System Theory

Από τα ερευνητικά του Β’ παγκοσμίου στην κυβερνητική

Λέγεται ότι όλες οι σύγχρονες ηλεκτρονικές τεχνολογίες και οι θεωρίες που τις συνοδεύουν γεννήθηκαν μέσα από τα ερευνητικά προγράμματα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Το πολεμικό κλίμα της εποχής εντατικοποίησε την έρευνα και έφερε σε συνεργασία επιστήμονες από τελείως διαφορετικούς κλάδους για την αντιμετώπιση σύνθετων προβλημάτων. Συγκεκριμένα δύο είναι οι άνθρωποι που έχουν μείνει στην ιστορία περισσότερο από κάθε άλλον μέσα από αυτά τα ερευνητικά, ο Claude Shannon, ο οποίος θεωρείται πατ­έρας της θεωρίας της πληροφορίας και ο Norbert Wiener, ο οποίος διατύπωσε την «κυβερνητική».

Ο Wiener ήταν ήδη γνωστός μαθηματικός (δίδασκε στο ΜΙΤ) και είχε εμπειρία από τα ερευνητικά εργαστήρια του στρατού στο Aberdeen κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ο Wiener συνεργάστηκε με τον νευροφυσιολόγο Arturo Rosenblueth της Ιατρικής Σχολής του Harvard σε μια ερευνητική προσπάθεια, που με την βοήθεια του νεαρού μηχανικού Julian Bigelow, οδήγησε στην ανάπτυξη κάποιων αυτοματισμών για αντι-αεροπορικά οπλικά συστήματα. Μέσα από τη δουλειά τους αυτή άρχισε να αναπτύσσεται μια καινούργια επιστημονική περιοχή, στην οποία ζητούμενο ήταν να διατυπωθεί ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο ανάλυσης διαφορετικών “συστημάτων συμπεριφοράς”: των ανθρώπων, των ζώων και των μηχανών.

Ο Wiener στο βιβλίο που θα εκδώσει το 1948 με τίτλο «κυβερνητική: έλεγχος και επικοινωνία στα ζώα και τις μηχανές» και στο πιο εκλαϊκευμένο «κυβερνητική και κοινωνία» δύο χρόνια αργότερα, θα διατυπώσει τις βασικές αρχές της νέας αυτής επιστημονικής περιοχής. Κεντρική ιδέα πίσω από την κυβερνητική υπήρξε η ομοιότητα μεταξύ ζωντανών οργανισμών και τεχνολογικών μηχανισμών, μία ομοιότητα που μοντελοποιήθηκε με τις έννοιες του συστήματος, της ομοιόστασης 1 και της ανάδρασης (ή ανατροφοδότησης). Ένα κλασσικό παράδειγμα αναλογίας ζωντανού οργανισμού και μηχανής είναι το εξής: o θερμοστάτης για το “σύστημα θέρμανσης” του δωματίου είναι ένας “μηχανισμός ανάδρασης”, που παίρνει τιμές από ένα θερμόμετρο και αντίστοιχα ρυθμίζει την θερμοκρασία. Με τον ίδιο τρόπο στο “σύστημα θέρμανσης” του σώματος ο εγκέφαλος παίρνει σήμα από τους “θερμοϋποδοχείς” του δέρματος και ανατροφοδοτεί το σύστημα μέσω των ιδρωτοποιών αδένων και των αιμοφόρων αγγείων.

 

Από την κυβερνητική στη θεωρία συστημάτων

Πολλοί επιστήμονες θα συνδράμουν στην εξέλιξη αυτών των αντιλήψεων, μέχρις ότου να διευρυνθεί αυτός ο τομέας και να αποκτήσει το όνομα «επιστήμη των συστημάτων», με την κυβερνητική να παραμένει ένα υποσύνολό της το οποίο επικεντρώνεται στη μελέτη κυβερνητικών συστημάτων. Αυτή η εδραίωση θα σημαδευτεί από το βιβλίο «γενική θεωρία των συστημάτων: βάσεις, εξέλιξη, εφαρμογές» 2 του βιολόγου Ludwig von Bertalanffy που θα εκδοθεί το 1968 και θα αποτελέσει σημείο αναφοράς από εκεί και πέρα. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να εξιστορήσουμε όλη αυτήν την πορεία, άλλωστε ένα καλό googlάρισμα είναι αρκετό για να κατατοπιστεί κανείς. Αξίζει όμως να σημειώσουμε κάποια βασικά στοιχεία της θεωρίας συστημάτων για να μπορέσουμε να κάνουμε και δυο σχόλια πάνω σε αυτά.

Η βασική λογική που διέπει όλες αυτές τις αντιλήψεις ξεκινάει από το εξής αξίωμα: όλα είναι σύστημα. Από τη μεγακλίμακα των πλανητών και των γαλαξιών μέχρι την μικροκλίμακα των κβάντων και από την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, μέχρι τη μελέτη της οικονομίας, όλα μπορούν να περιγραφούν και να αναλυθούν με όρους συστήματος. Το σύστημα ορίζεται σαν ένα πλέγμα στοιχείων μαζί με τις σταθερές αλλά και τις απροσδόκητες σχέσεις μεταξύ αυτών των στοιχείων, οι οποίες αναδύονται κατά τη λειτουργία του συστήματος.

Υπάρχουν τρία πράγματα να σημειώσουμε εδώ. Πρώτον, κάθε σύστημα έχει κάποιου είδους συνάφεια ή ενότητα που επιτρέπει τη διάκρισή του από άλλα συστήματα και την αντιμετώπισή του ως οντότητα. Έτσι ένα σύστημα είναι ένα “σύνολο” κατ’ αντιστοιχία με τον τρόπο που αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στα μαθηματικά, στα οποία ό,τι είναι κοινό σε ένα σύνολο είναι που το διαχωρίζει από όλα τα άλλα. Δεύτερον, αυτό που συνιστά ένα σύστημα δεν είναι απλά ένα σύνολο από διακριτά μέρη αλλά το γεγονός ότι αυτά τα μέρη είναι αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Έτσι έμφαση δίνεται όχι στις απλές σχέσεις αιτίου – αιτιατού μεταξύ των στοιχείων, αλλά στην όλη οργάνωση του συστήματος ως συνόλου και όχι κατακερματισμένου. Τρίτον ένα σύστημα μπορεί να αποτελείται από άλλα υπο-συστήματα όπως επίσης και το να είναι μέρος ενός υπερ-συστήματος. Έτσι η λειτουργία κάθε συστήματος (ή υποσυστήματος) πρέπει να κατανοηθεί όχι μόνο σε σχέση με τον τρόπο που τα μέρη του συνδέονται “εσωτερικά” μεταξύ τους, αλλά και “εξωτερικά” με τα μέρη άλλων συστημάτων.

Ας δούμε ένα παράδειγμα για να καταλάβουμε τι είναι όλα αυτά τα θεωρητικά. Έστω ότι ο ανθρώπινος οργανισμός είναι ένα σύστημα που αποτελείται από διακριτά μέρη όπως τα όργανα. Η υγιής λειτουργία του συστήματος ανθρώπινος οργανισμός, προϋποθέτει τη δραστήρια διασύνδεση των οργάνων, μέσω του κυκλοφοριακού συστήματος, το οποίο μεταφέρει το αίμα από την καρδιά στον εγκέφαλο, το συκώτι, τα νεφρά κλπ. Στην τεχνική γλώσσα της θεωρίας συστημάτων, θα έλεγε κανείς ότι το νεκρό σώμα είναι αυτό που στις διασυνδέσεις μεταξύ των μερών του παρατηρείται “διακοπή λειτουργίας”. Επίσης, η υγιής λειτουργία των πνευμόνων του ανθρώπινου συστήματος εξαρτώνται από τον αέρα που εισέρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον ή αλλιώς “οικοσύστημα”. Με τη σειρά του το οικοσύστημα μιας περιοχής μπορεί να εξαρτάται από άλλα συστήματα, όπως το κυκλοφοριακό και την εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων κ.ο.κ.

 

Το ξεπέρασμα της μηχανιστικής αντίληψης

Όλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι είναι εντελώς αυθαίρετα και θα έχει δίκιο. Αλλά πότε η επιστήμη δεν ήταν αυθαίρετη; Από την άλλη όμως, οι ιδέες και οι θεωρίες που παράγονται ανά εποχή είναι άμεσα συνυφασμένες με τις ιστορικές συνθήκες που κυριαρχούν. Η μηχανιστική λογική εδραιωμένη κυρίως μέσα από την δουλειά του Καρτέσιου και του Νεύτωνα αρχίζει από το 1920 και μετά να δέχεται αμφισβητήσεις σε επιστημολογικό επίπεδο με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την θεωρία του χάους την δεκαετία του ’60. Ειδικά μέσα στη δεκαετία του ’60 και ακόμα πιο έντονα το ’70 οι αιτιοκρατικές, μηχανιστικές αντιλήψεις που βλέπουν αίτια και αποτελέσματα να διαδέχονται το ένα το άλλο με έναν γραμμικό τρόπο θα περιοριστούν και θα μετατοπιστούν απ’ το προσκήνιο ως κομμάτια του οικοδομήματος της βιομηχανικής φάσης του καπιταλισμού που πλησιάζει στο τέλος του.

Η θεωρία συστημάτων αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτήν την αλλαγή. Η βασική θεώρηση των επιστημόνων ότι το σύμπαν αποτελείται από κομμάτια, τακτοποιημένα ιεραρχικά, καθένα από τα οποία μπορούν να μελετηθούν ανεξάρτητα, τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η αναγωγή, η ανάλυση δηλαδή του κάθε προβλήματος σε επιμέρους, έως ένα επίπεδο αρκετά “απλό” για να απαντηθεί και ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία να έρθει και η απάντηση στο αρχικό “σύνθετο” ζήτημα, χάνει τo κύρος της σαν πανάκεια σε κάθε πρόβλημα. Από την άλλη μια πιο ολιστική, “οργανική” προσέγγιση που βάζει στο κέντρο της προσοχής της την αλληλεπίδραση θα εγκαθιδρυθεί και θα διαμορφώνει έως ένα βαθμό την επιστημονική έρευνα από εκεί και πέρα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που οι δεκαετίες του 1960 και 1970, δεκαετίες κοινωνικής αναταραχής και εξεγέρσεων, συνέπεσαν με αυτές τις αλλαγές στην επιστημονική σκέψη. Γιατί οι κοινωνικές εκρήξεις της εποχής με τη δυναμική και την ποιότητά τους απέδειξαν ότι ο κόσμος δε χαρακτηρίζεται σε καμία περίπτωση από “ομοιομορφία”, “τάξη”, “ισορροπία” και “σταθερότητα” (έννοιες τόσο κεντρικές στην μηχανιστική αντίληψη) και ότι χρειάζονται πολλά παραπάνω από μεριάς αφεντικών για να κατανοήσουν την πραγματικότητα των κοινωνικών σχέσεων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό των ψυχολόγων και των κοινωνιολόγων που βρίσκονταν με κατεβασμένα τα παντελόνια μπροστά σε εκρήξεις που αδυνατούσαν να κατανοήσουν, πόσο μάλλον να προβλέψουν. Κάπως έτσι προέκυψε ότι από το να ψάχνεις τα τραύματα των παιδικών χρόνων ίσως είναι καλύτερο να ψυχολογείς μαζί με τον “ασθενή” τους συγγενείς και τους φίλους του (οι αλληλεπιδράσεις του “ασθενή” με τα μέλη του κοινωνικού συστήματος που ανήκει είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- σημαντικές από τη δράση του ίδιου από μόνου του). Ειδικά η διατύπωση των αναδυόμενων (emergent) ιδιοτήτων ως δομικό στοιχείο των συστημάτων παρουσιάστηκε ως ο πλέον ρεαλιστικός τρόπος για την ανάγνωση των ποιοτικών αλλαγών τόσο σε βιολογικά, όσο και σε κοινωνικά φαινόμενα.

 

Η θεωρία συστημάτων σαν τον κοινό έδαφος της μηχανοποίησης

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας συστημάτων είναι ότι από την εποχή του Wiener κιόλας απαιτεί αξιώσεις για τον εαυτόν της ως καθολικού επιστημονικού εργαλείου που δεν περιορίζεται από τους επιμέρους τομείς της επιστήμης. Μπορεί οι οικονομολόγοι να μελετούν οικονομικά συστήματα, οι κοινωνιολόγοι κοινωνικά, οι βιολόγοι βιολογικά, οι φυσικοί φυσικά κ.ο.κ. αλλά όλοι μελετούν συστήματα. Και όλα τα συστήματα (λένε οι συστημικοί θεωρητικοί) έχουν κοινά πρότυπα, κοινές συμπεριφορές και ιδιότητες, οπότε αντίστοιχα πρέπει να δημιουργηθούν και κάποια κοινά εργαλεία στην μελέτη όλων αυτών των διαφορετικών συστημάτων.
Στην ουσία η καινοτομία της θεωρίας συστημάτων ήταν ότι έστρωσε το έδαφος για μια διευρυμένη ποσοτικοποίηση/μαθηματικοποίηση της επιστήμης, που με τα τότε πρότυπα (της φυσικής και κυρίως της θερμοδυναμικής) δεν μπορούσε να επιτευχθεί. Και ήταν τόσο επίκαιρες για την εποχή και τις ανάγκες του υπό αναδιάρθρωση καπιταλισμού αυτές οι ιδέες, που όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι επιστήμονες περπάτησαν και περπατούν πάνω σε αυτό το έδαφος, είτε το κάνουν συνειδητά είτε όχι.

Σημειώσεις:

  1. Η ομοιόσταση στη βιολογία ορίζεται ως η ικανότητα του ζωντανού οργανισμού να διατηρεί σταθερές τις συνθήκες του εσωτερικού του περιβάλλοντος (θερμοκρασία, συγκεντρώσεις διάφορων συστατικών κτλ.).
  2. Ο τίτλος στα αγγλικά είναι «General System Theory» και παρόλο που στην ελληνική βιβλιογραφία συναντάται συνήθως ως «Γενική Θεωρία των Συστημάτων», μπορεί να μεταφραστεί και «Θεωρία των Γενικών Συστημάτων». Το παιχνίδι με τις λέξεις εδώ δεν είναι τυχαίο καθώς οι δύο αυτές μεταφράσεις αντικατοπτρίζουν συχνά τον διαφορετικό τρόπο που προσεγγιζόταν το ζήτημα από τους εκάστοτε ερευνητές. Εμείς θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη εκδοχή αντιστοιχεί περισσότερο στην ιδεολογία του πράγματος, ενώ η δεύτερη ενδεχομένως σε πιο πρακτικές εφαρμογές.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>