η φυσική ως ιδεολογία

Η φυσική δεν είναι απλά επιστήμη. Είναι η επιστήμη των επιστημών, η Πρότυπη Επιστήμη, πάνω στα μοτίβα της οποίας έχουν στηθεί (ή προσπαθούν να στηθούν) όλες οι υπόλοιπες γνωσιολογίες, για να θεωρούνται κι αυτές “επιστήμες”. Το μοντέλο “παρατήρηση” και “πείραμα – απόδειξη ή διάψευση” έχει προωθηθεί σαν το πιο ακλόνητο τεκμήριο του ότι η φυσική επιστήμη είναι ξένη προς ιδέες και απόψεις που λειτουργούν σαν προκαταλήψεις, και ότι (αντίθετα) είναι αυστηρά προσηλωμένη στο αντικείμενό της (τον υλικό κόσμο), ο οποίος, μέσω της σιωπηλής συμμετοχής του στα όποια πειράματα, καθοδηγεί με ασφάλεια την γνώση.

Φυσικά, τα πιο πάνω, λειτουργούν στις πρώτες (εκπαιδευτικές) φάσεις που κάποιος / κάποια μαθαίνει τους “νόμους” της φυσικής. Η ίδια η έννοια του “νόμου” είναι επιλεγμένη έτσι ώστε να παραπέμπει σε ακλόνητη αλήθεια. Δεν πρόκειται για ανθρώπινους νόμους, για νόμους που ψηφίζονται από κοινοβούλια ή θεσπίζονται αυθαίρετα από βασιλιάδες ή δικτάτορες. Πρόκειται για “νόμους της φύσης”, δηλαδή για κάτι ενδογενές στον φυσικό κόσμο, στην ύλη ή στους γαλαξίες, κάτι πέρα απ’ τις ανθρώπινες προθέσεις. Όμως, στα μεσαία και ακόμα πιο έντονα στα ανώτερα κλιμάκια της φυσικής, εκεί που η λέξη (και ρευστή έννοια) φιλοσοφία δεν θεωρείται καθόλου ξένη ή ασύμβατη με την φυσική, οι ειδικοί γνωρίζουν ότι η επιστήμη των επιστημών κάθε άλλο από απαλλαγμένη είναι από ιδεολογίες, προκαταλήψεις, ιστορικά προσδιορισμένες πεποιθήσεις, ταπεινά συμφέροντα και όλα τα άλλα που κάνουν τις συνηθισμένες “αλήθειες” να μοιάζουν αφόρητα σχετικές. Εξάλλου, υπάρχει ένας άλλος επιστημονικός κλάδος, η επιστημολογία, που εξετάζει ακριβώς αυτό: την κάθε άλλο παρά αυστηρή και “υπερανθρώπινη” συγκρότηση των αληθειών και των μεθοδολογιών της φυσικής. Παρότι στον μέσο πιστό του θετικισμού μοιάζει ενοχλητικό, η φυσική είναι γεμάτη ιδεολογία – αν και όχι υποχρεωτικά τις τρέχουσες ιδεολογίες καθημερινής χρήσης.

Αξίζει να γυρίσουμε πολύ πίσω, στα βασικά. Κάποιος φιλόσοφος (ας τονιστεί η λέξη “φιλόσοφος») απ’ τα Άβδηρα της θράκης, ονόματι Δημόκριτος, διατυπώνει κάπου 4 αιώνες π.Χ., μια καινοφανή θεωρία. “Η ύλη”, λέει ο Δημόκριτος, “απαρτίζεται από ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” – κι αυτές τις “ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες” ο Δημόκριτος τις ονόμασε άτομα. Αιώνες μετά, η επιστήμη των επιστημών, αποτίοντας φόρο τιμής στον Δημόκριτο (απ’ τις ιδέες του οποίου κατάγεται ιστορικά, αν και με τεράστια χρονικά κενά), εξακολουθεί να ονομάζει “άτομα” κάποιες ελάχιστες ποσότητες ύλης• αν και έχει καταφέρει να τις διασπάσει σε ακόμα μικρότερες, και ακόμα μικρότερες….

Όμως υπάρχει ένα βασικό ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν ο Δημόκριτος να διατυπώνει, το 400 π.Χ., μια ατομική θεωρία για την ύλη; Αν αυτή τη θεωρία τη συνδυάσει κανείς με κάποια εποπτικά όργανα (ας πούμε μικροσκόπια) ώστε να της προσδώσει το κύρος της “παρατήρησης” και, άρα, της “αντικειμενικής αλήθειας”, θα κάνει τραγικό λάθος. Ο Δημόκριτος, βέβαια, δεν είχε παρατηρήσει τα άτομα• όμως, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς κανένας δεν τα έχει παρατηρήσει, ποτέ! Τα άτομα “δεν φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού”, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκονται εκτός του παρατηρησιακού φάσματος.
Όμως, αφού ο Δημόκριτος δεν είδε ποτέ άτομα σαν ελάχιστες αδιάσπαστες ποσότητες ύλης, γιατί μίλησε με τέτοια σιγουριά για την ύπαρξή τους; Μήπως ήταν ένας τρελός, γοητευτικός ίσως στην εποχή του, αλλά σίγουρα αλλοπαρμένος; Και τέτοιος θα μπορούσε να θεωρηθεί… Το σίγουρο είναι ότι ο Δημόκριτος (ένας άνθρωπος πολυταξιδεμένος στην εποχή του, μια εποχή κάθε άλλο παρά εύκολη για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων: αίγυπτο, περσία, βαβυλώντα, αιθιοπία, ινδία… • ένας άνθρωπος επίσης με πολύπλευρα ενδιαφέροντα: μαθηματικά, γεωμετρία, μουσική, γλωσσολογία, τέχνη του πολέμου, κοσμολογία, βιολογία, γεωλογία, γεωγραφία, ηθική, λογική, αισθητική, ιστορία, αστρονομία…) μετέφερε στην συγκρότηση της ύλης αυτό που του φαινόταν το ιδανικότερο πολίτευμα: την δημοκρατία της πόλης / κράτος, την οποία εξάλλου έζησε. Όπως η πόλις είναι ένα όλο με ξεχωριστές μορφολογικές ή άλλες ιδιότητες, που όμως έχει σαν έσχατο και αδιαίρετο συστατικό τον πολίτη / άτομο (: ά-τομο: δεν τέμνεται…), έτσι και η ύλη (σκέφτηκε ο Δημόκριτος) μπορεί να έχει διάφορες μορφές, όμως τελικά συνίσταται από ένα σύνολο έσχατων σε μέγεθος και αδιαίρετων συστατικών, που είναι τα άτομα.

Ασφαλώς, στην καθημερινή γλώσσα, ξέρουμε καλά αυτήν την διπλή έννοια της λέξης “άτομο”, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται. “Άτομο” είναι ο καθένας μας (αν και όχι μη τεμνόμενο…)• “άτομο” είναι επίσης ένα βασικό στοιχείο της ύλης, αν και όχι το έσχατο. Για τον Δημόκριτο, στην διατύπωση μιας θεωρίας για την φύση, η οποία δεν μπορούσε μεν να αποδειχθεί, αλλά δεν χρειαζόταν κιόλας, μιας και ήταν φιλοσοφική, δεν υπήρχε καμία αντίφαση μεταξύ του ατόμου – πολίτη / βασικού συστατικού της πόλεως και του ατόμου – ελάχιστης ύλης / βασικού συστατικού του κόσμου.

Ωστόσο, η μεταφορά της πολιτικής πραγματικότητας μιας ορισμένης εποχής σε μια θεωρία για την φύση, παρά την τόλμη του Δημόκριτου, δεν συνιστά καθόλου αυτό που θα ονόμαζε κανείς “ακλόνητη αλήθεια”. Είναι μια γοητευτική περιπέτεια της σκέψης – αυτό είναι βέβαιο. Αλλά σαν τέτοια, δεν θα έπρεπε να “ζυγίζει” περισσότερο από άλλες γοητευτικές περιπέτειες της σκέψης, που δεν διεκδικούν την αλήθεια της “επιστήμης”.

Ο Δημόκριτος, παρότι μνημονεύεται σαν πηγή έμπνευσης και πατέρας της σύγχρονης φυσικής, είναι πολύ παλιός – έτσι ώστε η ουσιαστικά ιδεο-λογική σκέψη του να μπορεί να θεωρηθεί σαν “παιδική αρρώστια” της επιστήμης των επιστημών. Ο Ισαάκ Νεύτων είναι επίσης παλιός, αλλά όχι τόσο. O Νεύτωνας, με το Philosophia Naturalis Principia Mathematica που δημοσίευσε το 1687, καθόρισε την φυσική των επόμενων τριών αιώνων. Δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ένας “αρχετυπικός φυσικός”, ένας “αρχετυπικός επιστήμονας”. Ο Νεύτωνας υποστήριξε πολλά, όμως δεν είχαν όλα λογική συνοχή, και αρκετά ήταν αδύνατο ακόμα και να αποδειχθούν – εάν υποθέτουμε ότι πράγματι η απόδειξη είναι ο φύλακας της φυσικής σαν επιστήμης. Για παράδειγμα, διατύπωσε μια θεωρία για τα χρώματα. Σύμφωνα μ’ αυτήν, το φως αποτελείται από ακτίνες μικρής διατομής και διαφορετικού συντελεστή διάθλασης, που μπορούν να διαχωριστούν, να ξαναενωθούν, να διαθλαστούν, χωρίς όμως να αλλάζει η εσωτερική τους συγκρότηση. Αλλά αυτή η “φυσική ερμηνεία” ήταν προβληματική στον λογικό έλεγχο, όπως παρατηρεί ο Paul Feyerabend στο “Ενάντια στην Μέθοδο”:

… Αν σκεφτούμε όμως ότι η επιφάνεια ενός κατόπτρου είναι πολύ ανώμαλη σε σχέση με την διατομή των ακτίνων [του φωτός], η θεωρία φαίνεται ασυνεπής προς το γεγονός της ύπαρξης κατοπτρικών ειδώλων (που τη δεχόταν κι ο Newton). Πράγματι, αν το φως αποτελείται από ακτίνες, το κάτοπτρο πρέπει να συμπεριφέρεται σαν μια ανώμαλη επιφάνεια, δηλαδή θα ‘πρεπε να φαίνεται σε μας σαν ένας τοίχος. Ο Newton διατήρησε τη θεωρία του εξαφανίζοντας τη δυσκολία με μια ad hoc υπόθεση: “η ανάκλαση της ακτίνας δεν οφείλεται σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο του κατόπτρου, αλλά σε κάποια δύναμη που είναι απλωμένη ομοιόμορφα σ’ ολόκληρη την επιφάνεια”…

Πρόκειται για αυθαιρεσία, για λαθροχειρία, ή – για να είμαστε αυστηροί – “ατιμία”, εάν κριθεί με την αυστηρότητα των επιστημονικών κριτηρίων. Και δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, στον Νεύτωνα ή στους επόμενους (διάσημους) φυσικούς.

Εν πάσει περιπτώσει – και επειδή το θέμα δεν είναι η θεωρία των χρωμάτων του Νεύτωνα – ο συγκεκριμένος πατέρας της φυσικής έμεινε περισσότερο διάσημος στο ευρύτερο κοινό για την θεωρία της βαρύτητας. Από ιστορική άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί σκάνδαλο το γεγονός ότι, ενώ τα πράγματα πέφτουν “ανέκαθεν” (και συχνά με επώδυνο τρόπο για τους ανθρώπους…), κανείς ποτέ πριν δεν σκέφτηκε ότι υπάρχει κάποια “δύναμη” που τα “τραβάει προς τα κάτω”. Είναι προφανές ότι, προκειμένου να το σκεφτεί ο Νεύτωνας, έπρεπε να έχει ωριμάσει μια γενική και αφηρημένη έννοια της “δύναμης”, χωρίς άμεση επαφή (έλξη ή απώθηση). Και το πρόβλημα – που ποτέ δεν διδάσκεται στα σχολεία και στις προπτυχιακές σπουδές των πανεπιστημίων – είναι πολύ σοβαρό: 4,5 αιώνες μετά, και παρά τις υποτιθέμενες προόδους της επιστήμης / φυσικής, κανείς δεν ξέρει τι είναι αυτή η “δύναμη” που λέγεται “βαρυτική έλξη”!!!

Η έμπνευση του Νεύτωνα περί βαρυτικής έλξης και βαρύτητας μπορεί μεν να θεωρείται (επιστημονικά) κοινότοπη, όμως το να υποστηρίζει κάποιος κάτι για το οποίο δεν ξέρει τίποτα (ή τα παρατηρησιακά δεδομένα του δεν είναι επαρκή), το 1687 ή το 1987, δεν είναι πολύ καλύτερο απ’ την θέση του Δημόκριτου περί ατόμων. Το γιατί προέκυψε στο μυαλό του Νεύτωνα μια τέτοια ιδέα που, παρά την πτώση των πραγμάτων, δεν είχε γεννηθεί στο μυαλό κανενός προηγούμενου παρατηρητή της φύσης, μπορεί να έχει πολλές εξηγήσεις. Αυθαιρεσία, γοητευτική οπωσδήποτε. Ή χριστιανισμός. Αν και ο Νεύτωνας δεν ήταν συνεπής με τις τυπικές υποχρεώσεις των χριστιανών της εποχής του, ήταν βαθιά θρήσκος, και η ύπαρξη (και η παντο-δυναμία του θεού) διατρέχει όλο του το έργο. Η έννοια της βαρυτικής έλξης / δύναμης που εισηγήθηκε είναι μια αλληγορία της ελκτικής δύναμης του (“μεγάλου”) θεού σε σχέση με τους (“μικρούς”) ανθρώπους και τα πράγματα, όλα έργα της δημιουργίας του. Αυτό δεν βγάζει τον Νεύτωνα “σκάρτο”. Απλά υπενθυμίζει το αθόρυβο έργο της ιδεολογίας, εκεί που (υποτίθεται) δεν θα έπρεπε να έχει ούτε ελάχιστη θέση.

Θα μπορούσε κανείς να έρθει στο σήμερα και να μιλήσει για το “μποζόνιο του Χίγκς” (χαϊδευτικά “σωματίδιο του θεού”…) ή για την “θεωρία των υπερχορδών”. Αξίζει όμως να ψάξει κανείς το πώς η γενική θεωρία της σχετικότητας δημιουργήθηκε σαν τέτοια από τον Αϊνστάιν• γιατί προωθήθηκε απ’ τα τότε ιερά τέρατα της γερμανικής φυσικής φιλοσοφίας, και γιατί ταυτόχρονα απορρίφθηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα απ’ τα αντίστοιχα ιερά τέρατα της γαλλικής και της αγγλικής φυσικής. Το γεγονός ότι, λίγα χρόνια αργότερα, άρχισε να υιοθετείται σαν επανάσταση στην φυσική καθόλου δεν σήμαινε πως είχε εν τω μεταξύ αποδειχθεί πέραν κάθε αμφιβολίας• αυτό είναι ακόμα ζητούμενο και πάντα είναι πιθανό να συμβεί το αντίθετο. Τόσο η απόρριψη, όσο και η υιοθέτηση της θεωρίας της σχετικότητας είχε ταπεινά κίνητρα. Και οι ιδεολογικές σταθερές (ή, αντίθετα, η ιδεολογική τόλμη) δεν ήταν τα πιο άγνωστα ανάμεσά τους.

Εν τω μεταξύ, στα υψηλά κλιμάκια των φυσικών, σήμερα, δεν είναι καθόλου σπάνιο οπαδοί αντιτιθέμενων θεωριών να αλληλοκατηγορούνται για μεταφυσική – ακόμα και για θεολογία! Το ενδιαφέρον είναι πως η μεταφυσική ποτέ δεν υπήρξε ξένη (ή αυστηρά “εξωτερική”) με την φυσική• είτε λόγω των λαθροχειριών όσων διατύπωναν θεωρίες, είτε εξαιτίας του ίδιου των “υπερ-παρατηρησιακού” χαρακτήρα των περισσότερων θεωριών• είτε λόγω των σκόπιμων ή δόλιων αβλεψιών στα παρατηρησιακά δεδομένα που δεν ταιριάζουν, είτε λόγω των “αξιωματικών παραδοχών” κάθε φορά που μια θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει κάτι στο πεδίο της. Αν υπάρχει ένα γνωστό σε όλους μνημείο των “ατελειών” της πιο τέλειας επιστήμης (και άρα των μπαλωμάτων που μόνο πάνω σε ευρύτερο ιδεολογικό πάπλωμα μπορούν να γίνουν), αυτό είναι οι μυστηριώδεις αμετάβλητες de facto σταθερές – που μαθαίνουμε σαν ποίημα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από το g (επιτάχυνση της βαρύτητας) ως το h (σταθερά του Πλανκ), το k (σταθερά του Μπόλτζμαν), την σταθερά του Αβογκάρντο, κλπ κλπ. Όπου υπάρχουν τέτοιες “σταθερές”, αποτελούν μια μαθηματική / αριθμητική κατασκευή για να διασωθεί κάποια θεωρία… Πίσω τους κρύβονται ανομολόγητη αμηχανία έως άγνοια. Και πίσω από κάθε ανομολόγητη αμηχανία ή άγνοια, υπάρχει μια γοητευτική περιπέτεια της ανθρώπινης σκέψης – που γίνεται δεκτή σαν δόγμα. Δόγμα “αλήθειας”…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>