“Η γοητεία του πειρατή _ενάντια στην πνευματική ιδιοκτησία”

Εισαγωγή

Η “προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας” είναι ένα ζήτημα που αναδεικνύεται τακτικά στη δημόσια σφαίρα τα τελευταία 10 – 15 χρόνια. Παρότι περιλαμβάνει εντάσεις και αντιθέσεις σοβαρές, δεν έχει αποκτήσει πάντως στα μέρη μας την κεντρικότητα που του αναλογεί. Αλλού, στις Ηπα κατά κύριο λόγο και στην Ευρώπη μετά, γίνεται μεγάλη προσπάθεια να ξανασερβιριστεί η πνευματική ιδιοκτησία σαν ένα “αυτονόητο δικαίωμα” (των “πνευματικών δημιουργών”). Και να θεωρηθούν οι κρατικές νομοθεσίες σαν η φυσιολογικά προστατευτική δράση υπέρ της ιδιοκτησίας. Όπως, όμως, θα δούμε στη συνέχεια, τα πράγματα ούτε “απλά” είναι, ούτε “φυσιολογικά”. Γύρω απ’ την πνευματική ιδιοκτησία (ή αντίθετα, την κοινοκτημοσύνη των έργων του πνεύματος) διεξάγεται μια σύγκρουση της οποίας η έκβαση θα έχει καθοριστικές συνέπειες σε πολλούς τομείς των κοινωνικών σχέσεων τις επόμενες δεκαετίες.

Ας αρχίσουμε απ’ αυτό που παρουσιάζεται σαν προφανές, ενώ δεν είναι: πως ορίζεται η πνευματική ιδιοκτησία; Τι ακριβώς σημαίνει ο συνδυασμός μιας τόσο ασαφούς έννοιας όπως “διανοητικό έργο” και μιας έννοιας κατασκευασμένης για εντελώς διαφορετική χρήση, όπως η “ιδιοκτησία”;

Η ιδιοκτησία, η κατοχή δηλαδή, αφορά υλικά πράγματα (στο παρελθόν και ανθρώπους!) τα οποία μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια. Μπορούν να μετρηθούν, να ζυγιστούν, να φωτογραφηθούν, να χαρτογραφηθούν, να περιγραφούν με λεπτομέρειες. Κυρίως αυτά τα πράγματα στα οποία μπορεί να εννοηθεί ιδιοκτησία, έχουν συγκεκριμένη αρχή και συγκεκριμένο τέλος: ένα συγκεκριμένο χωράφι, ένα συγκεκριμένο κτίριο, ένα συγκεκριμένο όχημα, ρούχο ή αντικείμενο. Τελευταίο, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό απ’ όλα: η αναγνώριση και η θέσμιση της ιδιοκτησίας πάνω σε ένα συγκεκριμένο πράγμα, στοχεύει στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων χρήσης, νομής, αξιοποίησης εκ μέρους του ιδιοκτήτη του, έναντι του ενδεχόμενου της κλοπής. Είναι, δε, κλοπή, η στέρηση του πράγματος απ’ τον ιδιοκτήτη του. Εάν μια ιδιοκτησία κλαπεί, τότε ο (“νόμιμος”) ιδιοκτήτης της ΔΕΝ την (κατ)έχει, ενώ ο “κλέφτης” την (κατ)έχει παράνομα. Αν επρόκειτο να την έχουν και οι δύο εξ ολοκλήρου, τότε δεν θα μιλούσαμε για κλοπή…

Αυτοί οι συγκεκριμένοι προσδιορισμοί αποτελούν την ιστορική θεμελίωση της έννοιας της ιδιοκτησίας, και των νόμων που την προστατεύουν. Το τι είναι ακριβώς η συγκεκριμένη Χ ή Ψ ιδιοκτησία, πρέπει να προσδιορίζεται με την μέγιστη ακρίβεια. Μια φράση, για παράδειγμα, επειδή έχει σαν περιεχόμενο συγκεκριμένες λέξεις, και έχει αρχή και τέλος, μπορεί ίσως να θεωρηθεί ιδιοκτησία κάποιου. Τι γίνεται όμως με μια διαφορετική φράση που εκφράζει την ίδια ιδέα με την προηγούμενη; Πώς είναι, τελικά, δυνατό να νοηθεί ιδιοκτησία πάνω στις διανοητικές δραστηριότητες, πάνω στις ιδέες και στις σκέψεις;

Θα δούμε στη συνέχεια μερικά ιστορικά δεδομένα για το πώς έγινε κατορθωτό να ψευτοξεπεραστεί αυτή η αντίφαση, και πού στηρίχτηκαν οι πρώτες νομοθεσίες περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Αξίζει όμως να θυμίσουμε τις ενστάσεις κάποιου, που δεν ήταν τυχαίος (πρόκειται για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τόμας Τζέφερσον), διατυπωμένες νωρίς νωρίς, τον Αύγουστο του 1813. Γιατί σ’ αυτή τη βασική αντίρρηση του Τζέφερσον περιγράφεται η αντινομία της “ιδιοκτησίας πάνω στις σκέψεις”, φαίνεται δε ακόμα πιο καθαρά πόσο έχουν μεγαλώσει, διογκωθεί, αυτές οι αντινομίες σήμερα.

Έγραφε λοιπόν ο Τζέφερσον στον φίλο του Ισαάκ Μακ Πέρσον στις 13 Αυγούστου του 1813:

Η σταθερή ιδιοκτησία είναι δώρο του κοινωνικού νόμου, και ήρθε με κάποια καθυστέρηση, μέσα στην εξέλιξη της κοινωνίας. Θα ήταν λοιπόν παράξενο εάν μια ιδέα, μια δραστηριότητα της σκέψης κάποιου, θεωρούνταν, σαν “φυσικό δικαίωμα” αποκλειστική και σταθερή ιδιοκτησία του. Εάν η φύση έφτιαξε κάτι που να είναι το λιγότερο συμβατό από οτιδήποτε άλλο με την αποκλειστική ιδιοκτησία, αυτό είναι η δράση της σκέψης, αυτό που λέγεται ιδέα. Μια ιδέα μπορεί ένα άτομο να τη θεωρεί αποκλειστικά δική του για όσο καιρό την κρατάει για τον εαυτό του· μόλις, όμως, την κοινοποιήσει, αυτή η ιδέα είναι προσιτή στον καθένα, και αυτός που την ακούει δεν μπορεί να κάνει κάτι για να μην τη δεχθεί. Όμως είναι χαρακτηριστικό της ιδέας πως όσοι κι αν την έχουν, κανένας δεν χάνει κάτι απ’ αυτήν, γιατί ο καθένας μπορεί να την έχει ολόκληρη και να μην τη στερηθεί αυτός που την είχε αρχικά. Κάποιος που θα πάρει μια ιδέα από εμένα, δε θα μειώσει την ίδια ιδέα όπως την έχω εγώ· όπως ακριβώς κάποιος που με διαφωτίζει δεν θα γίνει ο ίδιος πιο κουτός, πιο φτωχός στη σκέψη. Το γεγονός ότι οι ιδέες μπορούν ελεύθερα να διαδοθούν απ’ τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη, για την ηθική και υλική βελτίωση του ανθρώπου, δείχνει ότι σοφά σχεδιάστηκαν απ’ την φύση να είναι έτσι, σαν τη φωτιά, που μπορεί να επεκταθεί προς οποιαδήποτε μεριά χωρίς να χάσει την πυκνότητά της σε κανένα σημείο της, σαν τον αέρα που αναπνέουμε και μέσα του ζούμε σαν φυσικά όντα, χωρίς να είναι δυνατόν να έχουμε την αποκλειστικότητά του. Από φυσική άποψη, λοιπόν, οι εφευρέσεις δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενο ατομικής ιδιοκτησίας.

Σ’ αυτές τις σκέψεις του Τζέφερσον περιγράφονται δύο βασικά χαρακτηριστικά της πνευματικής δημιουργίας, που είναι εξ ορισμού εχθρικά με την σύλληψη (και τις θεσμίσεις) της ατομικής ιδιοκτησίας. Πρώτον, ότι μια ιδέα, μια σκέψη, μπορεί να “ταξιδέψει” προς οπουδήποτε, από στόμα σε στόμα, προκαλώντας σαν διαδοχικές (και διαφορετικές) συνέπειες άλλες σκέψεις, και δεν γίνεται να περιφραχτεί ώστε να αποκτήσει “φυσικά όρια” τέτοια που να οριοθετείται ύστερα ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης της. Και δεύτερον, ότι ακόμα κι αν χιλιάδες υιοθετήσουν την ιδέα, τη σκέψη κάποιου, δεν του την έχουν κλέψει, αφού κι αυτός εξακολουθεί να την έχει. Εάν, όμως, δεν υπάρχει κλοπή με την έννοια της στέρησης της χρήσης μιας πνευματικής δραστηριότητας απ’ αυτόν που την πρωτοέκανε, πώς είναι δυνατόν να υπάρχει ζήτημα “πνευματικής ιδιοκτησίας”; Εάν οποιοσδήποτε υιοθετήσει, για παράδειγμα, τις απόψεις του game over περί πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ ταυτόχρονα δεν εμποδίζει την συνέλευση αυτή να τις έχει, πως είναι δυνατό να μιλήσουμε για “ιδιοκτησία” και μάλιστα “προστατευόμενη”;

Θα δούμε στη συνέχεια το τρικ που χρησιμοποιήθηκε για να ξεπεραστεί αυτή η αντίφαση, ένα τρικ όμως που δημιουργεί διαρκώς νέες αντιφάσεις: είναι τα (υλικά) μέσα καταγραφής, αναπαραγωγής και μεταφοράς της ιδέας, της πνευματικής παραγωγής (λέξεις και χαρτιά, νότες και χαρτιά ή μαγνητοταινίες, εικόνες και φωτογραφικά φιλμ, και εσχάτως μπάιτς) που περιφράσσονται, γίνονται το χειροπιαστό υλικό της (πνευματικής) ιδιοκτησίας. Έτσι ώστε στη συνέχεια η πνευματική παραγωγή να μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί. Τελικά η περιβόητη “πνευματική ιδιοκτησία” είναι ένας νόθος ορισμός που σχετίζεται με τα μέσα αναπαραγωγής των διανοητικών έργων και μόνο μέσω αυτών με τη διανοητική παραγωγή την ίδια. Σχετίζεται επίσης και με τη δυνατότητα να δημιουργείται με τεχνητό τρόπο φτώχια, σπανιότητα, απαγορεύοντας (ή ελέγχοντας) την πρόσβαση στα όποια (κάθε φορά) “αντίτυπα”. Κατά τα άλλα, κανένας νόμος πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε όταν οι σκέψεις και γενικά τα διανοητικά έργα μεταφέρονται “από στόμα σε αυτί και από αυτί σε στόμα”.

Φαίνεται ήδη, απ’ την αρχική περιγραφή του ζητήματος, ότι το θέμα της “πνευματικής ιδιοκτησίας” αναφύεται, προκύπτει, στην “κυκλοφορία”, στη διανομή, στη μοιρασιά των διανοητικών έργων. Εκεί γίνονται διαρκώς προσπάθειες να θεμελιωθεί το δίκαιο της ατομικής (ή της εταιρικής) ιδιοκτησίας. Τι γίνεται όμως με την παραγωγή; Τι γίνεται με τη διανοητική παραγωγή, τη δημιουργία οποιασδήποτε σκέψης, ιδέας ή καλλιτεχνικής σύλληψης; Είναι δυνατόν να υποστηρίξει κανείς ότι η “ιδέα του” είναι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΔΙΚΗ ΤΟΥ, επειδή – έστω, “την κρατάει για τον εαυτό του”, και ότι δεν οφείλει τίποτα σε προηγούμενες ιδέες, σκέψεις, απόψεις· ότι δεν έχει επηρεαστεί (θετικά ή αρνητικά, δεν έχει σημασία) απ’ το κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον του; Είναι δυνατόν να υποστηρίξει κανείς ότι η σκέψη, η διανοητική παραγωγή είναι εντελώς “μοναχικές δραστηριότητες”, που δε χρωστούν τίποτα ούτε στους προηγούμενους ούτε στους δίπλα; ΌΧΙ! Αυτό που θεωρείται πνευματική παραγωγή μπορεί να έχει βέβαια τις “πινελιές” της ιδιαιτερότητας κάθε μυαλού· όμως ταυτόχρονα είναι και άμεσα και έμμεσα κοινωνικό προϊόν. Συλλογικό προϊόν. Κάποιος λέει μισή κουβέντα, κάποιος άλλος κάνει μια παρατήρηση, ένας τρίτος έναν συνδυασμό, ένας τέταρτος θυμάται κάτι, ένας πέμπτος κάνει μια σύγκριση. Απ’ αυτή τη διαδικασία ένας έκτος μπορεί να έχει μια ιδέα, μια σκέψη φαινομενικά ή πραγματικά καινούργια, κάπως πρωτότυπη· που όμως έχει τις ρίζες της, την καταγωγή της, ένα καλό μέρος της προέλευσής της, στη διανοητική παραγωγή πολλών άλλων.

Είναι γνώμη της συνέλευσης του game over ότι το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί μεν να αναλυθεί (και να αντιμετωπιστεί) στη σφαίρα της κυκλοφορίας, της διακίνησης των σκέψεων, των απόψεων ή των καλλιτεχνικών έργων, όπως συμβαίνει ήδη· όμως η άρνηση της πνευματικής ιδιοκτησίας (για εμάς) ξεκινάει νωρίτερα. Ξεκινάει απ’ την ίδια την παραγωγή της σκέψης, και απ’ την αναγνώριση ότι αυτή η παραγωγή είναι de facto κοινωνική – χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστον την κάθε φορά ατομική συμβολή του καθενός.

Η ιστορική διάσταση του θέματος της πνευματικής ιδιοκτησίας

Τα νομικά κείμενα υποστηρίζουν ρητά πως «η πνευματική ιδιοκτησία», σαν ένα από τα πολλά «προστατευόμενα αγαθά» στο καπιταλισμό, προϋποθέτει τόσο την τεχνολογική εξέλιξη όσο και την πολιτισμική ανάπτυξη. Είναι προφανές ωστόσο και από τη νομική της ιστορία, ότι η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας ήρθε να πατήσει στην πολιτισμική ανάπτυξη όταν δημιουργήθηκε η ανάγκη αυτή να ελεγχθεί, να αποτελέσει πηγή κέρδους ή να εξυπηρετήσει συμφέροντα. Η πνευματική ιδιοκτησία ήρθε και πάτησε πάνω στην πολιτιστική ανάπτυξη που ήδη έτρεχε και πριν από αυτή, και  χωρίς αυτήν. Οι λαϊκές παραδόσεις, τα τραγούδια, η ποίηση, το θέατρο, τα καταγεγραμμένα και τα μη καταγεγραμμένα, είχαν βρει τους τρόπους να κυκλοφορούν και μάλιστα να επιβιώνουν και να εμπλουτίζονται από τη μία γενιά στην άλλη – χωρίς καμία έννοια ή θέσμιση «πνευματικής ιδιοκτησίας». Τα μέσα για να συμβεί αυτό ανήκαν στους δημιουργούς και η «σωστή» ή «λάθος χρήση», η «σωστή» ή «λάθος αναπαραγωγή» καθορίζονταν από το δημιουργό και το κοινωνικό (του) περιβάλλον. Στη λαϊκή παράδοση πολλές φορές η δημιουργία ήταν συλλογική, δεν άνηκε σε μεμονωμένα άτομα.

Οι κοινωνικές συνθήκες είναι, λοιπόν, ο λόγος που η έννοια της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν εμφανίζεται πουθενά σαν τέτοια ως τον Μεσαίωνα. Αυτό δε σήμαινε ότι οι δημιουργοί δεν πληρωνόντουσαν ή δεν καταξιώνονταν ή ότι τα έργα δε διαδίδονταν. Υπήρχαν γιορτές και βραβεία που ικανοποιούσαν την ανάγκες των δημιουργών και για τα τρία. Και υπήρχε πάντα η μουσική, η τοιχογραφία κι η ζωγραφική, η διακόσμηση και το θέατρο σαν εργασία. Η αντιγραφή ή η παραποίηση ενός έργου χωρίς την αναφορά στο δημιουργό αποδοκιμαζόταν κοινωνικά αλλά ποτέ ο δημιουργός δεν αντιμετωπιζόταν σαν ιδιοκτήτης με την στενή έννοια. Ο έλεγχος συνέχιζε να περνάει μέσα από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και όχι τόσο με όρους οικονομικούς όσο με όρους αναγνώρισης, με όρους ηθικής. Η μαστοριά, η καινοτομία, το γέλιο και το κλάμα, όλα όσα παρήγαγε ο κοινωνικός πλούτος συλλογικά ή μεσολαβημένος απ’ την τέχνη του μεμονωμένου δημιουργού, είχαν αξία σαν τέτοια. Και η αξία αυτή γινόταν σεβαστή ή όχι στη βάση ενός ηθικού κώδικα που δεν ήταν καθόλου τυχαίος και αόριστος, που δεν είχε τελικά καμία ανάγκη το νόμο.

Η πνευματική ιδιοκτησία σαν έννοια εμφανίζεται με την ανακάλυψη και τη διάδοση της τυπογραφίας. Είναι αυτή η συγκεκριμένη τεχνική εφεύρεση που γεννάει την αντίληψη ότι ο πολιτισμός «ευρείας απεύθυνσης» είναι με μια έννοια ιδιόκτητος, και ότι είναι οικονομικά εκμεταλλεύσιμο αγαθό. Οι αρχικές μορφές, λοιπόν, θεσμοποιημένης πνευματικής ιδιοκτησίας θα είναι τα προνόμια που το κράτος παραχωρεί σε συγκεκριμένους τυπογράφους και εκδότες – βιβλιοπώλες. Το πρώτο τέτοιο προνόμιο παρέχεται σε κάποιον Jean de Spire το 1469 και αφορά την μονοπωλιακή χρήση της τυπογραφίας. Τα επόμενα προνόμια που θα ακολουθήσουν και αφορούν (φυσικά) εκκλησιαστικά κείμενα, παρέχονται και ελέγχονται από την εκκλησία. Είναι γνωστό πως η εκκλησία ήταν ήδη ο μηχανισμός με την μεγαλύτερη δυνατότητα να αναπαράγει και να διαδίδει τα κείμενα της, ότι είχε ήδη σύστημα για να μεταφράζει και να καταγράφει την ιστορία της, μία δουλειά που γινόταν κυρίως από μοναχούς. Ήταν επίσης ο μεγαλύτερος μηχανισμός λογοκρισίας.

Τα σημερινά νομικά κείμενα παραδέχονται ότι η γέννηση της ιδέας της πνευματικής ιδιοκτησίας, σε σχέση με την τυπογραφική αναπαραγωγή των βιβλίων, έγινε για να προστατευτούν συγκεκριμένα συμφέροντα, αλλά και η λογοκρισία. Απ’ την άλλη μεριά, οι σχετικοί νόμοι, είχαν σταθερά εχθρούς. Ακόμη και όταν ο έλεγχος των τυπωμένων κειμένων άρχισε να παίρνει πιο ξεκάθαρη μορφή, ακόμη και σε περιόδους που κράτος και εκκλησία ασκούσαν σκληρό έλεγχο ή πάλευαν για να διατηρήσουν την εξουσία τους, τυπώνονταν, εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν «απαγορευμένα» κείμενα και έργα τέχνης, ανώνυμα ή υπογεγραμμένα με ψευδώνυμα. Η λαϊκή παράδοση συνέχιζε να υπάρχει και να διαδίδεται, συνέχιζε να λογοκρίνεται και να απαγορεύεται.

Η αναγνώριση του δημιουργού σαν «πνευματικού ιδιοκτήτη» θα γίνει αργότερα, και σε σαφή διάκριση από τα προνόμια των τυπογράφων. Η αναγνώριση αυτή έχει να κάνει με την θέση της φιγούρας του «καλλιτέχνη» απ’ τον 18ο αιώνα και μετά. Ο πρώτος ολοκληρωμένος σχετικός νόμος εμφανίζεται το 1709. Αναγνωρίζει το δημιουργό / συγγραφέα σαν τον «αποκλειστικό δικαιούχο» για να τυπώνει τα έργα του. Θα χρειαστεί ωστόσο να περάσει σχεδόν ένας αιώνας ακόμα, και να γίνει μια επανάσταση, για να διαμορφωθεί με μεγάλη συνοχή η νομική σχέση δημιουργού / πνευματικού έργου. Η πλήρης νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας σχεδιάζεται κατά την γαλλική επανάσταση και διακηρύσσει το «ιερό, νόμιμο και αναφαίρετο» δικαίωμα της «φιλολογικής και καλλιτεχνικής δημιουργίας». Σ’ αυτή τη βάση θα θεσμοθετηθούν δύο πολύ βασικά για τη μετέπειτα εξέλιξη δικαιώματα, της «δημόσιας εκτέλεσης» και το «αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής». Με απλά λόγια, το πρώτο αφορά το πώς-πού-πότε κλπ θα παίζονται (ή θα εκδίδονται) τα έργα δημόσια και το δεύτερο το πώς θα «πολλαπλασιάζονται». Από αυτό το ιστορικό σημείο και μετά, με ξεκαθαρισμένη κάπως την έννοια της «πνευματικής ιδιοκτησίας» και τους πρώτους νόμους να προστατεύουν κυρίως τους δημιουργούς, αρχίζουν οι πρώτες συμβάσεις και ξεκινάει και η πρώτη προσπάθεια να θεσμοθετηθεί «διεθνώς» «η προστασία του δημιουργού», μέσω διάφορων διακρατικών συμφωνιών. Αυτές οι συμφωνίες είχαν σχέση κυρίως με την κυκλοφορία των έργων και των επιρροών  (των επιρροών αυτών που έχουν μείνει γνωστές σαν «ρεύματα», από τη μουσική μέχρι τη φιλοσοφία), και είχαν άμεση σχέση με τις οικονομικοπολιτικές σχέσεις που υπήρχαν ήδη ή διαμορφώνονταν απ’ τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά.

Η πνευματική ιδιοκτησία ωστόσο δε θα βρει συμπαγής νομικές και υλικές διακυβεύσεις σε σχέση με το αντικείμενό της παρά από τον 20ο αιώνα και μετά, με την ανάπτυξη των τεχνολογικών μέσων. Είναι στη διάρκεια του 20ου αιώνα που οι λέξεις κλειδιά «εκτέλεση» και «αναπαραγωγή» θα αρχίσουν να αποκτούν σάρκα και οστά με ευκολία και ρυθμούς πολύ γρηγορότερους. Είναι σε αυτό το σημείο που η «προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας» ξεκινά μια μεγάλη προσπάθεια να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές εξελίξεις για την παραγωγή και την αναπαραγωγή, χωρίς όμως να αμφισβητεί πολύ τη βάση της, διατηρώντας δηλαδή τους τρόπους να ελέγχει, με κλασσικούς όρους καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Η ανακάλυψη και η διάδοση της φωτογραφίας δημιούργησε κυρίως προβλήματα λογοκρισίας, ζητήματα δηλαδή σχετικά με το περιεχόμενο. Κι αυτό επειδή το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, πριν οι φωτογραφικές μηχανές και η χρήση τους γίνουν προσιτές απ’ τον καθένα, ήταν πολύ δύσκολο να αντιγραφεί οποιαδήποτε φωτογραφία. Για πολλά χρόνια όσοι επαγγελματίες χρειάζονταν φωτογραφίες (από δημοσιογράφους μέχρι συγγραφείς και εκδότες) έψαχναν αρχεία και βιβλιοθήκες, και έφτιαχναν αντίτυπα ή και αρνητικά. Ο θεσμός στον οποίο απευθύνονταν για να κάνουν κάτι τέτοιο, συνήθιζε να χρεώνει κάποιο ποσό για «μη ακαδημαϊκές»-«εμπορευματικές χρήσεις» καθώς και για τα αντίτυπα, και δε δινόταν ιδιαίτερη προσοχή περαιτέρω στο ποιά ήταν αυτή η μελλοντική χρήση. Πολύ αργότερα ο νόμος του copyright στις ΗΠΑ θα προσπαθήσει ουσιαστικά να παγώσει τα φωτογραφικά αρχεία σε μία συγκεκριμένη χρονιά και να τα «κάνει δημόσια» μέχρι εκείνη. Η πρώτη χρονιά που θα παγώσει είναι το 1923.

Η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας αρχίζει να τα βρίσκει πραγματικά σκούρα με τη διάδοση των μέσων κινηματογράφησης και ηχογράφησης, και όταν ο καλλιτέχνης έχει πια αναγνωριστεί σαν ιδιοκτήτης-δικαιούχος. Μία τεράστια και πολύ κερδοφόρα αγορά ανοίγεται για τον κινηματογράφο και τη μουσική. Λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν ένα συγκεκριμένο μέσο αναπαραγωγής γίνει εξαιρετικά φτηνό και προσιτό στον καθένα, η δυνατότητα αναπαραγωγής της μουσικής θα αρχίσει να βγαίνει εκτός ελέγχου. Η περίοδος αυτή ξεκινάει με την εμφάνιση της άγραφης κασέτας.

Στη μουσική η κατοχύρωση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ξεκινάει φυσικά πολύ πριν, όταν εμφανίζεται ο φωνογράφος. Ο δίσκος είναι πολύ ακριβός και έχει σημασία η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του καλλιτέχνη (και της εταιρίας) πάνω στην πρώτη εκτέλεση. Δε μπορεί ο καθένας να τραγουδάει ό,τι θέλει, όπου θέλει, γιατί για να βγει ένα τραγούδι στην αγορά κοστίζει πολύ – συνεπώς υπάρχει «επένδυση κεφαλαίου», και όλα τα υπόλοιπα.

Εδώ χρειάζεται μία σημαντική παρένθεση. Το 1961 η σύμβαση της Ρώμης θεσπίζει τα «συγγενικά δικαιώματα», που είναι τομή για την πνευματική ιδιοκτησία. Όπως φαίνεται και από την ονομασία τους, τα συγγενικά δικαιώματα «ανοίγουν» την πνευματική ιδιοκτησία στους παραγωγούς και στα μμε, αρχικά στους παραγωγούς φωνογραφημάτων και τους ραδιοτηλεοπτικούς παραγωγούς. Με τα «συγγενικά δικαιώματα» μπαίνουν νομικά στο παιχνίδι της πνευματικής ιδιοκτησίας οι επιχειρηματίες, που είναι έτοιμοι και διατεθειμένοι να εκμεταλλευτούν ορισμένα εμπορικά είδη δημιουργίας σε επίπεδο βιομηχανίας. Ο χαρακτήρας των «συγγενικών δικαιωμάτων» είναι καθαρά οικονομικός και τεχνικός, και στρώνει το έδαφος για αυτό που θα ακολουθήσει μετέπειτα. Το να έχουν δηλαδή δικαιώματα αναπαραγωγής και μεταποίησης ενός έργου οι εταιρείες, ισότιμες ή ακόμα και ανώτερες απ’ το δημιουργό. Σ’ αυτή τη βάση οι εταιρείες «πνευματικού εμπορίου» καθορίζουν μια ισχυρή νομική βάση που τους επιτρέπει όχι απλά ένα «καθημερινό εμπόριο», αλλά σχεδιασμούς και επενδύσεις μελλοντικής απόδοσης. Από τους κυνηγούς ταλέντων μέχρι το στήσιμο ολόκληρων μουσικών και κινηματογραφικών αστέρων, χάρη στα «συγγενικά δικαιώματα», η βιομηχανία θα φύγει «απ’ το πλάι» της όποιας πνευματικής / καλλιτεχνικής δημιουργίας και θα μπει μπροστά, επικεφαλής, «ατμομηχανή» της παραγωγής, καθορίζοντας η ίδια (η βιομηχανία) τους όρους των μελλοντικών διανοητικών έργων.

Από την άγραφη κασέτα και μετά (κενό cd – dvd), όταν δηλαδή γίνεται τεχνικά εφικτό να κυκλοφορούν μουσική και ταινίες χωρίς την άδεια της εταιρείας (ή/και των «δημιουργών», που είναι πια υπάλληλοι των εταιρειών), χτίζεται και η έννοια της πειρατείας. Τυπικά αυτή η έννοια είναι απλά παράλογη – όμως οι ιδιοκτήτες και οι έμποροι δεν μπόρεσαν να σκεφτούν κάτι άλλο για να ενοχοποιήσουν τους παραβάτες της νομοθεσίας περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Και είναι παράλογη, επειδή ιστορικά οι πειρατές έκλεβαν – στερούσαν δηλαδή την εμπράγματη ιδιοκτησία απ’ τους «νόμιμους» ιδιοκτήτες τους. Δεν ισχύει καθόλου το ίδιο με την αντιγραφή μουσικής στις παλιές κασέτες ή στους κενούς ψηφιακούς δίσκους. Εκείνο που συμβαίνει είναι ότι περιορίζονται τα κέρδη του «νόμιμου εμπορίου» πνευματικής ή / καλλιτεχνικής δημιουργίας – και, ενδεχομένως, μεγαλώνουν τα κέρδη του «μη νόμιμου εμπορίου» (όχι, πια, εξαιτίας του internet).

Το να ηθικολογούν οι προστάτες της «πνευματικής ιδιοκτησίας» περί «κλοπής» χωρίς να λένε τι ακριβώς είναι που κλέβεται, θα αδυνάτιζε πολύ τα επιχειρήματά τους. Αν έλεγαν ανοικτά «τα κέρδη» μας, δεν θα εύρισκαν εύκολα συμπαραστάτες. Συνεπώς επιστρατεύεται ο δημιουργός, ο καλλιτέχνης, σε ένα θλιβερό ρόλο. Του «κακόμοιρου», που επίσης «χάνει» (δηλαδή του κλέβουν…) κάτι …  Η πνευματική παραγωγή σε συνθήκες ώριμου καπιταλισμού έχει πέσει πολύ χαμηλά, και οι δημιουργοί εκτός απ’ το να πουλάνε τους εαυτούς τους, καλούνται τώρα να γίνουν και προπαγανδιστές φτηνών επιχειρημάτων. Επιχειρημάτων που δεν θα τα χρησιμοποιούσε ούτε μια βιομηχανία παπουτσιών εάν πολλοί έκλεβαν απ’ τα εμπορικά τα εμπορεύματά της: δείτε λοιπόν, εάν κλέβετε απ’ το εμπόριο, πεινάνε οι υπάλληλοί μας…

Τα βασικά στηρίγματα της πνευματικής ιδιοκτησίας

Είδαμε λοιπόν, πως η ιδέα της πνευματικής ιδιοκτησίας και οι πρώτοι νόμοι για την προστασία της μετράνε περίπου τριακόσια χρόνια. Αναλογιζόμενοι την έκταση που έχει σήμερα το θέμα αυτό, ήρθε η ώρα να δούμε λίγο πιο αναλυτικά τα επιχειρήματα-μύθους, που έχουν καλλιεργηθεί στο δημόσιο λόγο, και πάνω στα οποία στηρίχτηκαν διαχρονικά οι νομοθεσίες περί πνευματικών δικαιωμάτων.

Ξεκινώντας αυτή τη δουλειά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από τις απαρχές του ο θεσμός της πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν καταδικασμένος να υποπέσει σε αντιφάσεις. Αυτό συνέβαινε επειδή αυτές οι νομοθεσίες θεμελίωσης και προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας ήταν έργα μιας τάξης που έκανε ιερή την ατομική ιδιοκτησία, της αστικής τάξης, που εν προκειμένω έπρεπε να ισορροπήσει μια θεμελιώδη αντινομία του πρωίμου καπιταλιστικού συστήματος. Αυτή που από την μία απαιτούσε την διάδοση της γνώσης (ως προϋπόθεση της παραγωγής), ενώ από την άλλη όφειλε να την ιδιωτικοποιήσει. Η πνευματική ιδιοκτησία, λοιπόν, υποτίθεται ότι γεφυρώνει αυτές τις διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις. Και το πετυχαίνει (ή, για την ακρίβεια, προσπαθεί…) αναγνωρίζοντας τη φιγούρα των διανοούμενων, συγγραφέων, καλλιτεχνών και των ξεχωριστών τους δικαιωμάτων, σχεδόν όπως τους / τα ξέρουμε και σήμερα. Αναγνωρίζοντάς τους δηλαδή σαν κάτι το εξωκοινωνικό, σαν κάποιους που μοιάζει να πρέπει να ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη πλέμπα.

Στη φαρέτρα της αστικής ρητορείας περί πνευματικής ιδιοκτησίας, κυριαρχούν δυο βασικές οικογένειες επιχειρημάτων. Η μία αντλεί τα επιχειρήματα της από το λεγόμενο ηθικό δικαίωμα του δημιουργού. Η δεύτερη είναι διαφορετική, και αφορά το περιουσιακό δικαίωμα – κίνητρο του δημιουργού, που (έχοντας οικονομικά ελατήρια) φροντίζει για την ανάπτυξη και την πρόοδο του πολιτισμού.

Τι είναι το «ηθικό δικαίωμα του δημιουργού»; Η ιδέα προέρχεται απ’ το «φυσικό δίκαιο», που είναι η καταγωγή της αστικής νομοθεσίας, αν και ένας πρόεδρος των ΗΠΑ, κάποτε, τόνισε ότι η «ιδιοκτησία είναι δώρο του κοινωνικού νόμου», και ότι δεν υπάρχει τίποτα το «φυσικό» στην έννοια της ιδιοκτησίας – επί – των – ιδεών και των σκέψεων· αναφερθήκαμε ήδη στον Τζέφερσον. Εν πάσει περιπτώσει με την έννοια «ηθικό δικαίωμα του δημιουργού» εννοείται το ‘ιδιαίτερο ψυχικό δέσιμο’ που έχει ο καθένας με το έργο του, την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο (αρκεί, φυσικά, να μην είναι εργάτης…). Και σε σχέση μ’ αυτόν τον «ιδιαίτερο ψυχικό δεσμό», είναι το κράτος που οφείλει να τον αναγνωρίζει και να τον προστατεύει. Όμως ακόμα κι αν επρόκειτο κανείς να παραδεχτεί πως πράγματι υπάρχει τέτοιος «ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός», ποιούς αφορά; Το μοναχικό καλλιτέχνη ή/και διανοούμενο όπως υποστηρίζει η αστική ιδεολογία; Αυτός και μόνον αυτός έχει «ψυχή»; Για παράδειγμα πόσο μόνος δημιουργός είναι ένας γλύπτης, όταν οι χαμάληδες του μεταφέρουν τα υλικά και γιατί η δικιά του εργασία κρίνεται ανώτερη από αυτή των χαμάληδων; Ένα κτίριο, ανήκει στον αρχιτέκτονα που το σχεδίασε ή και σε αυτούς που το έχτισαν; Ποιού το δέσιμο με το δημιούργημα είναι ισχυρότερο; Γιατί ένας τραγουδιστής – φίρμα έχει «μεγαλύτερο δεσμό» (και άρα πρέπει να ζει καλύτερα  εκμεταλλευόμενος το έργο «του») από τους υπόλοιπους μουσικούς και τον ηχολήπτη; Δεν θυμόμαστε ποτέ κανέναν Φρόιντ να δίνει μισθό σε κανένα από τους ασθενείς – πειραματόζωα – θύματα του (μάλλον το αντίθετο συνέβαινε), παρόλα αυτά το έργο του κρίνεται αρκετά πρωτότυπο και χρίζει την προστασία που παρέχει ο θεσμός της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Εν τέλει από πότε η σύλληψη μιας ιδέας γεννιέται στο απόλυτο κενό, χωρίς επιρροές, χωρίς να βασίζεται στην προϋπάρχουσα γνώση, ώστε να μπορούμε να μιλάμε με όρους πρωτοτυπίας; Και πώς μπορούμε τελικά να μιλάμε για απόλυτα ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας για τα πνευματικά έργα, αναγνωρίζοντας έστω τον «ψυχικό δεσμό», όταν αυτά είναι a priori κοινωνικά προϊόντα;

Είναι σαφές λοιπόν ότι το «ηθικό δικαίωμα», ακόμα κι αν διευρύνθηκε κάπως συν τω χρόνω για να συμπεριλάβει περισσότερους «συντελεστές» ενός έργου, αφήνει πάντα πολύ περισσότερους απ’ έξω, ιεραρχώντας τους στη βάση του καταμερισμό εργασίας. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς για την αστική αναγνώριση του «ψυχικού δεσμού» σαν βάσης της πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι πως πρόκειται για σκόπιμα μεροληπτικό χειρισμό.

Η δεύτερη προσέγγιση που χρησιμοποιείται διαχρονικά για την υπεράσπιση της πνευματικής ιδιοκτησίας είναι η ωφελιμιστική, η οποία δεν έχει ως κέντρο της το δέσιμο δημιουργού και δημιουργήματος, αλλά την προστασία της καινοτομίας από αντιγραφές που «εκμεταλλεύονται ξένο κόπο χωρίς αντάλλαγμα». Στη λογική αυτή, τα πνευματικά έργα προστατεύονται (αυτή τη φορά σαν επένδυση), δίνοντας τα απαραίτητα οικονομικά κίνητρα στους δημιουργούς και επενδυτές, έτσι ώστε να δημιουργήσουν και να διανέμουν / προωθήσουν τον πολιτισμό, ωφελώντας τελικά όλο το κοινωνικό σύνολο.

Δεν μας κάνει εντύπωση πως τη θέση αυτή σπεύδουν να επιβεβαιώσουν διάφορες επιστημονικές μελέτες και στατιστικές: ότι, δηλαδή, πράγματι ο πολιτισμός προοδεύει λόγω αυτού του θεσμού. Εδώ ίσως να ήταν υπερβολικό ή και περιττό να προσπαθήσουμε να πείσουμε για το αντίθετο. Είναι νομίζουμε ξεκάθαρο το πνευματικό επίπεδο της εποχής μας καθώς και η δυνατότητα κριτικής σκέψης. Έτσι κι αλλιώς για εμάς, ο λόγος αλήθειας της επιστημονικής κοινότητας είναι ο λόγος των αφεντικών. Παρ’ όλ’ αυτά, εάν θελήσουμε να δώσουμε μια δικιά μας ερμηνεία, μπορούμε να πούμε ότι, καθώς η περίφραξη και η πρόσβαση – εκμετάλλευση των προϊόντων του πνεύματος νοείται μονάχα από οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα, και εφόσον η ίδια η στιγμή της δημιουργίας διαμεσολαβείται από την κουλτούρα του εμπορεύματος και της κατανάλωσης, τότε αυτή η υποτιθέμενη δημιουργικότητα και η ανάπτυξη του πολιτισμού ακυρώνονται ριζικά. Η δημιουργία χάνει τον κοινωνικό της χαρακτήρα, καθώς οι εταιρίες και τα επενδυτικά συμφέροντα προηγούνται, υπονομεύοντας τελικά την συλλογική νοημοσύνη και φαντασία.

 

Και όπως ακριβώς οι απαγορεύσεις άνοιγαν πάντα το δρόμο στην παραγωγή τοξικότερων προϊόντων, έτσι και η απαγόρευση της θεωρητικής φαντασίας ανοίγει το δρόμο στην πολιτική παραφροσύνη.

(Adorno Horkheimer, Διαλεκτική του διαφωτισμού)

 

Μέσα λοιπόν σε αυτή την πνευματική παραφροσύνη και εντελώς αντίθετα με αυτά που διαπιστώνουν οι (πάντα έγκυρες) επιστημονικές μελέτες, βλέπουμε ότι όποτε υπήρξε μια τεχνολογική έκρηξη που απελευθέρωσε, έστω και προσωρινά, τις τεχνικές της μηχανικής αναπαραγωγής του πνευματικού ή και καλλιτεχνικού έργου, δεν κοινωνικοποιήθηκε μόνο η διανομή και η κυκλοφορία αυτού που προηγούμενα θεωρούνταν ιερό, αλλά αποκαλύφθηκε η ίδια (ξεχασμένη) κοινωνικότητα της παραγωγής. Ενώ τα υπερφυσικά γνωρίσματα που συνδέονταν με τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς στιγμιαία έπαυαν να υπάρχουν, γιατί όλη μπορούσαν να γίνουν καλλιτέχνες και συγγραφείς, στον έναν ή στον άλλο βαθμό.

Σε αυτή την λογική αναγνωρίζουμε ότι με την έλευση του διαδικτύου, η απελευθέρωση των μέσων αναπαραγωγής είναι μεγαλύτερη από ποτέ, ενώ τα αφεντικά μοιάζει να μην είναι ακόμη εντελώς έτοιμα να αντιμετωπίσουν το ντόμινο που έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια. Στη συνέχεια θα δούμε λίγο πιο αναλυτικά το ψηφιακό παράδειγμα.

Η πνευματική ιδιοκτησία στην εποχή της ψηφιακής αναπαραγωγής

Όπως φαίνεται και από την ιστορική αναδρομή που προηγήθηκε, η ιδέα της πνευματικής ιδιοκτησίας επαναπροσδιορίζεται συνεχώς με την εξέλιξη των μέσων αναπαραγωγής και τα ζητήματα που προκύπτουν από αυτήν. Ποτέ όμως στην ιστορία δεν υπήρξε τόσο κομβική αλλαγή στην παραγωγή και στη διάδοση της γνώσης όσο αυτή που ήρθε με την ψηφιακή επανάσταση. Οι δυνατότητες πνευματικής δημιουργίας πολλαπλασιάζονται και επιταχύνονται με τη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, ενώ εμφανίζονται νέα γνωστικά αντικείμενα και επιστημονικοί τομείς που περιστρέφονται γύρω από το καινούργιο αυτό παράδειγμα (σχεδιασμός προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων, ιστοσελίδων κ.τ.λ.). Η γνώση και γενικότερα τα προϊόντα της διανοητικής εργασίας ψηφιοποιούνται· γίνονται πληροφορίες.  Η συνεχής εξέλιξη των δικτύων υπολογιστών, η γέννηση του διαδικτύου και η τεχνική αναβάθμιση των γραμμών (άρα και των ταχυτήτων) από τους παρόχους, κάνουν εφικτή την ανταλλαγή πληροφοριών σε τεράστιες ποσότητες και ελάχιστο χρόνο ανά την υφήλιο. Από την ανταλλαγή mail στην τεχνολογία του rapidshare και στην ανταλλαγή αρχείων peer to peer, μπορεί κανείς να δει μια εξέλιξη, που δίνει τη δυνατότητα μεταφοράς πληροφοριών πρωτοφανούς όγκου και στο μέσο χρήστη του internet.

Οι μεγάλες αυτές αλλαγές της ψηφιακής εποχής που επηρεάζουν καθοριστικά τη διανομή της πληροφορίας, είναι επόμενο να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την άνθιση και της «παράνομης» διακίνησής της. Της διακίνησής της χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, δηλαδή της πειρατείας. Από τη μια μεριά οι πειρατές, παράλληλα με τις εταιρίες που προσπαθούν να προστατέψουν τα προϊόντα τους, εξελίσσονται στο «σπάσιμο» των προγραμμάτων και των DRM ( λογισμικά που χρησιμοποιούνται από εταιρίες για να περιορίσουν την αναπαραγωγή του ψηφιακού περιεχομένου μετά την πώλησή του). Από την άλλη μεριά, η χρήση του γρήγορου internet και των torrents αλλάζει εντελώς το σκηνικό στη διανομή του «παράνομου» υλικού. Τα σπασμένα προγράμματα, παιχνίδια, ταινίες και album μουσικής, δε χρειάζεται πλέον να παραμένουν προσκολλημένα στην υλικότητα των πειρατικών cds και dvds, που διανέμονται στη ζούλα από τα συνοικιακά μικρομάγαζα και τους μικροπωλητές. Πλέον μπορούν να «κατεβαίνουν» μέσα σε λίγες ώρες ή και λεπτά από το διαδίκτυο μέσω των torrents, που ταυτόχρονα επιτρέπουν και την ανακύκλωσή αυτού του υλικού ανάμεσα στους χρήστες σε όλο τον κόσμο. Ή αν πρόκειται για αρχεία σχετικά μικρού μεγέθους (π.χ. βιντεάκια), μπορούν να καταναλώνονται επιτόπου με streaming.

Μέσα σε αυτήν την κατάσταση η πνευματική ιδιοκτησία και αυτοί που κερδίζουν από αυτήν, δέχονται ίσως το μεγαλύτερο πλήγμα στην ιστορία τους. Το νομικό οπλοστάσιο που χρησιμοποιούν για να αντεπιτεθούν είναι πλέον ανεπαρκές, καθώς το φαινόμενο της πειρατείας έχει μαζικοποιηθεί και είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτο. Για κάθε ένα παράνομο site που καταφέρνουν να κλείσουν, φυτρώνουν πέντε. Ταυτόχρονα η πρακτική της καταπάτησης των πνευματικών δικαιωμάτων έχει νομιμοποιηθεί στις συνειδήσεις της πλειοψηφίας των χρηστών, καθώς κοινωνικοποιείται και αφομοιώνεται από αυτούς, ακόμα και με εξαιρετικά δημιουργικούς τρόπους: εικόνες, κείμενα, ήχοι και βίντεο που υπόκεινται σε πνευματικά δικαιώματα, μπορούν να βρεθούν σε αφθονία μέσα στον ωκεανό των blogs, στo youtube  και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συχνά επεξεργασμένα από τους χρήστες και συνδυασμένα μεταξύ τους για την παραγωγή αρκετά ποιοτικών αποτελεσμάτων ( π.χ. ερασιτεχνικό μοντάζ για παραγωγή μικρού μήκους βίντεο στο youtube).

Με ξεκάθαρη την ανάγκη για ανανέωση του νομικού καθεστώτος περί πνευματικής ιδιοκτησίας και υπό τις πιέσεις των κατόχων και διαχειριστών της, τα κράτη θα επιχειρήσουν λοιπόν να περάσουν νόμους σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Ακόμα και με μια πρόχειρη ματιά σε αυτά τα εγχειρήματα, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται για μια προσπάθεια κατανόησης των δομικών αλλαγών που έχουν έρθει ανεπιστρεπτί και μια επαναδιαπραγμάτευση της πνευματικής ιδιοκτησίας μέσα στα νέα δεδομένα. Αλλά για μέτρα που θέλουν να ενισχύσουν την καταστολή απέναντι στο μαζικό πλέον αυτό φαινόμενο, με τους παλιούς παραδοσιακούς τρόπους. Πολλές από αυτές τις προσπάθειες αποτυγχάνουν και απορρίπτονται, καθώς σκοντάφτουν πάνω στα προβλήματα που φέρνει μαζί της η Αλλαγή Παραδείγματος· και στο γεγονός ότι το νέο νομικό σημείο ισορροπίας που αναζητούν, αποτελεί διακύβευμα ενός ενδοταξικού πολέμου (μεταξύ των αφεντικών) που θα δούμε παρακάτω.

Σε ότι αφορά τις νομοθετικές προσπάθειες ενδεικτικά αναφέρουμε:

  • Το νόμο DMCA (Digital Millennium Copyright Act), που πέρασε τον Οκτώβριο του 1998 στις ΗΠΑ και στο μεγαλύτερο μέρος του ασχολείται με την καταπολέμηση του «σπασίματος» πνευματικών έργων που προστατεύονται με DRM. Ένα αρκετά σημαντικό κομμάτι του νόμου αυτού, είναι το Online Copyright Infringement Liability Limitation Act, μια διάταξη που θεσπίζει το λεγόμενο «safe harbor» για τα site που φιλοξενούν περιεχόμενο τρίτων. Σύμφωνα με αυτήν, αν κάποιος ιδιοκτήτης πνευματικών δικαιωμάτων θεωρήσει ότι ένα site φιλοξενεί παράνομο υλικό, οφείλει να ζητήσει από το αυτό να το αφαιρέσει μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Με αυτόν τον τρόπο προστατεύονται τα συγκεκριμένα sites από συνεχείς δικαστικές διενέξεις και εξασφαλίζεται η λειτουργία τους.
  • Τον PIPA (Protect IP Act), σχέδιο νόμου που προτάθηκε το Μάιο του 2011 στις ΗΠΑ και τελικά απορρίφθηκε (και λόγω αντιδράσεων από μεγάλες εταιρείες του internet), που κινείται προς τον περιορισμό της πρόσβασης σε ιστοσελίδες που ασχολούνται με την πώληση παράνομων αγαθών, ειδικά αυτών που βρίσκονται εκτός ΗΠΑ.
  • Το SOPA (Stop Online Piracy Act), σχέδιο νόμου που προτάθηκε από τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ Lamar S. Smith τον Οκτώβριο του 2011 για να επεκτείνει τις δυνατότητες καταπολέμησης της διακίνησης πνευματικών έργων που προστατεύονται από copyright, και παράνομων αγαθών. Σύμφωνα με αυτό, το δικαστήριο μπορεί να μπλοκάρει τη διαφήμιση, τη χρηματοδότηση και την οικονομική συνεργασία με κάθε εταιρεία, σε ιστοσελίδες που βρέθηκαν να παραβιάζουν το ομοσπονδιακό ποινικό δίκαιο περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Επίσης μπορεί να μπλοκάρει τα links προς τις συγκεκριμένες σελίδες από τις μηχανές αναζήτησης και να ζητήσει από τους παρόχους να «κόψουν» την πρόσβαση σε αυτές. Ο νόμος θα επέκτεινε τον υπάρχοντα ποινικό κώδικα για να περιλάβει τη μη εξουσιοδοτημένη μετάδοση πνευματικών έργων από χρήστες, ορίζοντας μέγιστη ποινή φυλάκισης για πέντε χρόνια. Μεγάλες ανησυχίες προέκυψαν για την παράκαμψη του safe harbor που είχε θεσπίσει ο DMCA, καθώς με το SOPA θα μπορούσαν να ποινικοποιηθούν ακόμα και μεγάλες μηχανές αναζήτησης όπως η google, απλά και μόνο για κάποιο link σε κάποια παράνομη ιστοσελίδα, αφού η ευθύνη για το παράνομο περιεχόμενο θα βάραινε πλέον την ίδια τη μηχανή αναζήτησης, ή ένα site που φιλοξενεί ένα μικρό απόσπασμα. Τελικά το νομοσχέδιο δεν πέρασε λόγο αντιδράσεων παρόμοιων με την περίπτωση του PIPA.
  • Την ACTA (Anti-Counterfeiting Trade Agreement), μια πολυεθνική συνθήκη που υπογράφτηκε τον Οκτώβριο του 2011 με στόχο τον καθορισμόδιεθνών προτύπωνγια τηνεπιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας.
  • Παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις, έχουν προταθεί κατά καιρούς και στην Ευρώπη, με κυρώσεις για τη διακίνηση προστατευόμενου υλικού, ακόμα και διακοπή της σύνδεσης στους παραβάτες από τους παρόχους. Ενδεικτικά αναφέρουμε τους: Loi Hadopi 1 και 2 στη Γαλλία, Digital Economy Act 2010 στο Ηνωμένο Βασίλειο και κάποιες παρόμοιες ρυθμίσεις στην Ισπανία.

Τα παραπάνω μέτρα που επιχειρήθηκε να παρθούν και κυρίως τα ACTA, PIPA και SOPA, δέχτηκαν σκληρή κριτική από διάφορες μεριές: παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παραβίαση της ιδιωτικότητας από την παρακολούθηση της IP, αυταρχισμό από μεριάς του κράτους, τεχνικής φύσης προβλήματα με το σύστημα των domain names, χτύπημα στην επιχειρηματικότητα στο internet με το μπλοκάρισμα των διαφημίσεων κ.τ.λ. Και ενώ θα πίστευε κανείς ότι το πιο ισχυρό μέρος των αντιδράσεων θα προέρχονταν από τους χρήστες που επωφελούνται από την πειρατεία, στην πραγματικότητα οι πιο δυναμικοί και αποτελεσματικοί «επαναστάτες» ήταν οι μεγάλοι κολοσσοί του κυβερνοχώρου: Google, Wikipedia, Yahoo, Youtube, Facebook, ebay, Mozilla κ.τ.λ. Και αυτό, γιατί οι συγκεκριμένες εταιρίες, βάσισαν την ανάπτυξη και την κερδοφορία τους σε αυτό το καινούργιο μοντέλο της θάλασσας των πληροφοριών, παράνομων ή όχι· και κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να γίνουν η ΠΥΛΗ για αυτόν το θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Δεν ενδιαφέρονται για την πνευματική ιδιοκτησία, γιατί η κερδοφορία τους δε βασίζεται σε αυτήν, αλλά στην ίδια τη δύναμή τους, που τους εξασφαλίζει διαφημίσεις και χρηματοδότες. Οι παραδοσιακές εταιρίες που κερδίζουν από την πνευματική ιδιοκτησία από την άλλη μεριά (δισκογραφικές, κινηματογραφικά στούντιο, εκδοτικοί οίκοι κ.τ.λ.), προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν την πειρατεία μέσα στο αχανές του διαδικτύου, θέλουν να χρησιμοποιήσουν και τελικά να μεταθέσουν τις ευθύνες σε αυτές τις εταιρείες – πύλες.

Η παραπάνω κατάσταση, μπορεί να φανεί καθαρά στις διατάξεις του SOPA που είναι και η πιο ολοκληρωμένη νομική απόπειρα μέχρι σήμερα. Κατανοώντας την αδυναμία του νομικού συστήματος να περιορίσει την πειρατεία που είναι ήδη πλατιά κοινωνικοποιημένη, μεταθέτει την ευθύνη εντοπισμού των παράνομων αρχείων σε sites που φιλοξενούν ακόμα και μέρος πειρατικού υλικού, μηχανές αναζήτησης που οδηγούν σε πειρατικό υλικό, σελίδες που φιλοξενούν υλικό χρηστών, ακόμα και σελίδες που έχουν απλά links, μέσω της ακύρωσης του safe harbor. Και με τις ευθύνες αυτές, έρχονται και οι αντίστοιχες κυρώσεις που αφορούν το μπλοκάρισμα της χρηματοδότησης – κερδοφορίας τους μέσω διαφημίσεων και συνεργασιών. Αν ο νόμος είχε περάσει, ενδέχεται πολλά μεγάλα sites που φιλοξενούν υλικό χρηστών να απειλούνταν με κλείσιμο (π.χ. το flickr). Η Zynga Game Network, δημιουργός των παιχνιδιών του Facebook Texas Holdem Poker και Farmville, έγραψε στους υποστηρικτές τέτοιων νομοσχεδίων, τονίζοντας τις ανησυχίες της σχετικά με την επίδραση της παράκαμψης του safe harbor «που ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της τεχνολογίας των ΗΠΑ, της ανάπτυξης του κλάδου και της επιτυχίας », και ότι η αντίθεσή της στο νομοσχέδιο, οφείλεται στις επιπτώσεις της «στην καινοτομία και το δυναμισμό».

Βλέποντας λοιπόν κανείς αυτήν την κατάσταση, μπορεί να μιλήσει για έναν πόλεμο μέσα στο στρατόπεδο των αφεντικών, ανάμεσα στις εταιρίες του παλιού παραδείγματος, που κερδίζουν από τους φραγμούς της πνευματικής ιδιοκτησίας και αυτές του καινούργιου που αναπτύσσονται και κερδοφορούν από τις φαινομενικά αδέσποτες σχέσεις του internet. Πρόκειται για τη σύγκρουση ανάμεσα σε αυτούς που προσπαθούν μάλλον μάταια να επεκτείνουν τους φράχτες του παλιού κόσμου που δέχονται ανελέητη επίθεση από την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού και αυτούς που σπεύδουν να γίνουν οι κόμβοι – οι κυρίαρχοι διαχειριστές της νέας πολύτιμης πρώτης ύλης της ψηφιακής εποχής, της πληροφορίας, απολαμβάνοντας και τα ανάλογα κέρδη. Στο φόντο αυτού του πολέμου βρίσκονται και οι φιλικά προσκείμενοι στους πειρατές χρήστες, που συνεχίζουν να καρπώνονται τα οφέλη της «ψηφιακής ανταρσίας» και να εντείνουν μια κατάσταση, που ενώ παρουσιάζεται ως νομικό πρόβλημα , στην ουσία της αποτελεί το σημείο ισορροπίας ενός τεράστιου ανταγωνισμού.

Μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, το copyright μπαίνει για πρώτη φορά τόσο κεντρικά στο δημόσιο διάλογο. Θεωρητικοί και νομικοί γράφουν για τα νέα ζητήματα που φέρνει μαζί της η ψηφιακή εποχή και ανάμεσα στα άκρα των υποστηρικτών των κρατικών νόμων και των υποστηρικτών της πειρατείας, θα εμφανιστούν καινούργιες απόψεις που ζητούν επαναπροσδιορισμό της πνευματικής ιδιοκτησίας στη βάση των νέων δεδομένων. Έτσι θα δούμε να αναπτύσσεται η κουλτούρα του ελεύθερου λογισμικού των linuxάδων στη σφαίρα της παραγωγής ψηφιακών έργων, που δημιουργούν προγράμματα και εφαρμογές ανοιχτές ως προς τη χρήση αλλά και ως προς την τροποποίηση του περιεχομένου τους. Παράλληλα έχουμε  τη δημιουργία νέων αδειών χρήσης πιο ανοιχτών και προσαρμοσμένων στη νέα εποχή, που θέλουν να αντικαταστήσουν το copyright. Οι άδειες αυτές, κινούνται προς την κατεύθυνση της διασφάλισης στους κατόχους των προγραμμάτων των τεσσάρων δικαιωμάτων, που στην κοινότητα του ελεύθερου λογισμικού είναι γνωστά και ως Τέσσερις Ελευθερίες:

  • να τρέξουν ένα πρόγραμμα για οποιοδήποτε λόγο·
  • να μελετήσουν τη λειτουργία ενός προγράμματος και να το τροποποιήσουν·
  • να διανείμουν αντίγραφα του προγράμματος έτσι ώστε να βοηθήσουν άλλους·
  • να βελτιώσουν το πρόγραμμα και να προσφέρουν τις βελτιώσεις στο κοινό, έτσι ώστε να ωφεληθεί ολόκληρη η κοινότητα.

Τέτοιες άδειες είναι το copyleft, η γενική άδεια δημόσιας χρήσης glu (που είναι πιθανόν η πιο δημοφιλής άδεια χρήσης ελεύθερου λογισμικού), ενώ σταθερά έδαφος κερδίζουν οι άδειες creative commons. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε και καθεστωτικές φωνές που ζητούν την νομιμοποίηση της διάδοσης όλων των πνευματικών έργων (μέσω peer to peer), με αντιστάθμισμα κάποιο μικρό χρηματικό αντάλλαγμα προς τους δημιουργούς, που θα μπορούσε να εισπράττεται από τους παρόχους. Τον Ιανουάριο του 2008, επτά μέλη του Σουηδικού κοινοβουλίου από το «μετριοπαθές κόμμα» (μέρος του κυβερνητικού συνασπισμού), δημοσίευσε ένα άρθρο σε μια σουηδική εφημερίδα, κάνοντας έκκληση για την πλήρη αποποινικοποίηση της ανταλλαγής αρχείων.  Έγραψαν ότι «η αποποινικοποίηση της μη εμπορικής ανταλλαγής αρχείων και ο εξαναγκασμός της αγοράς να την αποδεχτεί, δεν είναι μόνο η καλύτερη λύση. Είναι η μόνη λύση, αν δε θέλουμε έναν ολοένα και πιο εκτεταμένο έλεγχο του τι κάνουν οι πολίτες στο διαδίκτυο.»

 Επίλογος: η γοητεία του cyberπειρατή

Ο κυβερνο-πειρατής είναι μια φιγούρα που γεννήθηκε απ’ την τεχνική ευκολία του να διαρρηγνύονται τα “θησαυροφυλάκια” της πνευματικής παραγωγής, εξαιτίας της ψηφιοποίησής τους. Πριν από 100 χρόνια, για παράδειγμα, δεν θα είχε νόημα να διαρρήξει κανείς μια μεγάλη βιβλιοθήκη και να μοιράσει το περιεχόμενό της στον κόσμο: κάμποσοι (αλλά όχι οι πάντες!) θα έπαιρναν το πολύ ένα αντίτυπο, κάποιου βιβλίου, στην τύχη. Πριν 100 χρόνια όποιος θα ήθελε να διαφωτίσει τον κόσμο, να τον κάνει μέτοχο της πνευματικής δημιουργίας άλλων, θα έπρεπε να τον εκπαιδεύσει, και να παράξει ο ίδιος σε πολλά αντίτυπα ιδέες και σκέψεις, δικές του ή άλλων. Αντίθετα ο κυβερνοπειρατής είναι κάτι πολύ κοντινό στη φιγούρα ενός μάγου “Ρομπέν των Δασών”: κλέβει μεν για λογαριασμό άλλων (που δεν τους γνωρίζει καν), αλλά αυτά που κλέβει μπορούν να μοιραστούν σε απεριόριστη ποσότητα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Κι αυτό είναι ένα κατόρθωμα, ένα πάρεργο, της ψηφιακής τεχνολογίας και της ευκολίας αναπαραγωγής (και άρα κυκλοφορίας, διανομής) των πάντων που είναι “αρχεία”.

Ο κυβερνοπειρατής είναι λοιπόν κοινωνικός από διάφορες απόψεις. Κατ’ αρχήν επειδή λειτουργεί de facto σαν ενδιάμεσος στο να μεγαλώσει η εξοικείωση όλο και περισσότερων με τα “νέα μέσα” και την ψηφιακή αναπαραγωγή. Ύστερα επειδή δρα σαν ενδιάμεσος στη δωρεάν διανομή “αγαθών” που έχουν κηρυχθεί επίσημα, απ’ την ίδια την καπιταλιστική ανάπτυξη, εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες, σαν εμπορεύματα – πρώτης – γραμμής. Επιπλέον, επειδή δρα σαν “ανώνυμος / απρόσωπος”, μια κατάσταση που τα ίδια τα “νέα μέσα” έχουν προωθήσει στην κορυφή της κοινωνικής ηθικής που τους αντιστοιχεί.

Το τελευταίο χαρακτηριστικό του κυβερνοπειρατή, που τον τοποθετεί σε μια αμφίσημη θέση σε σχέση με την κυρίαρχη (αν και όχι κοινωνικά) επιδίωξη καινούργιων (αυστηρών) ορισμών περί “πνευματικής ιδιοκτησίας”, είναι ότι κινείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας, της διανομής, της κατανάλωσης και όχι στην σφαίρα της παραγωγής. Η κυβερνοπειρατεία αμφισβητεί την εμπορική (: κερδοφόρα) περίφραξη της κυκλοφορίας των διανοητικών και πολιτιστικών “αγαθών” (ή/και εμπορευμάτων) στον κυβερνοχώρο και στις ψηφιακές μηχανές – δεν αμφισβητεί όμως τις κυρίαρχες ιδεολογίες για την “παραγωγή” αυτών των “αγαθών”/εμπορευμάτων. Ο “κομμουνισμός” της κυβερνοπειρατείας, εάν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο, περιορίζεται στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, στα μετά – την – παραγωγή.

Θεωρούσε ωστόσο ότι το προηγούμενο “στάδιο”, το στάδιο της ίδιας της “δημιουργίας”, δεν πρέπει να αφεθεί στα χέρια ρητορικών περί “μοναχικού” διανοούμενου ή καλλιτέχνη. Η διανοητική παραγωγή είναι, και ήταν πάντα, κοινωνική παραγωγή· το Άτομο – Διανοούμενος ή το Άτομο – Καλλιτέχνης, η έννοια δηλαδή της “μοναδικότητας” του δημιουργού, έγινε σημαία της αστικής ιδεολογίας για προφανείς λόγους. Αλλά αυτή η ιδέα ήταν και είναι ξένη προς την διανοητική παραγωγή που ονομάζεται συλλήβδην “παράδοση”, όπου τα άτομα μνημονεύονται μεν αλλά μέσα στο περίγραμμα του κοινωνικού τους περιβάλλοντος.

Η διανοητική παραγωγή είναι ακόμα πιο έντονα κοινωνική σήμερα, εξαιτίας – ακριβώς – των ψηφιακών τεχνολογιών και της εύκολης διάδοσης οποιουδήποτε είδους ηλεκτρονικών αρχείων. Θα άξιζε λοιπόν απ’ αυτήν την αφετηρία να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, και να βαθύνει γινόμενη ουσιαστικότερη, η θεωρητική και πρακτική κριτική στην “πνευματική ιδιοκτησία”.

 

Συνέλευση του game over, Παρασκευή 12 Οκτώβρη 2012

 

(Η συνέλευση του game over θεωρεί ότι τα πιο πάνω είναι μια πρώτη προσέγγιση, και σε καμία περίπτωση η πλήρης ανάλυση του ζητήματος της πνευματικής ιδιοκτησίας. Σκοπεύει το επόμενο διάστημα να ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα, ώστε να καταλήξει στην δημοσιοποίηση μιας ολοκληρωμένης άποψης, θεωρώντας ότι έτσι θα δημιουργηθεί μια βάση για κινηματικές δράσεις ενάντια στην πνευματική ιδιοκτησία σε όλο το εύρος της.

Όσοι, όσες ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στην επεξεργασία του θέματος, ας απευθυνθούν στα μέλη της συνέλευσης του game over).

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>