιση και τη διάδοση των πρώτων μέσων καταγραφής ήχου και κυρίως των πιο μαζικών, του βινυλίου και της μαγνητικής ταινίας (κασέτα). Η καταγραφή του ίδιου του ηχητικού κύματος θα φέρει μεγάλες αλλαγές, όχι μόνο ως προς τον τρόπο κατανάλωσης της μουσικής, αλλά θα θέσει και τις βάσεις για μια νέα προσέγγιση στην επεξεργασία της, ως κυματομορφή. Τα νέα ηλεκτρονικά μέσα, επιτρέπουν την επεξεργασία του καταγεγραμμένου κύματος ως προς την ένταση, τη συχνότητα (άρα την τονικότητα), το ρυθμό και άλλες παραμέτρους. Η καταγραφή του ήχου γίνεται σε στούντιο από ηχολήπτες και εκεί γεννιέται η έννοια της δειγματοληψίας (sampling). Τα μουσικά δείγματα που καταγράφονται (είτε από μουσικά όργανα, είτε από οποιονδήποτε άλλο φυσικό ήχο) μπορούν να αποθηκευτούν και να τοποθετηθούν μέσα σε νέες συνθέσεις. Αυτή η νέα αντίληψη θα εμφανιστεί ήδη από τη δεκαετία του 40’ με τη γέννηση ενός πρωτοποριακού ρεύματος μουσικής, της Musique concrète, έναν πρόδρομο της ηλεκτρονικής μουσικής, που χρησιμοποιεί δείγματα από όργανα, φωνές, ήχους της φύσης κ.τ.λ. Δημιουργός της ήταν ο Γάλλος συνθέτης και θεωρητικός Pierre Schaeffer, οι τεχνικές του οποίου, βασίστηκαν στη χρήση του μικροφώνου και κυρίως στην τέχνη του ραδιοφώνου (ο ίδιος συνέβαλε στη δημιουργία ενός ραδιοφωνικού σταθμού, που αποτέλεσε κέντρο αντίστασης στο κατεχόμενο Παρίσι). Η άλλη μεγάλη επιρροή που τον ενέπνευσε, ήταν η τεχνική του montage στον κινηματογράφο, που όπως αναφέρει και ο ίδιος, λειτούργησε ως βάση της Musique concrète.

Η προσέγγιση αυτή της σύνθεσης ως κολάζ ήχων, θα εξελιχθεί και θα αρχίσει να χρησιμοποιεί δείγματα από μουσικές συνθέσεις που προϋπάρχουν. Τα παραδείγματα είναι άπειρα: Η εισαγωγή των drums από το “when the levee breaks” των led zeppelin θα χρησιμοποιηθεί ως δείγμα από τους beasty boys, dr. Dre, eminem, depeche mode και πολλούς άλλους. Η μεγάλη επιτυχία των Vanilla Ice, “Ice ice baby” γράφεται πάνω σε λούπα από το “Under Pressure” των Queen, ενώ το “U can’t touch this” του MC Hammer χρησιμοποιεί τη μουσική του “Super freak” του Rick James… Τα προϊόντα τέτοιων συνθέσεων, κυρίως ρυθμική και χορευτική μουσική, θα γνωρίσουν τεράστια απήχηση στο κοινό. Εν τω μεταξύ, με την εμφάνιση του μαγνητοφώνου, η δημιουργία μουσικής μέσα από λούπες θα μαζικοποιηθεί σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Ο καθένας πλέον μπορεί να απομονώσει σε μια άδεια κασέτα κάποια μέτρα από ένα μουσικό κομμάτι και να τα βάλει να παίζουν σε επανάληψη, δημιουργώντας λούπες. Λούπες και δείγματα, με μια διαδικασία που θυμίζει μοντάζ μπορούν να τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο, ή το ένα πάνω στο άλλο σε στρώσεις (layers), να κόβονται και να ράβονται προς τη δημιουργία μιας νέας σύνθεσης.

Ο παραλληλισμός με το μοντάζ στον κινηματογράφο είναι πολύ σημαντικός, γιατί μας δείχνει μια παρόμοια μετατόπιση με αυτήν που εξετάζουμε. Το μοντάζ, στο παράδειγμα των εικόνων, μετατοπίζει το βάρος της δημιουργίας, από τη σύνθεση των ίδιων των εικόνων (ζωγραφική, φωτογραφία, κινηματογράφηση), στη διαδικασία συναρμολόγησής τους. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η μουσική σύνθεση μέσω δειγμάτων, μετατοπίζει το βάρος από τη σύνθεση της ίδιας της μουσικής, στο συνδυασμό έτοιμων μουσικών μοτίβων. Το δομικά στοιχεία της σύνθεσης, δεν είναι πλέον οι νότες, αλλά ολόκληρα προκατασκευασμένα τμήματα που πρέπει να μπουν στη σειρά.

Θέλοντας κανείς να αναλύσει τις κοινωνικές συνέπειες αυτής της μετατόπισης, θα πρέπει να δει το ζήτημα από δύο μεριές:
Από τη μία, η ευκολία της σύνθεσης μέσω της νέας αυτής αντίληψης που έφεραν οι τεχνολογίες αναπαραγωγής ήχου, θα κοινωνικοποιήσει τη μουσική παραγωγή, η οποία θα γίνει προσιτή σε όλους χωρίς πολλές απαιτήσεις. Για πρώτη φορά βλέπουμε την ταυτότητα του “ειδικού” στη μουσική να “σπάει” σε τόσο μεγάλο βαθμό προς όφελος της κοινωνίας, η οποία πέρα από μουσικός καταναλωτής, μπορεί πλεον σε ένα ικανοποιητικό μέρος της να είναι και παραγωγός. Θέτοντας τη δικιά της κουλτούρα και τις δικιές της ανυσηχίες. Έτσι θα δούμε τη μαζική εμφάνιση της φιγούρας του dj, που δημιουργεί κομμάτια με λούπες και τη γέννηση μιας νέας μουσικής βασισμένης πάνω σε αυτές, κατ’ ευθείαν από την κοινωνική βάση, της rap. Αξιοσημείωτη εξέλιξη είναι και η κατάκτηση όλων των ήχων που υπάρχουν στη φύση, ή μπορούν να κατασκευαστούν τεχνικά. Παραγωγοί της μουσικής δεν είναι μόνο η ανθρώπινη φωνή και τα διαθέσιμα όργανα, αλλά κάθε ήχος που μπορεί να μαγνητοσκοπηθεί και έπειτα να προσαρμοστεί μέσα σε ένα κομμάτι με ηλεκτρονική επεξεργασία.

Από την άλλη μεριά, η ίδια ακριβώς ευκολία, θα αποτελέσει και μία μεγάλη ένδεια: Η παραγωγή της μελωδίας, δεν απαιτεί πλέον τη μακρόχρονη και κοπιαστική διαδικασία της κατάκτησης ενός μουσικού οργάνου. Αλλά αφορά την επιλογή (με βάση προσωπικά αισθητικά κριτήρια) και την κατανάλωση έτοιμων δειγμάτων που διατίθενται ανάμεσα σε πολλά άλλα, φτιαγμένα από άλλους –τους ειδικούς-. Η παραγωγή της πολυφωνίας, δεν επιτυγχάνεται με τη συνεχή κοινωνική τριβή με άλλους μουσικούς μέσα σε μια μπάντα, για το «δέσιμο» και την «ωρίμαση» του ήχου. Αλλά με την κάθετη παράθεση των μουσικών μοτίβων και το δέσιμό τους μέσω ηλεκτρονικής επεξεργασίας. Η πρωτοτυπία, δεν έγκειται στην κατανόηση των κανόνων και των στερεοτύπων της μουσικής αρχικά, και σε δεύτερο χρόνο στο δημιουργικό ξεπέρασμά τους, αλλά στην αναζήτηση εξεζητημένων δειγμάτων και ήχων και στη συναρμολόγησή τους.

Τελικά η φιγούρα του συνθέτη – μοντέρ, είναι η φιγούρα ενός μουσικού που καθώς εξελίσσεται σε μια νέα τεχνική σύνθεσης με τις δικές της προκλήσεις και δυνατότητες, ταυτόχρονα μπορεί και να αγνοεί τη διαδικασία δόμησης της μουσικής, ακόμα και αυτής που ο ίδιος χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει. Και αυτό από μόνο του, μπορεί να είναι ένα σημαντικό φτώχεμα για αυτη τη νέα κοινωνική δημιουργικότητα. Όπως και σε κάθε άλλη αλλαγή παραδείγματος, έτσι και σε αυτή, μιλάμε για ένα δίκοπο μαχαίρι. Πλατιά κοινωνικοποίηση και νέες δυνατότητες από τη μία, αντίστοιχες εκπτώσεις από την άλλη.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *