Από το πανεπιστήμιο στο εικονικό πολυ-επιστήμιο (μέρος α)

Εξ απαλών πλήκτρων

Ας κάνουμε ένα νοητικό πείραμα, μία προβολή στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Νέος, άρτι αποφοιτήσας από μια σχολή πληροφορικής (μικρού ή μεγάλου κύρους αδιάφορο προς το παρόν), αποφασίζει, μετά από κάμποσα χρόνια προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών, να βγει επιτέλους στην αγορά εργασίας, έχοντας στα χέρια του ένα πτυχίο που (θέλει να) πιστεύει ότι του προσφέρει μια πιστοποίηση γνώσεων. Με τα πολλά, καταφέρνει να βρει μια δουλειά ως νέος προγραμματιστής (junior developer κατά την αργκό σε αυτούς τους χώρους) κι εντάσσεται σε μια από τις ομάδες της εταιρείας. Ως γνωστό, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην πραγματικότητα των εργασιακών χώρων και στις μυθολογίες των ακαδημαϊκών εδράνων αποβαίνει αρκετές φορές δύσκολα διαχειρίσιμο. Δύσκολα, αλλά πάντως διαχειρίσιμο, τουλάχιστον για τους περισσότερους. Υπάρχει ωστόσο ένα σημείο πέρα από το οποίο η αντικειμενική αδυναμία της μυθολογίας να ακολουθήσει την πραγματικότητα μεταφράζεται εν τέλει και σε υποκειμενικό αίσθημα δυσφορίας. Πότε συμβαίνει αυτό; Ίσως όταν αυτός ο νέος προγραμματιστής αντιληφθεί ότι ο προϊστάμενος της ομάδας του είναι νεαρότερος από τον ίδιο, έχει μαζέψει μισή δεκαετία από εργασιακή εμπειρία στις πλάτες του και δεν έχει να επιδείξει ούτε ένα πτυχίο.

Σε μερικά χρόνια, τέτοια περίπτωση προϊσταμένου θα μπορούσε να είναι ο 17-χρονος τώρα Nick D’Aloisio. Αυτοδίδακτος προγραμματιστής, ξεκίνησε από τα 15 του να αναπτύσσει μια εφαρμογή για κινητά πάνω σε μια πολύ απλή ιδέα. Σκοπός της εφαρμογής είναι να σαρώνει ειδησεογραφικά άρθρα, να φτιάχνει μια ικανοποιητική περίληψή τους και να παρουσιάζει αυτή τη συντομευμένη εκδοχή τους με κατάλληλο τρόπο στις οθόνες των κινητών, έτσι ώστε να καθίσταται ευκολότερη η περιήγηση στον ωκεανό των ειδήσεων μέσα από μια μικρή οθόνη. Πριν από ένα μήνα περίπου, πούλησε στην Yahoo την εταιρεία που είχε φτιάξει για την προώθηση της εφαρμογής του. Ούτε λίγο ούτε πολύ, το τίμημα που του καταβλήθηκε αγγίζει τα 30 εκατομμύρια δολάρια. Εκτός αυτού, ο Nick θα πρέπει να βρει έναν τρόπο από δω και πέρα να συνδυάζει τις ώρες του σχολείου του με τις ώρες εργασίας του, μιας και η Yahoo, εκτός από το να αγοράσει την εταιρεία του, σκέφτηκε να τον προσλάβει κιόλας. Ακραία και μεμονωμένη περίπτωση ιδιοφυούς εφήβου; Άλλη μια επικο-ηρωική ιστορία επιχειρηματικού δαιμονίου και τεχνολογικής καινοτομίας που ξεκίνησε, ως συνήθως, από κάποιο λιτό και ταπεινό υπόγειο; Ίσως.

Τις ίδιες περίπου μέρες που η είδηση για τον έφηβο Nick έκανε το γύρω του κόσμου, μια άλλη είδηση, αυτή τη φορά από την απέναντι πλευρά του στενού της Μάγχης, εμφανίστηκε με πολύ πιο ήπιους τόνους, κυκλοφορώντας κυρίως σε μέσα πιο ειδικού ενδιαφέροντος. Ένας από τους πρωτοπόρους και γκουρού του διαδικτύου, ονόματι Xavier Niel, αποφάσισε να επενδύσει μερικά εκατομμύρια ευρώ για να ανοίξει μια σχολή εκπαίδευσης νέων προγραμματιστών. Κι επειδή ο Niel κάτι ξέρει από τον τρόπο που λειτουργούν οι επιχειρήσεις τεχνολογικής καινοτομίας, η σχολή του δεν πρόκειται φυσικά να χτιστεί πάνω στα πρότυπα του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος. Καταρχήν, θα είναι δωρεάν, ανοιχτή σε όλους και χωρίς προαπαιτούμενα κατοχής άλλων πτυχίων. Το πρόβλημα της εισαγωγής επιλύεται με έναν μη παραδοσιακά παραδοσιακό τρόπο. Μέσω εξετάσεων. Μόνο που οι εν λόγω εξετάσεις δεν θα περιλαμβάνουν χαρτί και μολύβι ούτε επίλυση των γνωστών σε όλους ασκήσεων. Οι υποψήφιοι θα καλούνται να μπουν στην ιστοσελίδα της σχολής και να δοκιμάσουν τις ικανότητές τους σε μια σειρά παιχνιδιών με αυτούς που καταφέρνουν να ολοκληρώσουν τα παιχνίδια να λαμβάνουν πλέον το χρίσμα του δόκιμου φοιτητή. Και για όσους τελικά καταφέρουν να «μονιμοποιηθούν», η φοίτηση δεν θα περιλαμβάνει ατελείωτες ώρες παρακολούθησης ανιαρών διαλέξεων, αλλά θα επικεντρώνεται κυρίως στη συμμετοχή σε πρότζεκτ, όπου ο καθένας θα μπορεί να μαθαίνει με το δικό του ρυθμό. Συν τοις άλλοις, οι δεξιότητες που θα διδάσκονται δεν θα περιορίζονται σε ένα καθαρά τεχνικό επίπεδο, αλλά θα συνδυάζονται με την ενστάλαξη εκείνων των χαρακτηριστικών που θεωρούνται πολύτιμα σε μια εταιρεία, ήτοι άμεση παραγωγικότητα (productivité immédiate), δια βίου μάθηση (apprentissage permanent) και επένδυση εκ μέρους του εργαζόμενου στο γνωσιακό κεφάλαιο που ο ίδιος φέρει (investissement personnel). Ειρήσθω εν παρόδω, ούτε ο Niel έχει να επιδείξει κάποιο πτυχίο και δεν ενδιαφέρεται να αναγνωριστεί η σχολή του ως επίσημο εκπαιδευτικό ίδρυμα που θα παρέχει κάποιου είδους πιστοποίηση.

Περνώντας τώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, εκεί όπου οι αντιφάσεις του υπάρχοντος εκπαιδευτικού συστήματος κάνουν την εμφάνισή τους πιο άγρια, οι εξελίξεις στο πρότζεκτ που λέγεται αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης τρέχουν φυσικά πολύ ταχύτερα. Εδώ και χρόνια, διάφορα πανεπιστήμια είχαν ξεκινήσει να προωθούν την ιδέα του εικονικού πανεπιστημίου, παρέχοντας μέσω διαδικτύου εκπαιδευτικό υλικό είτε δωρεάν είτε επί πληρωμή. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο καιρός έχει ωριμάσει για την επόμενη κίνηση κι έτσι μια σειρά από ακαδημαϊκά ιδρύματα με βαριά ονόματα (ενδεικτικά μόνο, Columbia, Stanford, Princeton, Caltech, Yale, MIT, Harvard, Berkeley, McGill, Univ. of Toronto, Univ. Of Edinburgh, Univ. Of Tokyo) αποφάσισαν να σχηματίσουν «κοινοπραξίες» με σκοπό να προσφέρουν τα λεγόμενα MOOCs (massive open online courses). Όπως λέει και το αρκτικόλεξο, στην απλούστερη εκδοχή, αρκεί να έχει κανείς μία σύνδεση, ώστε να μπει στην ιστοσελίδα που φιλοξενεί τα μαθήματα, να κάνει μια υποτυπώδη εγγραφή και να ξεκινήσει να παρακολουθεί τις βιντεοσκοπημένες διαλέξεις, να συμπληρώνει ενδεχομένως κάποια τεστάκια μετά το πέρας των διαλέξεων και να συμμετέχει στο αντίστοιχο φόρουμ του μαθήματος. Προς το παρόν, τα περισσότερα μαθήματα είναι ανοιχτά άνευ τιμήματος και δεν παρέχουν κάποιου είδους επίσημη πιστοποίηση. Ωστόσο, ήδη κάποια μαθήματα αναγνωρίστηκαν και άρχισαν να προσφέρουν τις λεγόμενες πιστωτικές μονάδες ενώ οι ιδέες για το πώς το όλο εγχείρημα θα καταστεί οικονομικά βιώσιμο και προσοδοφόρο κυμαίνονται από την απλούστερη και προφανή που λέγεται δίδακτρα μέχρι πιο πρωτοποριακές, όπως η εισαγωγή τέλους πιστοποίησης (δηλαδή η καταβολή ενός ποσού για να λάβει κανείς την επίσημη πιστοποίηση), τέλους εξετάσεων (για να μπορεί κανείς να λάβει μέρος στην εξέταση που οδηγεί στην πιστοποίηση), καταβολή ποσών για απόκτηση πρόσβασης σε ειδικό εκπαιδευτικό λογισμικό, η προώθηση «φοιτητών» προς πιθανούς εργοδότες, το λεγόμενο mentoring και άλλα πολλά τέτοια εξωτικά και νόστιμα.

Την ίδια στιγμή που αυτό το «άνοιγμα» της εκπαίδευσης λαμβάνει χώρα κάπου μακριά στην Ευρώπη και κάπου ακόμα πιο μακριά στην Αμερική, σε μια γωνιά των Βαλκανίων, τα συνθήματα που είχε να αντιτάξει το «φοιτητικό κίνημα» απέναντι σε μια ακόμη (και ως το έπακρο «βαλκανικής» κοπής και στόχευσης) αναδιάρθρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, περιστρέφονταν γύρω από την υποβαθμιζόμενη «αξία των πτυχίων» (να υποθέσουμε σε αντιδιαστολή προς τη μη-αξία των μη-πτυχιούχων;) και την καταστροφή των «ονείρων» της σπουδάζουσας νεολαίας. Με τη συνοδεία και την υποστήριξη παπάδων, τοπικών αρχόντων και λοιπών εκπροσώπων παρόμοιων ευαγών ιδρυμάτων και θεσμών. Όσο θεμιτή κι αν είναι η αντίδραση απέναντι σε ένα εργασιακό μέλλον όπου η επισφάλεια θα αποτελεί μόνιμη συνθήκη κι επομένως η προσαρμοστικότητα μόνιμη απαίτηση, ο λόγος γύρω από τον οποίο δομούνται τέτοιες μορφές αντίστασης θα μπορούσε να παρομοιαστεί, με κάποια δόση υπερβολής, με την απαίτηση εργατών να επαναφέρει η επιχείρηση τα παλιά μηχανήματα ώστε να μην απειληθούν οι θέσεις εργασίας που θα κοπούν από την εισαγωγή νέων μηχανημάτων.

Κι αν κανείς θεωρεί μακρινές αυτές τις εξελίξεις, αρκεί να διατρέξει το ιδεολογικό νήμα που συνέχει όλες αυτές τις απόπειρες αναδιάρθρωσης και που δεν έκανε την εμφάνισή του τώρα, αλλά έχει ήδη πίσω του μια ιστορία τριών δεκαετιών τουλάχιστον και με τη γνωστή διαφορά φάσης έφτασε τελικά και στα καθ’ ημάς. Σύνδεση με το επιχειρηματικό περιβάλλον, αξιολόγηση, ανταποδοτικά οφέλη, αυτο-επένδυση, δια βίου μάθηση κ.τ.λ. συνιστούν ένα σύμπλεγμα όρων που διατυπώθηκε ήδη από τη δεκαετία του 70, μετά την καθίζηση των διάχυτων αντιστάσεων και αρνήσεων της προηγούμενης δεκαετίας. Ως μέρος μια καθολικής στρατηγικής αντι-εξέγερσης, όχι μόνο κατάφερε η συγκεκριμένη ορολογία να απορροφήσει τους κραδασμούς εκείνων των κινημάτων, αλλά και να τους επιστρέψει πίσω σε όσους τόλμησαν να αρθρώσουν αντι-λόγους, προσφέροντάς τους όμως αυτή τη φορά σε μια αμβλυμμένη εκδοχή, ως προϊόν πλέον, με το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα ενός ατομικιστικού ηδονισμού.

[Συνέχεια στο επόμενο τεύχος]

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *