Επαναφορά

Μείνε λίγο ακόμα μαζί μου.
Μην κοιμηθείς ακόμα.
Κι εγώ θα σου δώσω δυο τζούρες απ’ το τσιγάρο μου.
Ακόμα δεν έχει ξημερώσει.
Και δε θέλω να κλείσω τα μάτια μου.
Γιατί ποιος ξέρει πότε θα σε ξαναδώ.
Και έχω να σου πω…
Για το πως ήρθα μέχρι εδώ.
Ήταν χειμώνας, από τους πιο βαρείς.
Απ’ αυτούς που λες ότι δε θα τελειώσουν.
Κρύο μέσα κι έξω.
Τα πανωφόρια κρέμονταν στους μαζεμένους προς τα μέσα ώμους μου.
Ανήμπορα και άχρηστα.
Κάποιες φορές με βάραιναν αφόρητα.
Άνοιγα απότομα τους ώμους και τα άφηνα να πέσουν στο πάτωμα.
Και τότε οι ώμοι μαζεύονταν περισσότερο, αντανακλαστικά, για να αντέξουν το ψύχος.
Μέσα κι έξω.
Έχωνα το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα.
Για να το προφυλάξω.
Κάλυπτα τα αφτιά μου.
Μα έτσι το μόνο που κατάφερνα να ακούσω ήταν οι κραυγές μου.
Κραύγαζα για αλλαγή εποχής.


Σε τέτοιες εποχές πάντα σκέφτομαι τον άστεγο.
Τη διπλή του υπόσταση.
Η μία σχεδόν αξεπέραστη.
Για την άλλη μπορώ να σου πω.
Πως κάποια στιγμή τα δέντρα κουράζονται να μαζεύουν πάγο.
Κουβαλάνε γονιμότητα.
Κι αυτή θεριεύει μέρα τη μέρα.
Ανυπομονεί να γίνει καρπός.
Λένε πως οι ρίζες τους επικοινωνούν εκεί κάτω.
Στέλνουν σήματα.
Υπόγεια.
Συνωστισμένα, οργισμένα σήματα.
Αφηγούνται κοινά βιώματα.
Μοιράζονται πόθους.
Σχεδιάζουν τη βίαιη εκδίωξη του χειμώνα.
Εξεγείρονται.
Άνοιξη.


Τα πανωφόρια μπήκαν στο πατάρι.
Κι εγώ νιώθω τόσο ελαφριά.
Επιτέλους γυμνή.
Τα αφτιά μου ακάλυπτα.
Τώρα σε ακούω.
Σας ακούω.
Ρουφάω λέξεις.
Αρπάζω νοήματα και τα μετασχηματίζω σε σχέσεις.
Μαζί θα επιδιώξουμε τη γύμνια και την έκθεση.
Για να τους δώσουμε άλλη μορφή.
Δικιά μας.


Ξημέρωσε τελικά.
Τα πατζούρια μάζεψαν νερό και στάζουν.
Τα μάτια μου με το ζόρι κρατιούνται ανοιχτά.
Κι εσύ δεν είπες λέξη.
Μα με άκουσες.
Εις το επανειδείν.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *