“Ο καθόλου τυχαίος θάνατος ενός εκπαιδευτικού συστήματος”

Προβλήματα…

Η κατακόρυφη αύξηση των διδάκτρων στα πανεπιστήμια της Αγγλίας, η φιλολογία περί διδάκτρων που (θα μπουν ή) δε θα μπουν στα ελληνικά δημόσια ιδρύματα, οι καταργήσεις και οι συγχωνεύσεις τμημάτων, οι κατά καιρούς «αλλαγές» (προτάσεις – νομοσχέδια)  των διαφόρων υπουργών παιδείας, το άσυλο, η κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων, σηματοδοτούν μια σειρά από αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες. Είτε περνούν απαρατήρητα είτε όχι, είτε εφαρμόζονται είτε όχι, πρόκειται για μια σειρά από μέτρα που προσπαθούν να παρουσιάσουν κράτη και αφεντικά σαν «λύσεις» στα προβλήματα της εκπαίδευσης ή σε ό, τι θέλουν να παρουσιάσουν σαν «προβλήματα», αποκρύπτοντας το βασικότερο όλων: το εκπαιδευτικό σύστημα, τουλάχιστον έτσι όπως το ξέραμε μέχρι τώρα, μαζικό «δημόσιο» και «δωρεάν», τα έχει φάει τα ψωμιά του σε όλες του τις βαθμίδες, σε όλο τον πρώτο κόσμο. Το πτώμα του αρχίζει και βρωμάει καθώς γίνεται καραμέλα στο στόμα των ειδικών, οι οποίοι προσπαθούν να εντοπίσουν τις αιτίες και να προτείνουν περισσότερο, παρά να εφαρμόσουν τεχνικές ανάνηψης. Μια σειρά από «αλλαγές» και προτάσεις των διαχωρισμένων «ειδικών» του συστήματος τεκμηριώνουν αυτήν την παρακμή.

Η φάκα

Τα συμπτώματα όπως και οι διαγνώσεις αλλά και η κάθε φορά ενδεδειγμένη θεραπεία δίνουν και παίρνουν ανάλογα με το τι θα γίνει πιο εύκολα πιστευτό σε κάθε κράτος, ποιες είναι οι αρνήσεις των από κάτω που πρέπει να στομωθούν και ποια η ψυχοδιανοητική τους κατάσταση που πρέπει να ερεθιστεί έτσι ώστε να έχει τα ανάλογα αποτελέσματα προς όφελος των κυρίαρχων. «Τα παιδιά μας δεν ξέρουν να γράφουν και να μιλάνε!», «η τριτοβάθμια πρέπει να αναδιαρθρωθεί για να είναι βιώσιμη!», «δεν πάει άλλο με τους αιώνιους!», «πρέπει να γίνουμε ανταγωνιστικοί!», «πρέπει να γίνει κάτι με το άσυλο!», «άλλο οι σπουδές και άλλο η επαγγελματική κατάρτιση!», «δια βίου εκπαίδευση!», «οι βανδαλισμοί μας ρίχνουν έξω οικονομικά!», «το ισχύον εκπαιδευτικό σύστημα δε σέβεται την ατομικότητα και τη διαφορετικότητα του κάθε μαθητή!» . Όλες αυτές οι επί μέρους φωνές / συνθήματα  εναντίον του μαζικού εκπαιδευτικού συστήματος που εκφράζονται τις τελευταίες δεκαετίες από διάφορες μεριές, δεν αποτελούν καθόλου μοναδικό ελληνικό φαινόμενο· παρ’ όλες τις διαφοροποιήσεις τους από χώρα σε χώρα εκφράζουν το ίδιο δομικό πρόβλημα του εκπαιδευτικού συστήματος. Έτσι πχ, έξω δεν έχουμε λόγο για «άσυλο» και «ταραξίες» (τα έχουν λύσει καιρό αυτά τα «προβλήματα»), αλλά έχουμε περισσότερο για «αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος», για «αναλφαβητισμό» , για δίδακτρα και για την «ενδοσχολική βία (bullying)» μεταξύ των μαθητών. Ποιος θα το φανταζόταν, πέρα από τα φανερά συντηρητικά, κάποια από τα επιχειρήματα αυτά είναι κλεμμένα και από τον αντιαυταρχικό λόγο των ίδιων των προλετάριων απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα κατά τις δεκαετίες ’60 – ‘70, διαχωρισμένα πλέον από το σύνολο των ριζοσπαστικών αρνήσεων και οραμάτων εκείνων των δεκαετιών και ανασυντεθειμένα με τον τρόπο που ορίζει το κεφάλαιο.

Αυτές οι εξηγήσεις και οι ερμηνείες των ειδικών δεν μπορεί παρά να είναι ιδεολογικές και σαν τέτοιες να απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Δείχνουν τις επιμέρους  εκφάνσεις της παρακμής σαν την αιτία, μπλέκουν τα αίτια με τα αποτελέσματα με μοναδικό σκοπό να αποπροσανατολίσουν από τον πραγματικό λόγο της χρεωκοπίας του εκπαιδευτικού συστήματος. Με τον τρόπο αυτό η κάθε φορά διαχείριση της εκπαιδευτικής κρίσης που ονομάζεται «εκπαιδευτική αναδιάρθρωση», γίνεται αντιληπτή στη χειρότερη ως κάτι που αφορά μόνο την εκπαιδευτική βαθμίδα (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια ή τριτοβάθμια) του κάθε ενδιαφερόμενου και στην καλύτερη με το κράτος στο οποίο αυτός ζει και την εκπαιδευτική πολιτική που αυτό υποτίθεται ότι (δεν) εφαρμόζει. Οι προσεγγίσεις αυτές όμως, είναι εξίσου κοντόφθαλμες και αποπροσανατολιστικές, αν δε λαμβάνουν υπόψη τους τις ευρύτερες αλλαγές του καπιταλισμού τις ανάγκες του οποίου κλήθηκε να εξυπηρετήσει το σύστημα της διδασκαλίας και μάλιστα σε όλες του τις βαθμίδες και σε ολόκληρο τον πρώτο κόσμο.

The wall

Η επικράτηση της φορντικής συνθήκης, της αλυσίδας παραγωγής και της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας σα μια προϋπόθεση για την πρωτοκοσμική ανάπτυξη και ευημερία στις αρχές του 20ου αιώνα, οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου τρόπου εκπαίδευσης των εργατών. Στην οργάνωση του μαζικού εργοστασίου αντιστοιχούσε η μαζική φυλακή, το μαζικό νοσοκομείο, το μαζικό σχολείο. Έπρεπε λοιπόν να φτιαχτούν, να σχεδιαστούν όλες οι πτυχές της επιβίωσης, τούβλο –  τούβλο να χτιστεί ο τοίχος, έτσι ώστε να μη γίνει το αναπόφευκτο, να μη μπουκώσει αυτή η μαζική παραγωγή. Για να σταθούμε στην εκπαίδευση λοιπόν, έπρεπε να εξυπηρετείται η ανάγκη που δημιουργήθηκε πλέον για την παραγωγή και την ταξινόμηση πειθαρχημένου εργατικού δυναμικού. Έπρεπε να κάνει το διαχωρισμό ειδικευμένων – ανειδίκευτων, να εφοδιάζει την παραγωγή με τον απαραίτητο αριθμό ειδικευμένων μάνατζερ,  μεσαίων στελεχών και διευθυντών και να διαμορφώνει την πλειονότητα των υπόλοιπων μελλοντικά εργατών ώστε να είναι πειθήνιοι και  αρκετά μπολιασμένοι με την ηθική της εργασίας (δηλαδή την ηθική που τα αφεντικά ήθελαν και θέλουν να έχουν οι εργάτες τους) και όχι την εργατική ηθική (δηλαδή την ηθική των εργατών οργανωμένων σαν τάξη για τον εαυτό της).

Χαρακτηριστικά της μηχανής

Συνεπώς το εκπαιδευτικό σύστημα θα έπρεπε να είναι μαζικό, να αφορά δηλαδή το σύνολο των παιδιών ενός έθνους – κράτους και όχι μια ελίτ. Έπρεπε να σπάει οποιουσδήποτε δεσμούς, τοπικιστικούς, συγγενικούς ή δεσμούς βασισμένους στην τέχνη / τεχνική με σκοπό την υπεξαίρεση των κοινωνικών δεξιοτήτων και γνώσεων που προέρχονταν από την εμπειρία και συμμετοχή στη ζωή της κοινότητας και τη χρησιμοποίησή της προς όφελος της ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης. Έπρεπε ακόμα να είναι αυστηρά σχεδιασμένα και προγραμματισμένα τα ωράρια, και το πρόγραμμα διδασκαλίας, έτσι ώστε να υιοθετηθεί το ρητό «ο χρόνος είναι χρήμα»,  να προετοιμαστούν οι μελλοντικοί εργάτες για την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής και το χωρισμό του χρόνου τους σε «ελεύθερο» και μη. Η γνώση που παρεχόταν έπρεπε να περιορίζεται στην πνευματική δραστηριότητα, να απομακρύνει κάθε σωματική συμμετοχή και συναίσθημα. Στη θέση της χαώδους εμπειρικής μάθησης μπήκε η αλυσιδωτή / σειριακή διάταξη των γνώσεων, το πέρασμα από τις θεωρούμενες «απλούστερες» σαν προαπαιτούμενο για τη μύηση, στις θεωρούμενες «συνθετότερες». Το πέρασμα από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη απαιτούσε την επικύρωση των γνώσεων μέσα από μια σειρά εξετάσεων και αξιολογήσεων των ατομικών δεξιοτήτων του κάθε μαθητή, μέσω της οποίας υποτίθεται θα γινόταν και το απαραίτητο ξεσκαρτάρισμα και ο διαχωρισμός σε αυτούς που προωθούνταν για ανώτερα ή μεσαία στελέχη και σε όσους θα γίνονταν ανειδίκευτοι ή θα διάλεγαν μια ειδικότητα, ενώ θα προωθούνταν και ο ανταγωνισμός και ο ατομισμός μεταξύ των συμμαθητών.

Μια καλολαδωμένη μηχανή;

Παρόλο που λογικά θα έπρεπε να λειτουργήσει όλη αυτή η καλολαδωμένη και σχεδιασμένη μηχανή, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 άρχισε να σκορτσάρει. Το κίνημα των μαύρων, των ομοφυλόφιλων, των σπουδαστών, το αντιιμπεριαλιστικό και το εργατίστικο κίνημα, μαζί με τις υποκουλτούρες που το κάθε ένα ανέπτυξε, οδήγησε στα όριά της τη σχεδιασμένη, μαζική οργάνωση της κοινωνίας. Οι αρνήσεις μιας σειράς υποκειμένων σε όλες τις πτυχές του «κοινωνικού εργοστασίου» και η αμφισβήτηση στις σχέσεις που αυτό αναπαρήγαγε, αλλά και η τελική αποτυχία των αρνήσεων αυτών να ανατρέψουν τον καπιταλισμό ήταν η κινητήρια δύναμη για την απάντηση των αφεντικών. Χωρίς να σταθούμε εδώ θα λέγαμε πως αν πρέπει να είμαστε περήφανοι για το ότι οι αλλαγές των αφεντικών ήταν αποτέλεσμα της εκδήλωσης της δικής μας αρνητικότητας σαν τάξης, το ίδιο περήφανα θα έπρεπε να νοιώθουν τα αφεντικά καθώς όχι μόνο αποσόβησαν τις παραπάνω αρνήσεις, αλλά και κατάφεραν τελικά αυτές να δουλέψουν υπέρ τους και να δώσουν νέα πνοή στο κεφάλαιο.

Μέσα σε όλο αυτό το γενικότερο κλίμα της αμφισβήτησης των δεκαετιών του ’60 με ’70, δε θα μπορούσαν να λείπουν και οι αντίστοιχες αρνήσεις στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος όπως αυτές εκδηλώθηκαν τόσο απ’ τη μεριά των εκπαιδευόμενων, (μαθητές, φοιτητές) όσο και από αυτή των εκπαιδευτών (δασκάλους, καθηγητές). Αρνήσεις που αφορούσαν το σύνολο των λειτουργιών του, πχ. τον γραφειοκρατικό τρόπο οργάνωσης, τον τρόπο και τα περιεχόμενα της μάθησης καθώς και τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετούσε (αυτά, τα βασικά για τότε, είναι ψιλά γράμματα σήμερα για τους διάφορους «αντικαπιταλιστές» και «αντισυστημικούς» της εκπαίδευσης).

Το φάντασμα

Παρόλα αυτά δεν ήταν οι παραπάνω αρνήσεις που οδήγησαν το μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα σε παρακμή. Η ήττα των κινημάτων αυτών άνοιξε το δρόμο για την οργάνωση της εργασίας με μεγαλύτερη ένταση και πολύ σημαντικό ρόλο σ’ αυτό διαδραμάτισε η αλματώδης εξέλιξη των νέων τεχνολογιών του θεάματος και η χρησιμοποίησή τους από τα αφεντικά. Εφόσον, όπως αναφέραμε στην αρχή, η εμφάνιση της συγκεκριμένης  μορφής του συστήματος διδασκαλίας γνωστού και ως «δημόσιο – δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα» ανταποκρινόταν στις συγκεκριμένες ανάγκες της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας την εποχή εκείνη, είναι απόλυτα λογικό το εξής: απ’ τη στιγμή που εδώ και τρείς δεκαετίες αναδιαρθρώνεται η οργάνωση της εργασίας, το εκπαιδευτικό σύστημα να μην καλύπτει τις νέες καπιταλιστικές ανάγκες και να είναι άχρηστο. Να παράγει δηλαδή εργάτες και ειδικευόμενους για επαγγέλματα και ειδικεύσεις που έχουν αλλάξει εντελώς ή που έχουν εξαλειφθεί, καθώς εκτελούνται από μηχανές.

Περιγραφή συμπτωμάτων

Με λίγα λόγια έχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξυπηρετεί  μια μορφή καπιταλιστικής παραγωγής που δεν υφίσταται πλέον και που συνεχώς αλλάζει προσπαθώντας να παγιωθεί σε κάτι νέο. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με ένα εκπαιδευτικό σύστημα φάντασμα που δεν εξυπηρετεί τίποτα πλέον, σαν απομεινάρι ενός παλιού κόσμου που όμως μετασχηματίζεται. Κάπως έτσι εξηγούνται κάποια παγκόσμια συμπτώματα της χρεοκοπίας του εκπαιδευτικού συστήματος σε όλο τον πρώτο κόσμο. Για παράδειγμα οι εκροές του (δηλαδή οι κάθε λογής απόφοιτοι) δεν απορροφούνται από την αγορά εργασίας. Εντωμεταξύ, πολλές θέσεις εργασίας που χρειάζονταν κάποιον με εξειδικευμένες γνώσεις έχουν εξαφανιστεί καθώς εκτελούνται από τις νέες μηχανές, πολλές νέες ειδικότητες έχουν δημιουργηθεί και δημιουργούνται από την ευρεία χρήση των μηχανών αυτών και πολλές από τις παλιές έχουν χάσει την αξία και το κύρος τους καθώς αρκετές από τις αρμοδιότητές τους έχουν μηχανοποιηθεί.

Διάγνωση του προβλήματος

Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να πιστεύουμε πως η επικράτηση των νέων τεχνολογιών και πιο συγκεκριμένα της πληροφορικής, που εκτός της παραγωγής έχουν μεσολαβήσει σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, από την επικοινωνία μέχρι τη διασκέδαση, δεν μπορεί να έχει αφήσει ανεπηρέαστη την εκπαίδευση. Εδώ και δεκαετίες, παράλληλα με το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα, παρατηρείται μια ραγδαία και επεκτεινόμενη μαθητεία στα νέα ηλεκτρονικά μέσα, τα οποία και εξελίσσονται συνεχώς και τα οποία φαίνεται πως σταδιακά αντικαθιστούν τις λειτουργίες του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος, καθιστώντας το άχρηστο και μη λειτουργικό. Τη στιγμή λοιπόν που το εκπαιδευτικό σύστημα πνέει τα λοίσθια, οι λειτουργίες που αυτό υποτίθεται ότι έπρεπε να καλύπτει ώστε να είναι χρήσιμο, έχουν αρχίσει εδώ και δεκαετίες να ικανοποιούνται πιο άμεσα και πιο οικονομικά από την καθημερινή χρήση των νέων τεχνολογιών.

Γνωσιολογικά

Γνωσιολογικά λοιπόν, η είσοδος των νέων τεχνολογιών της πληροφορικής έχει αναπόφευκτα επηρεάσει τα τι και τα πώς της εκπαίδευσης. Αναπόφευκτα, η χρήση και η εδώ και δεκαετίες εξέλιξη τεχνικών όπως ο αυτοματισμός και η ρομποτική στην παραγωγή, έχουν αλλάξει τα προσόντα και το είδος των γνώσεων που θεωρούνται απ’ τα αφεντικά απαραίτητα για τους εργάτες. Τα περιεχόμενα της εκπαίδευσης λοιπόν δεν μπορούν να είναι τα ίδια. Εντάξει, θα μπορούσε να πει κάποιος, εάν το πρόβλημα για το κράτος και το κεφάλαιο είναι μόνο αυτό, μένει να αλλάξει το πρόγραμμα των μαθημάτων και τα περιεχόμενα των βιβλίων. Πληροφορική λοιπόν αντί ή παράλληλα με τα μαθηματικά και word απ’ τη πρώτη δημοτικού; Δεν είναι τόσο απλό. Η αλήθεια είναι πως η ευρεία διάδοση και χρήση των υπολογιστών και η εξοικείωση με τα νέα media από πολύ μικρή ηλικία έχει καταστήσει άχρηστη, περιττή και χρονοβόρα τη διδασκαλία τους στο σχολείο. Εξάλλου η πρώτη επαφή με τα νέα τεχνολογικά μέσα γίνεται σε πολύ μικρή ηλικία και κάθε προσπάθεια ένταξής τους στην εκπαιδευτική λειτουργία (διαδραστικοί πίνακες και υπολογιστές στα σχολεία) γίνεται μόνο και μόνο για τη δημιουργία εντυπώσεων.

Και όσο αφορά τα περιεχόμενα της εκπαίδευσης, το θέμα δεν είναι ότι το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να ενσωματώσει στη διδασκαλία του τη χρήση των νέων μηχανών. Το βασικότερο είναι πως τα ίδια τα νέα πληροφοριακά μέσα έχουν καταστήσει άχρηστες πολλές από τις γνώσεις και τα περιεχόμενα του εκπαιδευτικού συστήματος ενσωματώνοντάς τα στη λειτουργία τους. Για παράδειγμα από τις απλές μέχρι τις σύνθετες μαθηματικές πράξεις δεν απαιτείται πλέον χαρτί και μολύβι, δηλαδή αναλυτική και επαγωγική σκέψη. Τα προγράμματα (software) των υπολογιστών έχουν ενσωματώσει αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, ένα πρόγραμμα μπορεί να λύσει σε πολύ σύντομο χρόνο από απλές προσθέσεις και αφαιρέσεις μέχρι εξισώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με προγράμματα γραφής όπου μέσω του ορθογραφικού ελέγχου γίνεται αυτόματος έλεγχος και διόρθωση ενός κειμένου ή μέσω άλλων προγραμμάτων γίνεται αυτόματη μετατροπή της φωνής του χειριστή σε κείμενο ορθογραφημένο. Συνεπώς, τόσο η σταδιακή (απ’ τα απλά στα σύνθετα) και κοπιαστική εκμάθηση των μαθηματικών όσο και των κανόνων της γραμματικής και του συντακτικού, καθίστανται περιττές αφού και κάποιος που θα μπορούσε να θεωρηθεί αγράμματος μπορεί να τα καταφέρει γνωρίζοντας μόνο τα βασικά, δηλαδή ποιο σύμβολο αντιστοιχεί με ποιο πλήκτρο του υπολογιστή και ποιες πράξεις θα χρειαστεί να πραγματοποιήσει.

Επεκτείνοντας αυτό  το συλλογισμό, θα λέγαμε ότι πλέον ακόμα και σύνθετες εργασίες που απαιτούσαν πολύπλοκες σκέψεις έχουν μηχανοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και ένας χειριστής ενός προγράμματος μπορεί να τις πραγματοποιήσει εισάγοντας απλώς δεδομένα σε μια υπολογιστική μηχανή. Για παράδειγμα η δουλειά του πολιτικού μηχανικού ή του χειρούργου μπορεί να γίνει και από έναν χειριστή ενός σχεδιαστικού ή ρομποτικού προγράμματος. Μετατρέποντας έτσι τον άλλοτε επιστήμονα που είχε φάει τα χρόνια του στα θρανία, σε ειδικευμένο χειριστή προγραμμάτων για τον οποίο απαιτείται λιγότερος χρόνος και χρήμα για την εκπαίδευσή του. Και αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως το παραδοσιακό και βραδυκίνητο για τα σημερινά δεδομένα εκπαιδευτικό σύστημα ήταν βασισμένο στην απομνημόνευση. Ολόκληρη η εκπαιδευτική διαδικασία από τη γραμματική και το συντακτικό μέχρι τα μαθηματικά, τη φυσική, τη χημεία, τη γεωγραφία ή την ιστορία, στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην εκμάθηση μέσω της συνεχούς επανάληψης. Ήταν όλα αυτά, οι διάφοροι κανόνες, τα αξιώματα, οι τύποι, οι φυσικοί νόμοι, οι γεωγραφικές πληροφορίες και οι διάφορες χρονολογίες με τα ιστορικά γεγονότα που θεωρούνταν σημαντικά, που έπρεπε να απομνημονευτούν ώστε να χρησιμοποιηθούν για την επίλυση των διαφόρων συνθετότερων προβλημάτων. Και ήταν την επιτυχημένη απομνημόνευση όλων των παραπάνω που οι συνεχείς εξετάσεις ήθελαν να τσεκάρουν και στην τελική να προκαλέσουν. Τη στιγμή λοιπόν που στη «μνήμη» ενός υπολογιστή ή μιας βάσης δεδομένων ή του διαδικτύου, βρίσκονται όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα και συνθετότερα, τότε είναι εύκολο ο οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά από οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, αρκεί να διαθέτει πρόσβαση σε μια φορητή ή μη συσκευή. Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι γνώση και που και οι μηχανές έχουν μνήμη, ο χειριστής, αντί να απομνημονεύει το μόνο που πρέπει να ξέρει είναι ο τρόπος που θα ψάξει να βρει τις πληροφορίες που του χρειάζονται.

Επιπλέον, θα λέγαμε ότι με την τεχνολογική εξέλιξη ακόμα και η φυσική παρουσία του διδάσκοντα τείνει να παραγκωνιστεί. Η εκμάθηση μέσω οπτικοακουστικών μέσων ή μέσω ηλεκτρονικών παιχνιδιών είναι τόσο διαδεδομένη κοινωνικά και ταυτόχρονα τόσο κομματιασμένη και μηχανοποιημένη σα διδασκαλία που μετατρέπεται ουσιαστικά σε ατομική υπόθεση. Τέλος, δεν είναι απαραίτητη η σταδιακή, σχεδιασμένη απόκτηση γνώσεων και το πέρασμα από τις πιο απλές στις συνθετότερες. Αυτή η διαδικασία γίνεται παίζοντας με τις μηχανές, τα προγράμματα και τις δυνατότητές τους με ένα τρόπο που προσομοιάζει στη βιωματική μάθηση, που κατάγεται από πολύ παλιά, χωρίς όμως να εμπεριέχει το ίδιο το βίωμα.

Ιδεολογικά

Μια ακόμα από τις λειτουργίες του μαζικού εκπαιδευτικού συστήματος, η ιδεολογική, αυτή δηλαδή που είχε να κάνει με την αποδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας, γίνεται πλέον πολύ πιο ολοκληρωμένα και εύκολα από τα νέα μέσα του θεάματος. Η προσπάθεια που γινόταν, ιδίως στα πρώτα χρόνια της παγίωσης του μοντέλου έθνος – κράτος, για την υιοθέτηση από τους υπηκόους της προτεραιότητας μιας εθνικής συνείδησης σε βάρος οποιασδήποτε άλλης (πχ. τοπικιστικής) αλλά κυρίως σε βάρος της ταξικής, πέρασε αρχικά από πολύ βία, αιματοχυσίες, σφαγές, εθνοκαθάρσεις και διωγμούς. Στη συνέχεια και κάπου παράλληλα, αφού το επίσημο κράτος είχε ξεμπλέξει με τους μεγαλύτερους σε ηλικία αμφισβητίες του, έπρεπε να τιθασεύσει τους ανήλικους. Έπρεπε να τους αποκόψει από την κοινότητα και την οικογένεια και καθηλώνοντάς τους με τη βία, υποχρεωτικά, να τους μάθει πως έχουν όλοι κοινή γλώσσα, κοινή πατρίδα και κοινά συμφέροντα μεταξύ τους αλλά και με τα αφεντικά τους.

Πλέον, αρχικά η τηλεόραση και ύστερα το διαδίκτυο, απάλλαξε το εκπαιδευτικό σύστημα και από αυτό το ρόλο. Όχι μόνο από το μονοπώλιο αλλά και από την πρωτοκαθεδρία στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Μαθαίνοντας από τα τρωτά του σημεία που οδήγησαν στην έκρηξη των επιθυμητικών εξεγέρσεων των δεκαετιών ’60 με ’70, το κεφάλαιο βρήκε στα νέα media αυτό που έψαχνε, μια ευελιξία στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αφομοιώνοντας τις διεκδικήσεις και τους αγώνες των κινημάτων των δεκαετιών εκείνων, έγινε σαφές πως χρειαζόταν μια πιο ελαστική ιδεολογική θωράκιση που να ανταποκρίνεται στο καταναλωτικό πνεύμα της εποχής: την κινητικότητα της αγοράς. Να αλλάζεις και να καταναλώνεις συνεχώς, ακόμα και ταυτότητες, μην έχοντας ουσιαστικά καμιά πέρα από αυτή του καταναλωτή. Μπορούσε και έπρεπε πια να υπάρχει πλουραλισμός συνειδήσεων και ταυτοτήτων, lifestyle, θρησκευτικών, οπαδικών, υποκουλτούρας, εθνικών, πολιτιστικών που να συνυπάρχουν και που ακόμα και αν φαινομενικά αντιμάχονταν, ουσιαστικά εξυπηρετούσαν όλες μαζί την κυρίαρχη ιδεολογία της κατανάλωσης. Μέσα στον «πλουραλισμό» τους αυτές οι κατηγορίες ήταν/είναι όλες αποχρώσεις της ιδεολογίας του μικροαστισμού και ήταν ανεκτές και επιτρεπτές αρκεί να εμπόδιζαν την ανάδυση μιας, της εργατικής συνείδησης. Όλα αυτά μάλιστα χωρίς τη βία και τον καταναγκασμό των σχολικών ιδρυμάτων, αλλά εθελούσια και με την ευχαρίστηση των νέων μέσων.

Πειθαρχικά

Απόλυτα εναρμονισμένη με τα παραπάνω είναι η στροφή από την αυστηρή, χρονοβόρα και βίαιη όπως την περιγράψαμε προηγουμένως εκπαιδευτική διαδικασία του σχολείου, στην εθελοντική και ευχάριστη εκπαίδευση μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Για ένα παιδί που πηγαίνει πρώτη φορά στο σχολείο, χρειάζεται πολλή προσπάθεια από την πλευρά του και πολλές απαγορεύσεις και καταναγκασμοί από την πλευρά των εκπαιδευτών και της οικογένειάς του, ώστε να μάθει πρώτα απ’ όλα να πειθαρχεί το σώμα και το μυαλό του στη διαδικασία της εκπαίδευσης. Να μένει για ώρες καθιστό, αποκομμένο από τα εξωτερικά ερεθίσματα, με επικεντρωμένη την προσοχή του σε ένα συγκεκριμένο πνευματικό έργο.

Σήμερα, τα παιδιά περνούν ώρες καθισμένα μπροστά σε μια οθόνη, με επικεντρωμένη την προσοχή τους σε αυτό που βλέπουν, αρκεί να είναι εν – τυπωσιακό.  Είτε με βίντεο είτε με ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα παιδιά αρχίζουν να εκπαιδεύονται χαζεύοντας ή παίζοντας μπροστά από μια οθόνη και στις δεξιότητες που τα ανάλογα προγράμματα έχουν ενσωματώσει , πολύ πριν πάνε σχολείο. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που είναι οι γονείς και οι καθηγητές αυτοί που τώρα προσπαθούν να παρακινήσουν τα παιδιά να σηκωθούν απ’ την καρέκλα.

Πίσω από τις «λύσεις»

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως το σύνολο των λειτουργιών του εκπαιδευτικού συστήματος είναι άχρηστο και πως εδώ και δεκαετίες όχι απλά είναι εφικτή, αλλά ήδη γίνεται, πολύ πιο άμεσα, σύντομα και με λιγότερο κόστος για τα αφεντικά, η εκπαίδευση μέσω των πληροφοριακών μηχανών. Ενώ λοιπόν συμβαίνουν όλα αυτά, οι διάφοροι ειδικοί του συστήματος πετάνε το μπαλάκι αλλού. Κάνουν λόγω για όλα αυτά που αναφέραμε στην αρχή και μιλούν για την ανάγκη εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης. Και οι εκπαιδευτές με τους εκπαιδευόμενους και τους γονείς τους τρέχουν να το πιάσουν, αντιδρώντας στα κάθε φορά «νέα μέτρα» με ένα τέτοιο τρόπο που τελικά να στηρίζουν και να εξιδανικεύουν το παλιό εκπαιδευτικό σύστημα, λες και δεν είχε ασκηθεί τόσο εύστοχη κριτική στη μορφή, τα περιεχόμενα και τις λειτουργίες του τις δεκαετίες ’60 με ’70. Έτσι χειραγωγούνται και αποπροσανατολίζονται από τις ανακοινώσεις της κάθε φορά κυβέρνησης.

Γιατί ακόμα και με ένα φουλ ιδιωτικοποιημένο εκπαιδευτικό σύστημα που να στηρίζεται στα περιεχόμενα, τη μορφή και τη διαδικασία του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος, όπου απλώς οι μαθητευόμενοι αργόσχολοι θα πληρώνουν δίδακτρα, θα ισχύει η ίδια αναντιστοιχία ανάμεσα στην εκπαίδευση και την αγορά εργασίας. Για ποιό λόγο, κράτος και αφεντικά να περιμένουν το πέρασμα από τη δωδεκάχρονη βασική εκπαίδευση ενός ατόμου και στη συνέχεια την περεταίρω εξειδίκευσή του για ακόμα τέσσερα ή περισσότερα χρόνια, τη στιγμή που μπορεί να βρουν κάποιον που να έχει μάθει για παράδειγμα προγραμματισμό σε πολύ λιγότερα χρόνια, απλώς πειραματιζόμενος μόνος του ή τη στιγμή που μπορούν να εκπαιδεύσουν δυο χρόνια κάποιον να χειρίζεται το πρόγραμμα που θα του είναι απαραίτητο και με κάθε αναβάθμισή του απλώς αυτός να κάνει και από ένα σεμινάριο;

Και εάν κάποιοι επιμένουν να θέλουν να μαθαίνουν με τον παλιό τρόπο, γνωρίζοντας πως θα μείνουν άνεργοι, γιατί να πληρώνουν κράτος και αφεντικά για κάτι που εδώ και δεκαετίες δεν τους τροφοδοτεί με νέα και εκσυγχρονισμένα εργατικά στελέχη; Αν απ’ την άλλη είναι τόσο ρομαντικοί, φετιχιστές, εραστές των παλιών ρετρό τρόπων και εμπορευμάτων ή απλώς βιτσιόζοι μπορούν να πληρώνουν αυτοί και οι οικογένειές τους για την εκπαίδευσή τους με το παλιό μοντέλο. Να που όχι μόνο θα ξεφορτωθούν το περιττό του βάρος, αλλά που μπορούν να βγάλουν και κέρδος από την παρακμή του. Στην ουσία το μόνο που θέλουν κράτος και αφεντικά πίσω από τις διακηρύξεις τους για δήθεν εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και εναρμονισμό της με την αγορά εργασίας (μιας αγοράς εργασίας που ακόμα όμως δεν έχει παγιωθεί και αυτό είναι άλλη μια απόδειξη ότι ψεύδονται) είναι η μετακύληση του κόστους του μαζικού εκπαιδευτικού συστήματος σους idiot(ε)s. Ένα αίτημα κρύβεται πίσω από τις διάφορες φανφάρες: «Γιατί να πληρώνουμε για κάτι που δε μας χρησιμεύει πλέον καπιταλιστικά; Ο λογαριασμός στον επόμενο παρακαλώ και ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα».

Μια υπέροχη ευκαιρία

Και θα έπρεπε εμείς να είμαστε λυπημένοι για αυτή την αναντιστοιχία του εκπαιδευτικού συστήματος με τις καπιταλιστικές ανάγκες; Κάθε άλλο. Θα έπρεπε να πετάμε απ’ τη χαρά μας; Ίσως, εάν η συνειδητοποίηση της κατάστασης από την πλευρά εκπαιδευόμενων και εκπαιδευτών ήταν αυτή που έπρεπε να ήταν εδώ και καιρό, εάν μετά τη σύγχρονη κριτική ήταν έτοιμα να αρχίσουν τα  μπρα ντε φερ με τα αφεντικά ακόμα και για το τι είδους εκπαίδευση θα θέλαμε να έχουμε, εάν η γιαγιά μου είχε ρόδες… Όμως με δεδομένης της κατάστασης τα αφεντικά φαίνεται πως έχουν και το καρπούζι και το μαχαίρι.

Όντως η ευκαιρία είναι σημαντική. Αυτή η ρήξη στη συνέχεια και στη σχέση εκπαίδευσης – αγοράς εργασίας, ξύνει λίγο το σοβά από το συμπαγή τοίχο της ιδεολογίας αφήνοντας να φανεί πως τόσον καιρό τα μαθήματα, οι εξετάσεις, οι σχολικές αίθουσες, τα καλοπληρωμένα επαγγέλματα και οι ειδικότητες δεν είχαν αξία καθαυτά. Πως όπως δεν υπήρχαν από πάντα έτσι δε θα έμεναν και για πάντα. Πως υπήρχαν μόνο όσο εξυπηρετούσαν την καπιταλιστική παραγωγή και πως όποιος είχε επενδύσει μόνο σ’ αυτά βάρεσε κανόνι, φαλίρισε συναισθηματικά και διανοητικά πρώτα. Και τώρα απαλλαγμένος από τα βαρίδια και τις ελπίδες των άλλων ή τις δικές του, αν το θέλει πραγματικά, μπορεί να δει ξεκάθαρα και απέξω το μηχανισμό τον οποίο, επειδή ήταν γρανάζι του προηγουμένως, δεν μπορούσε να αντιληφθεί.

Αυτό που πρέπει πλέον να γίνει είναι πριν ακόμα αυτή η ασυνέχεια επιλυθεί, πριν κατασκευαστεί το νέο εκπαιδευτικό μοντέλο που θα αντιστοιχεί στις νέες σχέσεις παραγωγής, να ξεκινήσει η απαραίτητη και σε βάθος κριτική των περιεχομένων που ήδη φαίνεται πως θα έχει. Και αυτό όχι για να υπερασπίσουμε μια επιστροφή στο προηγούμενο μοντέλο, στο οποίο οι προηγούμενες γενιές άσκησαν μια τόσο στοχευμένη κριτική. Απ’ την άλλη δε γίνεται να κοιτάμε στο μέλλον χωρίς να έχουμε γερές βάσεις, χωρίς να κρατήσουμε ό,τι από το προηγούμενο μοντέλο θεωρούμε χρήσιμο για μια έλλογη κριτική, από τις σχέσεις που είχαν κατακτηθεί από τα κάτω και τις υποδομές, μέχρι τις γνώσεις που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της κριτικής σκέψης. Έτσι, τώρα που τίποτα δεν έχει παγιωθεί ακόμα και μέσα από την ανάπτυξη της σύγχρονη κριτικής μας,  θα μπορέσουμε να βγούμε στο προσκήνιο και να θέσουμε έγκαιρα, ξανά, από την αρχή και με νέους όρους το ζήτημα της εκπαίδευσης. Το πώς, με ποια περιεχόμενα, από ποιους και για ποιους. Και αυτά χωρίς να περιμένουμε να κάνουν αυτοί την πρώτη κίνηση ξαναμπετονάροντας τις συνειδήσεις.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>