“για ένα γνωσιολογικό κίνημα”

Εισαγωγή

 Το σημερινό θέμα είναι η διερεύνηση του ερωτήματος για το κατά πόσον οι μεγάλες γνωσιολογικές αλλαγές που γίνονται στον καπιταλιστικό κόσμο εδώ και πολλά χρόνια είναι, πρέπει να είναι, ζήτημα πρώτης γραμμής για την κριτική και για ένα ανταγωνιστικό κίνημα.

Πριν προχωρήσουμε στην κατάθεση κάποιων απόψεων, πρέπει να σημειώσουμε ότι η σημερινή συζήτηση (όπως και όλο το 3ήμερο του game over) γίνεται στη συγκυρία μιας ακόμα αναστάτωσης σε ορισμένα απ’ τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια. Το θέμα των απολύσεων πάνω από 1.500 διοικητικών υπαλλήλων, που σύμφωνα με τις συγκλήτους θα έχει σοβαρές συνέπειες στη λειτουργία των ιδρυμάτων, έχει προκαλέσει παρατεταμένες απεργίες των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά και αντιδράσεις των πανεπιστημιακών διοικήσεων και των καθηγητών. Είναι ένας ακόμα κρίκος σ’ αυτό που θεωρείται σαν επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν θα ασχοληθούμε με αυτό το θέμα παρότι έχουμε τη γνώμη ότι οι εισηγήσεις του 3ημέρου και οι επεξεργασίες του game over έχουν μια (όχι συνηθισμένη) σχέση και μ’ αυτό το θέμα. Απλά θα παρατηρήσουμε ότι το άλλοτε θρυλικό “φοιτητικό κίνημα” λείπει απ’ τη συγκεκριμένη ιστορία. Ωστόσο αυτή η απουσία θα μπορούσε να θεωρηθεί δευτερεύουσα ή και τριτεύουσα μπροστά στις ευρύτερες και πολύ βαθύτερες αδυναμίες των φοιτητών και των φοιτητριών, σαν “υποκειμένων αγώνα”, να αναλύσουν και να καταλάβουν τις σοβαρές διακυβεύσεις και μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Για να γίνουν ακόμα χειρότερα τα πράγματα, αυτές οι διακυβεύσεις δεν εξαφανίζονται μόλις κάποιος, βιαστικά βιαστικά, πάρει το πτυχίο του. Θα τις ξαναβρεί μπροστά του, και θα τις βρίσκει συνέχεια μπροστά του, στη λεγόμενη “αγορά εργασίας” – όταν δηλαδή θα προσπαθήσει να εξαργυρώσει την αξία των πτυχίων και των μεταπτυχίων δουλεύοντας. Τα θέματα της χθεσινής και της προχθεσινής ημέρας ελπίζουμε να φώτισαν κάπως αυτή την πλευρά των σύγχρονων δεδομένων.

Οι φοιτητές και οι φοιτήτριες λοιπόν, και όχι μόνο στην ελλάδα, απ’ τη μια είναι υποκείμενα εκπαίδευσης και απόκτησης γνώσεων που οι τεχνολογικές εξελίξεις αχρηστεύουν σε μεγάλο βαθμό. Απ’ την άλλη μεριά δεν φαίνεται να απασχολούνται με δραματικές αλλαγές που γίνονται στον καπιταλιστικό κόσμο γύρω απ’ το ζήτημα “γνώση”, “μάθηση”, “εκπαίδευση” κλπ. Δεν υπάρχει, δεν ξέρουμε να υπάρχει, μέσα στους φοιτητικούς κύκλους κάποιο συλλογικό υποκείμενο, κάποια πολιτική ομάδα ή τάση που σταθερά, επίμονα, μεθοδικά, να ασχολείται κριτικά με τις γνωσιολογικές αλλαγές, αλλαγές που όμως επηρεάζουν τα πάντα. Κι αυτή μας φαίνεται μια τεράστια αδυναμία, αφού οι ισχύουσες παραστάσεις και οι αναπαραστάσεις περί του τι είναι “κίνημα” και ποιοί είναι οι στόχοι του, ανήκουν στο παρελθόν.

Για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Δεν έχουν γίνει, εδώ και πολλά χρόνια, και φυσικά δεν έχουν ερευνηθεί ή απαντηθεί, ερωτήματα σαν αυτά:

– Η πληροφορική και οι υπολογιστές μηχανοποιούν όλο και περισσότερες περιοχές εκείνου που στο παρελθόν ονομαζόταν “γνώση”; Κι αν ναι, ποιές είναι οι συνέπειες τόσο για τα εκπαιδευτικά συστήματα και τα εκπαιδευόμενα υποκείμενα (άρα και τους φοιτητές) όσο και για το σύνολο των καπιταλιστικών κοινωνιών;

– Οι υπολογιστές, η πληροφορική και ο κυβερνοχώρος τροποποιούν αυτό που λέγεται “εκπαίδευση”; Κι αν ναι, ποιές είναι οι συνέπειες;

– Οι υπολογιστές, η πληροφορική και ο κυβερνοχώρος μηχανοποιούν οριστικά αυτό που κάποτε λεγόταν “μνήμη” και “απομνημόνευση”; Αν ναι, και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η “μνήμη / απομνημόνευση” είναι ο σκελετός του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος, ποιές είναι οι συνέπειες;

– Είναι δυνατόν κάποιος που διαχειρίζεται τέτοιες και τόσο εκτεταμένες αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις (σε σχέση με την γνώση, την μάθηση, την εκπαίδευση, κλπ) να εμφανιστεί λέγοντας ρητά και κατηγορηματικά “αυτά που ξέρατε να τα ξεχάσετε”; Αν όχι, τι είναι αναμενόμενο να κάνει;

– Η άμεση, σφικτή σύνδεση της εκπαίδευσης και της γνώσης με την αγορά (εργασίας) είναι σωστό και δίκαιο ζητούμενο, ειδικά μετά την είσοδο στην εποχή της πληροφορικής και της ρομποτικής; Αν όχι, ποια είναι η (επεξεργασμένη και θεμελιωμένη) αντιπρόταση, και από ποιους;

– Η μηχανοποίηση της διανοητικής παραγωγής (της σκέψης) μέσω των αλγορίθμων τι παράγει σαν κοινωνικά πρότυπα, σχέσεις, συμπεριφορές;

Ίσως προκαλεί αμηχανία ή και εκνευρισμό το να υποστηρίζουμε ότι ΤΕΤΟΙΑ (και παρόμοια) είναι τα ερωτήματα που βάζει η εποχή. Επιμένουμε ωστόσο. Και μάλιστα μπορούμε να αποδείξουμε (το έχουμε ήδη κάνει σαν συνέλευση του game over, αλλά δεν είναι στο σημερινό θέμα) ότι οι απαντήσεις σε τέτοιου είδους ερωτήματα έχουν συνέπειες που φτάνουν μακριά. Μπορεί να φτάσουν ακόμα και στις απολύσεις σήμερα διοικητικών υπαλλήλων και καθηγητών της δευτεροβάθμιας, αύριο και πανεπιστημιακών… Φτάνουν σίγουρα στη ριζική τροποποίηση των εργασιακών σχέσεων μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα συνολικά.

Η αμηχανία και ο εκνευρισμός οφείλονται, κατά τη γνώμη μας, στη γενική συντηρικοποίηση της σκέψης – και όχι μόνο των σημερινών φοιτητών και φοιτητριών. Όταν σημαντικές “σταθερές” αλλάζουν, ανατρέπονται, η αντανακλαστική στάση είναι να μένει κανείς προσκολλημένος στις βεβαιότητες του παρελθόντος. Στις “παλιές καλές μέρες”. Όμως αυτές οι “παλιές καλές μέρες” έχουν ξεπεραστεί· με λίγο θάρρος είναι εύκολο στον καθένα να το καταλάβει εμπειρικά.

Αυτό το “ξεπέρασμα” δεν είναι καθόλου αναίμακτο. Κι όποιος / όποια συνειδητοποιεί ότι πρέπει να πολεμήσει, σ’ ένα πεδίο μάχης που είναι σε πολλές πλευρές του (σχετικά) καινούργιο, πρέπει να ξέρει όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτό. Για τους σκοπούς και τις μεθόδους του αντιπάλου. Για τις δικές του δυνατότητες, ανάγκες, επιθυμίες.

Ελπίζουμε ότι η παρουσίαση που θα γίνει στη συνέχεια θα βοηθήσει σ’ αυτό.

Δια βίου μάθηση

Τον Ιούνιο του 1999 οι υπουργοί παιδείας και ακαδημαϊκοί από 29 ευρωπαϊκά κράτη έδωσαν στη δημοσιότητα ένα είδος μανιφέστου για την οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ευρώπη. Πρόκειται για την “διακήρυξη της Μπολόνια”.

Η διακήρυξη της Μπολόνια περιλαμβάνει διάφορα επιμέρους ζητήματα, με τα οποία δεν θα ασχοληθούμε εδώ. Ένα από εκείνα που κρίνουμε ιδιαίτερης σημασίας (και για το σημερινό μας θέμα) είναι αυτό της δια βίου μάθησης (long life learning). Αυτός ο όρος “δια βίου μάθηση” έγινε στα μέρη μας μάλλον ένα σλόγκαν / απόδειξη της μοχθηρότητας της ε.ε. παρά αντικείμενο ανάλυσης. Τι σήμαινε και τι σημαίνει αυτό το “δια βίου μάθηση”; Όχι, μάλλον, το Σωκρατικό “γηράσκω αεί διδασκόμενος”! Όπως επίμονα τονίζουν τα πορίσματα της διαδικασίας της Μπολόνιας (εδώ: Prague Communiqué το 2001):

“Η δια βίου μάθηση είναι κρίσιμο στοιχείο για την περιοχή της ευρωπαϊκής ανώτατης εκπαίδευσης. Στην μελλοντική Ευρώπη, που θα στηρίζεται στην κοινωνία και την οικονομία της γνώσης, οι στρατηγικές της δια βίου μάθησης είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της ανταγωνιστικότητας και της χρήσης νέων τεχνολογιών, για να βελτιωθεί η κοινωνική συνοχή, για να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες για όλους, και για να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής.”

 

Σε έναν τυπικό ορισμό (εδώ παρμένο απ’ την wikipedia):

“Ο όρος “δια βίου μάθηση” αναγνωρίζει ότι η μάθηση δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία ή στην σχολική αίθουσα, αλλά συμβαίνει σ’ όλη τη ζωή και σε μια γκάμα καταστάσεων. Τα τελευταία 50 χρόνια, η διαρκής επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη και οι συνακόλουθες αλλαγές έχουν προφανή αποτελέσματα στις ανάγκες και στους τρόπους μάθησης. Η μάθηση δεν μπορεί πλέον να χωρίζεται σε χώρους και χρόνους απόκτησης γνώσεων (σχολείο) και χώρους και χρόνους εφαρμογής των γνώσεων που αποκτήθηκαν (ο τόπος εργασίας). Αντίθετα, η μάθηση μπορεί να ειδωθεί σαν κάτι που συμβαίνει σε διαρκή βάση, απ’ τις καθημερινές μας σχέσεις με τους άλλους και τον κόσμο γύρω μας.”

 

Πρέπει να τονίζουμε εδώ, κατ’ αρχήν, ότι στον όρο δεν περιλαμβάνεται η λέξη “εκπαίδευση” (education) αλλά “μάθηση” (learning). Θα δούμε αμέσως μετά μια εξήγηση γι’ αυτό, αφού δεν πρόκειται για παιχνίδι – με – τις – λέξεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως η δια βίου μάθηση συναρτάται άμεσα με την τεχνο-επιστημονική στοιβάδα του σύγχρονου καπιταλισμού, και ειδικά με την τεχνο-επιστημονική στοιβάδα της οργάνωσης της (αγοράς) εργασίας.

Ενώ, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι κοινότοπο συμπέρασμα και εμπειρία σε κάθε πολιτισμό ότι “μαθαίνει κανείς μεγαλώνοντας” ή ότι “η γνώση δεν τελειώνει ποτέ”, για ποιό λόγο η δια βίου μάθηση προτάθηκε, και αποτελεί, ένα είδος τομής στον ύστερο καπιταλιστικό κόσμο; Με άλλα λόγια, τι εννοείται πίσω απ’ αυτές τις τρεις λέξεις;

Πρώτο, ότι η ένταση της συσσώρευσης γνώσεων αλλά και των αλλαγών σ’ αυτές, εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων ειδικά απ’ τις τελευταίες δεκαετίες, είναι τέτοια ώστε δεν υπάρχει πια “σώμα γνώσης” που να έχει εγγυημένη αξία (στην αγορά εργασίας) για πολλά χρόνια. Αυτό, πρακτικά, σημαίνει ότι εκείνα που έχει μάθει κάποιος στα 25 ή στα 28 του, είναι πιθανό να είναι ξεπερασμένα, ακόμα και άχρηστα, 10 ή 20 χρόνια μετά.

Δεύτερο, ότι η ακόμα και οι μέθοδοι απόκτησης γνώσεων αλλάζουν, ίσως δραματικά.

Τρίτο (σα συνέπεια των προηγούμενων δύο) ότι δεν μπορεί πλέον να υπάρξει “εκπαιδευτικό σύστημα”, δηλαδή μια κρατική δέσμευση απέναντι στους υπηκόους, που να εγγυάται διαρκή, σταθερή και υψηλή αξία στις παρεχόμενες γνώσεις. Αυτός είναι ο λόγος, κατά τη γνώμη μας, που η λέξη “εκπαίδευση” απουσιάζει απ’ το “δια βίου”, και έχει αντικατασταθεί απ’ την λέξη “μάθηση”. Η εκπαίδευση παραπέμπει σε οργανωμένα συστήματα με γενική απεύθυνση, που ιστορικά (στον 20ο αιώνα) χρηματοδοτούνταν απ’ το κράτος. Οπότε, εάν ο όρος ήταν δια βίου εκπαίδευση, θα σήμαινε ότι το κράτος δεσμεύεται να εκπαιδεύει τους υπηκόους του όσο ζουν. Η μάθηση, αντίθετα, παραπέμπει σε υποκειμενικούς προσανατολισμούς, σε προσωπικές / ατομικές προσπάθειες. Δηλαδή στην ατομική ευθύνη τους καθενός.

Με την προώθηση και καθιέρωση του όρου “δια βίου μάθηση”, οι υπεύθυνοι των εκπαιδευτικών συστημάτων στην ευρώπη, έλεγαν ορισμένα πράγματα που, στο σύνολό τους, αφορούν τις μεγάλες αλλαγές που δεν έχουν γίνει ακόμα αντικείμενο συστηματικής κριτικής.

Κατ’ αρχήν η ιδέα ότι εκατοντάδες χιλιάδες νεαροί και νεαρές μπορούν να εκπαιδευτούν επί 20 χρόνια, απ’ τα 6 ως τα 26, μέσα σε συγκεκριμένους χώρους, με συγκεκριμένα προγράμματα και με συγκεκριμένους ελέγχους, και ύστερα, με αυτό το φορτίο γνώσεων, (ότι) μπορούν να δουλεύουν σε σχετικά καλοπληρωμένες θέσεις ώσπου να βγουν στη σύνταξη, αυτή η ιδέα που είναι η επιτομή του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος, κηρύχτηκε ξεπερασμένη. Θα πρέπει ο καθένας “να μαθαίνει” διαρκώς, και με δική του ευθύνη.

Μαζί, όμως, κηρύχτηκε ξεπερασμένη και μια ακόμα ιδέα, σύμφυτη με την καθιέρωση, την ανάπτυξη και την επέκταση των ιστορικών εκπαιδευτικών συστημάτων: η ιδέα ότι μπορεί να υπάρξει κάποιου είδους συλλογικό θεσμικό υποκείμενο (ας πούμε ένα υπουργείο ή ένα ινστιτούτο στην υπηρεσία του υπουργείου) που να μπορεί να προδιαγράψει με ακρίβεια, και κατά συνέπεια να εγγυηθεί την “αξία των γνώσεων” (που παρέχει το εκπαιδευτικό σύστημα) για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει (υπονοείται πίσω απ’ το “δια βίου μάθηση”) αφού κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη γνωσιακή εξέλιξη για τα επόμενα 30 ή 50 χρόνια. Τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά συστήματα, με τον ισχυρό προ-σχεδιασμό των περιεχομένων τους και τους θεσμούς που απ’ την μια μεριά ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτόν τον προ-σχεδιασμό της “διδακτέας ύλης” (υπουργεία, εκπαιδευτικά ινστιτούτα) ενώ, απ’ την άλλη, εγγυούνταν εκ των προτέρων για την (αγοραία) ορθότητα και αξία αυτής της “ύλης”, αποτραβιούνται διακριτικά απ’ την σκηνή,  μεταφέροντας μεγάλο μέρος των μαθησιακών (και όχι σκέτα εκπαιδευτικών) ευθυνών σ’ αυτούς κι αυτές που μαθαίνουν “δια βίου”.

Λογικά λοιπόν ο όρος “δια βίου μάθηση” καθόλου δεν σήμαινε την “ισόβια εγγύηση” ενός ανώτατου θεσμού (του κράτους) για παροχή εκπαίδευσης, αλλά το αντίθετο: την “ισόβια αναζήτηση” γνώσεων που έχουν αξία στην αγορά εργασίας, απ’ τον καθένα και την καθεμιά.  Ισόβια αναζήτηση – όχι, αναγκαστικά, πετυχημένη…

Ούτε, επίσης, η “δια βίου μάθηση” είχε ή έχει κάποιο υπονοούμενο κατάκτησης – της – σοφίας (και αναγνώρισής της). Ή, έστω, μια παρότρυνση “ισόβιας ειδίκευσης”. Το αντίθετο. Δια βίου αβεβαιότητα (στην αγορά εργασίας) ή ισόβια άγνοια (του ποιές γνώσεις θα είναι σταθερά ακριβές στην “οικονομία της γνώσης”)· αυτό ήταν και είναι το νόημα.

Δεν θα πρέπει, όμως, να καταραστούμε κάποιους μοχθηρούς που δήθεν συνωμοτούν πίσω απ’ τις πλάτες μας για να αχρηστεύουν γνώσεις (αποκτημένες συχνά με μεγάλο κόπο) και να ρίχνουν όσους τις έχουν στον πάτο της κοινωνικής ιεραρχίας ενώ τους είχαν υποσχεθεί την κορυφή! Δεν πρόκειται για συνωμοσία! Οι τεχνολογικές εξελίξεις (άλλες όψεις των οποίων απολαμβάνουμε καθημερινά) παράγουν διαρκώς επαναπροσδιορισμούς του “ποιά γνώση έχει εμπορική αξία” (και πόση). Η πιο κεντρική, κοινότοπη, ευρύτατα διαδεδομένη και κοινωνικά αποδεκτή διαδικασία αυτού του διαρκούς επαναπροσδιορισμού, είναι η πληροφορική και η πληροφοριοποίηση. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Αυτό το είδος μηχανών δουλεύουν και εξελίσσονται μέσω της διαρκούς μηχανοποίησης των (ανθρώπινων) διανοητικών λειτουργιών, μέσω της διαρκούς μηχανοποίησης των γνώσεων. Αυτό που ως χτες βρισκόταν στα κεφάλια και στα μυαλά, ονομαζόταν ειδική γνώση, και είχε υψηλή τιμή στην αγορά εργασίας, σήμερα είναι ένα σετ αλγορίθμων, ένα υπολογιστικό πρόγραμμα, που μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει ακόμα και τσάμπα. Αυτό που ως χτες βρισκόταν στα κεφάλια και στα μυαλά, ονομαζόταν μνήμη, και αποτελούσε το υπέδαφος όχι μόνο των γνώσεων ή των εμπειριών αλλά και της ίδιας της καθημερινής ζωής και των καθημερινών σχέσεων, σήμερα είναι μια τόση δα συσκευή, ένας σκληρός δίσκος, ένας δίσκος ψηφιακής εγγραφής, ή ένα στικάκι.

Συνεπώς δεν ήταν αυτή καθ’ εαυτή η διακήρυξη της Μπολόνια που άλλαξε τα δεδομένα ή υπέδειξε καινούργιες κατευθύνσεις του καπιταλισμού. Το ανάποδο έχει συμβεί και συμβαίνει. Η καπιταλιστική αναδιάρθρωση, η Αλλαγή (και) γνωσιολογικού Παραδείγματος, οι νέες τεχνολογίες, είναι που επαναπροσδιορίζουν το ποιές γνώσεις έχουν αξία, ποιές όχι· ακόμα και τους τρόπους μάθησης. Αλλά αυτός ο επαναπροσδιορισμός δεν είναι οριστικός, ούτε σταθερός στο χρόνο. Είναι διαρκής και συνεχόμενος. Έτσι ώστε εάν η έγνοια μας είναι η πώληση των γνώσεών μας στην αγορά εργασίας, μοιάζουμε πια παγιδευμένοι, καταδικασμένοι να τρέχουμε πίσω απ’ τις εξελίξεις, να λαχανιάζουμε προσπαθώντας να ανέβουμε σ’ ένα βαγόνι τραίνων που αλλάζουν συνέχεια μορφή, ταχύτητα και δρομολόγια.

Η γνώση είναι κεφάλαιο;

Επαναλάβαμε ήδη ως τώρα, κάμποσες φορές, τις λέξεις “έχει αξία”. Ποιές γνώσεις έχουν αξία (στην αγορά εργασίας) και ποιές όχι. Θα συμφωνούσαμε εύκολα όλοι και όλες ότι ένα εκπαιδευτικό σύστημα, οποιουδήποτε είδους, παρέχει στους μαθητευόμενους γνώσεις που θα έχουν αξία όταν αυτοί, εκπαιδευμένοι, θα ψάξουν για δουλειά· και όχι οποιαδήποτε γνώση. Για παράδειγμα, το να προβλέπει κανείς τον καιρό της επόμενης ημέρας απ’ το πέταγμα των πουλιών στην εξοχή, ή το να αναγνωρίζει το είδος και το μέγεθος ενός ζώου απ’ τις πατημασιές του στο λασπωμένο χώμα, είναι βέβαια γνώσεις. Όμως εάν έχουν κάποια αξία αυτή είναι πολύ ειδική, υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες, και δεν θα περίμενε κανείς από ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα να διδάσκει τέτοιου είδους πράγματα.

Προκύπτει λοιπόν σαν εύλογο συμπέρασμα ότι εκείνο που δίνει αξία σε κάποιες γνώσεις και απαξιώνει άλλες δεν είναι η αυτοτελής σημασία τους για την ανθρωπότητα, αλλά το πόσο (και αν) μπορούν να πουληθούν στην αγορά εργασίας, μέσα στις κάθε φορά ιστορικά προσδιορισμένες συνθήκες. Είναι ίσως δυσάρεστο, αλλά είναι αλήθεια: η τρέχουσα φιλοσοφία της εκπαίδευσης και της μάθησης, κι αυτή που υπονοείται κάτω απ’ το δόγμα της “δια βίου μάθησης”, είναι ότι μαθαίνουμε αυτά που μαθαίνουμε για να τα πουλήσουμε. Η ιδέα ότι η γνώση έχει μια βαθύτερη ανθρωπιστική αξία, ότι “όσο μαθαίνουμε τόσο γινόμαστε καλύτεροι σαν άνθρωποι”, έχει πεθάνει προ πολλού. Η εκμάθηση, για παράδειγμα, της κινέζικης γλώσσας μπορεί να θεωρηθεί σαν μια γνώση με υψηλή αξία σε ορισμένους καλά αμειβόμενους τομείς της αγοράς εργασίας στην ευρώπη ή τη βόρεια αμερική. Αντίθετα η εκμάθηση της γλώσσας των Ινουίτ είναι μια γνώση με χαμηλότατη αξία, που θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο χόμπυ.

Η παραδοχή, λοιπόν, της προτεραιότητας της αγοράς εργασίας πάνω στην αξία των γνώσεων, είναι κοινότοπη. Ωστόσο έχει διάφορες συνέπειες, μερικές απ’ αυτές ιδιαίτερα δυσάρεστες.

Ύστερα απ’ αυτά, οι ριζικές αλλαγές που έχουν προκληθεί στο γνωσιολογικό υπόστρωμα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών απ’ την πληροφορική, την ρομποτική, τις βιο-τεχνολογίες, μπορεί να θεωρηθούν “τεχνικό” ζήτημα; Δεν είναι! Και δεν είναι καθόλου “τεχνική” μια άλλη αλλαγή, ιδεολογική αυτή, που όχι μόνο έχει γίνει τις 3 – 4 τελευταίες δεκαετίες, αλλά είναι δεκτή με μεγάλη ευμένεια. Η γνώση είναι κεφάλαιο λέει το καινούργιο δόγμα, και έτσι οι γνώσεις που έχει ο καθένας είναι το “κεφάλαιό” του· η ζωή είναι ένας επιχειρηματικός στίβος, και ο καθένας πολεμάει εκεί με το γνωσιακό του κεφάλαιο, σαν ένας μικρός επιχειρηματίας. Φυσικά, αφού είμαστε ο καθένας “επιχειρηματίας”, είναι δική μας ευθύνη να φροντίζουμε το γνωσιακό μας κεφάλαιο: να το συντηρούμε, να το βελτιώνουμε, να το “επενδύουμε” σωστά… Δική μας και η ζημιά, τα λάθη, οι αποτυχίες, οι συνέπειές τους.

Η ιδέα αυτή είναι σχετικά καινούργια, και προέρχεται κατευθείαν απ’ την ιδεολογική ατζέντα του νεοφιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεολογία, που έχει διατυπωθεί γραπτά ήδη απ’ τις δεκαετίες του ‘50 και του ‘60, όχι μόνο οι γνώσεις που έχουμε ο καθένας και η καθεμιά (αδιάφορο πως τις έχουμε αποκτήσει) αποτελούν το “Ατομικό Κεφάλαιο” μας, αλλά στην ίδια κατηγορία είναι η υγεία μας, οι κοινωνικές μας σχέσεις, τα γούστα μας. Κι αφού δεν είμαστε παρά “επιχειρηματίες του εαυτού μας”, δεν μπορούμε παρά να φροντίζουμε οι ίδιοι για την “ποιότητα” και την “απόδοση” της υγείας μας, των κοινωνικών μας σχέσεων, των γούστων μας – και, φυσικά, των γνώσεών μας. Όπως κάνει κάθε καπιταλιστικής με το κεφάλαιό του. Επίσης, όπως συμβαίνει γενικά στον καπιταλιστικό κόσμο, το “Ατομικό Κεφάλαιό” μας μπορεί να απαξιωθεί ή/και να καταστραφεί: η αρρώστια ή η μοναξιά είναι μερικές μορφές τέτοιας ατομικής – καπιταλιστικής – απαξίωσης. Αλλά (λέει η νεοφιλελεύθερη θεολογία) αυτά συμβαίνουν και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ας βρίσκει ο καθένας μας το κουράγιο ή/και την υποστήριξη για να κάνει – μια – καινούργια – προσπάθεια, μια καινούργια – αρχή.

Έτσι, λοιπόν, η δια βίου μάθηση, που βρίσκει την πλήρη ιδεολογική της στήριξη σ’ αυτά τα νεοφιλελεύθερα δόγματα, δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ’ την εποποιία των μικρών ατομικών γνωσιολογικών κεφαλαίων μας μέσα στην αγορά. Και η δια βίου μάθηση δεν είναι μόνη της. Πάει πακέτο με την δια βίου αγωνία για την καλή μας υγεία (τον δια βίου υγιεινισμό), τις δια βίου δημόσιες σχέσεις (που ονομάζονται “κοινωνικότητα”), την δια βίου fitness στις νόρμες της αγοράς και του ανταγωνισμού του καθενός με όλους τους άλλους. Τελικά, μέσα σ’ αυτόν τον ισόβιο πόλεμο, υπάρχουν και απώλειες, πτώσεις, μικρές καθημερινές ήττες και καταστροφές· αλλά αυτό είναι φυσιολογικό και αναπόφευκτο…

Είναι ενδιαφέρον ότι όλο αυτό το σετ των νεοφιλελεύθερων ιδεών περί “ατομικού κεφαλαίου” (γνωσιολογικού, κοινωνικών σχέσεων, υγείας, ενδιαφερόντων) έχει γίνει πλήρως αποδεκτό από όλες τις γενιές των φοιτητών, των γονέων τους, αλλά και των περισσότερων διδασκόντων τα τελευταία 40 χρόνια, και μάλιστα όχι μόνο απ’ τους “δεξιούς” αλλά και από τους “αριστερούς”. Η βάση πολλών κινητοποιήσεων που έχουν καταγραφεί σαν ηρωικές εκδηλώσεις του φοιτητικού κινήματος (μεταξύ των οποίων και οι κινητοποιήσεις κατά της αλλαγής του άρθρου 16 του συντάγματος) είναι η περιβόητη “αξία των πτυχίων μας”. Μόνο που δεν πρόκειται για αγωνία περί της κοινωνικής αξίας των μέσω των πτυχίων επικυρωμένων γνώσεων. Δεν πρόκειται για την αγωνία αν ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο μηχανικός, ο ναυπηγός, προσφέρουν πράγματι χρήσιμο έργο προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και ειδικά των πιο αδύναμων! Δεν πρόκειται για εκδήλωση αλτρουισμού, ούτε για ανησυχία μήπως υπάρχει κάποια κατάχρηση (γνωσιολογικής) ανωτερότητας. Και δεν πρόκειται φυσικά, ούτε λόγος, για αμφισβήτηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η “αξία των πτυχίων” που τόσες ανησυχίες προκαλεί είναι μόνο η αγοραία, η εμπορική αξία τους. Το σε χρήμα, κύρος, κοινωνική αναγνώριση αντάλλαγμά τους. Και η ανησυχία για την “πτώση” αυτής της αξίας είναι συνώνυμη της ανησυχίας περί απαξίωσης του ατομικού γνωσιολογικού κεφαλαίου του καθενός· της ανησυχίας για “μειωμένη απόδοση” της οικογενειακής επένδυσης που έγινε για την εκπαίδευσή του / της· της ανησυχίας για μειωμένη ή και καθόλου “κερδοφορία” απ’ αυτές τις γνώσεις / πτυχία.

Η ιδέα, λοιπόν, ότι η εκπαίδευση, οι επιδόσεις, τα πτυχία, τα κόντρα πτυχία, οι δημοσιεύσεις, η “δικτύωση” στους ακαδημαϊκούς στάβλους, κλπ, αποτελούν προσωπική περιουσία του καθενός, άρα τον ατομικό πλούτο του, άρα το κεφάλαιό του, είναι τόσο κοινότυπη ώστε μόνο ιερόσυλοι θα τολμούσαν να την αμφισβητήσουν. Το ανιστόρητο στοιχείο αυτών των βεβαιοτήτων βρίσκεται στη πεποίθηση ότι ενόσω ο καθένας “κτίζει το γνωσιολογικό κεφάλαιό” του μέσα στα παραδοσιακά συστήματα εκπαίδευσης προετοιμαζόμενος να το αξιοποιήσει ιδιωτικά, αυτά τα συστήματα (και οι χρηματοδότες τους, δηλαδή τα κράτη) πρέπει να μένουν αφηρημένα αλλά φανατικά προσηλωμένοι στην ιδέα του “γενικού καλού”. Σα να λέμε ότι η συντήρηση του ατομικού (γνωσιολογικού) επιχειρείν πρέπει να τελεί υπό την εγγύηση ενός γενικού (κρατικού) σοσιαλισμού. Και ότι σε κάθε περίπτωση, δεκάδες χιλιάδες ατομικές προσδοκίες και επενδύσεις δεν πρέπει να ταράξουν την ολύμπια αταραξία του κράτους πρόνοιας και των αφεντικών του. Γίνεται αυτό; Δεν γίνεται!!!

 

Η ιδέα περί ατομικού κεφαλαίου, και της προσωπικής επιχείρησης Εγώ, είτε αφορά τις γνώσεις, είτε τις κοινωνικές σχέσεις, είτε την υγεία, είτε τα ενδιαφέροντα, είτε οτιδήποτε άλλο, “μπάζει” από κάθε λογική μεριά που θα την έλεγχε κάποιος. Για παράδειγμα, εάν οι (ανθρώπινες) γνώσεις αποτελούν “κεφάλαιο”, τότε και οι σκυλίσιες γνώσεις αποτελούν επίσης “κεφάλαιο” – και μπορούμε να ονομάσουμε κάθε σκύλο “επιχειρηματία του εαυτού του”. Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδέα ακόμα και τα δάση θα αποτελούνταν απ’ τα ατομικά κεφάλαια κάθε δέντρου χωριστά· αλλά θα συνιστούσαν επίσης το “κεφάλαιο” κάθε βουνοπλαγιάς. Εν τέλει, στον έμβιο και μη κόσμο, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα άλλο από “κεφάλαια”: των ψαριών, των εντόμων, των βακτηριδίων, που έχοντας (κάθε είδος και άτομο είδους) μια ορισμένη γνώση, συναγωνίζονται στην “αγορά της ζωής”.

Υπάρχει όμως μια λιγότερο χαριτωμένη και πιο πολιτική υπόδειξη για την αθλιότητα της ιδέας περί “ατομικού κεφαλαίου”, γνωσιολογικού ή άλλου. Ως την δεκαετία του 1970, επί δύο τουλάχιστον αιώνες, στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία ακόμα και στις πλέον φιλελεύθερες εκδοχές της, το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ήταν απόλυτα διακριτές μεταξύ τους οντότητες. Ο επιχειρηματίας και η επιχείρησή του δεν ταυτίζονταν οντολογικά· κι αυτό είχε σημασία. Γιατί ακόμα κι αν επρόκειτο για την καταστροφή της επιχείρησης (των μηχανών, των κτιρίων, των επενδύσεων, της κερδοφορίας) η αστική ιδεολογία όφειλε να διαφυλάξει τον “άνθρωπο”, ακόμα κι αν ήταν επιχειρηματίας. Φυσικά η φράση καταστράφηκα σαν υποκειμενική έκπτωση δεν ήταν άγνωστη μεταξύ επιχειρηματιών, εμπόρων ή τραπεζιτών. Αλλά η δυνατότητα ανάκαμψης ή, έστω, η δυνατότητα απλής επιβίωσης, ήταν ηθικά και ιδεολογικά σημαντικότερη απ’ την κεφαλαιακή καταστροφή σαν τέτοια.

Η νεοφιλελεύθερη καινοτομία έγκειται ότι το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ταυτίζονται, όταν ο λόγος έρχεται στη γνώση σαν κεφάλαιο (ή στην υγεία σαν κεφάλαιο, κλπ). Ο κεφαλαιούχος ΕΙΝΑΙ κεφάλαιο, και το κεφάλαιο ΕΙΝΑΙ κεφαλαιούχος. Πρόκειται για μια καταπληκτική αντιστροφή, αφού μέχρι την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν ήταν το “κεφάλαιο” αλλά η εργατική δύναμη που ταυτιζόταν με τον εργάτη· ατομικά και συλλογικά.

Η ταύτιση “γνωσιολογικού κεφαλαίου” και “κεφαλαιούχου” δεν αφήνει κανένα περιθώριο, εκτός απ’ τις παρανοϊκές περιπτώσεις όπου κάποιος νοιώθει ξένος απέναντι στον ίδιο του εαυτό (καταστάσεις που αυτή η ταύτιση προωθεί και αυξάνει): η υποτίμηση του γνωσιολογικού κεφαλαίου (επειδή αυτό επιβάλλει, για παράδειγμα, η τεχνολογική εξέλιξη) είναι υποχρεωτικά υποτίμηση του εαυτού. Η απαξίωση των γνώσεων που έχω (στην αγορά) σημαίνει ταυτόχρονα απαξίωσή μου. Και αντίστροφα.

Η πιο πάνω ταύτιση παράγει λοιπόν μια καινούργια οντολογία της αποτυχίας: η χρεωκοπία είναι “χρεωκοπία του εαυτού”, δηλαδή αυτοενοχοποίηση και κατάθλιψη. Η αποτυχημένη επένδυση, είναι “αποτυχία του εαυτού” έναντι των πετυχημένων, δηλαδή ζηλοφθονία. Το “χωρίς αξία πτυχίο” είναι ο “χωρίς αξία εαυτός”.

Η γενική ιδεολογική εκστρατεία του νεοφιλελευθερισμού να ονομάσει / χαρακτηρίσει τα πάντα που σχετίζονται με την εργασία και την εργατική δύναμη κεφάλαιο, δεν ήταν μια απλή επιχείρηση πλαστογραφίας. Ήταν μια έξυπνη αντιστροφή της καπιταλιστικής πραγματικότητας, έτσι ώστε αυτή να (θεωρείται ότι) απαρτίζεται μόνο από “κεφάλαια” και “επιχειρηματίες”, που αναμετριούνται μεταξύ τους σύμφωνα με τους κανόνες του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Ειδικά στην περίπτωση του “γνωσιακού κεφάλαιου”, η νεοφιλελεύθερη αντιστροφή έχει προφανείς συνέπειες. Ας συνοψίσουμε:

α) Το πεδίο εντός του οποίου οι γνώσεις έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία είναι ένα: η αγορά. Η γνώση δεν είναι ούτε χαρά, ούτε απόλαυση, αλλά (μόνο, ή κυρίως) μια διαρκής επενδυτική διαδικασία.

β) Μέσα στην αγορά γνώσεις υποτιμώνται ή και “εξαφανίζονται” (με την έννοια ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται να τις αγοράσει) και άλλες δημιουργούνται, με την φυσικότητα της δημιουργίας και της καταστροφής κεφαλαίων. Οι αλλαγές στο γνωσιολογικό Παράδειγμα των κοινωνιών πρέπει να εννοούνται μόνο σαν “η φυσική κίνηση του κεφαλαίου” – δεν υπάρχουν άλλα αξιολογικά κριτήρια σε σχέση με τις γνώσεις εκτός απ’ το κέρδος που αποφέρουν.

γ) Η “κυκλοφορία των γνώσεων” στην αγορά μοιάζει με την κυκλοφορία του χρήματος. Η μάθηση (και η εκπαίδευση) είναι απλά μία συναλλαγή (και να γιατί πρέπει να πληρώνει κανείς για να μάθει…). Έννοιες όπως η αλληλεγγύη ή η αλληλοβοήθεια δεν έχουν σχέση με την κυκλοφορία των γνώσεων, ούτε με τη σκοπιμότητα της μάθησης. Η παλιά ιδέα ότι σε κάθε διαδικασία εκπαίδευσης δε μαθαίνει μόνο ο εκπαιδευόμενος αλλά και ο εκπαιδευτής δεν μπορεί να σταθεί, αφού αυτός ο τελευταίος (ο εκπαιδευτής) δεν πληρώνει, κι ούτε πρέπει…

δ) Η διανοητική εργασία, μια έννοια αρκετά παλιά και αποδεκτή ως και την δεκαετία του 1960, είναι ξεπερασμένη και πρέπει να αντικατασταθεί. Του λοιπού, εάν και εφόσον επιτρέπεται να μιλάει κανείς για “εργασία” και “εργάτες”, αυτά θα αφορούν τους ανειδίκευτους χειρώνακτες.

Έχει ενδιαφέρον ωστόσο ότι η έννοια του γνωσιακού εργάτη (knowledge worker) γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την νεοφιλελεύθερη αλήθεια “όλα – είναι – κεφάλαιο”, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50. Το 1959 ο αυστρο-αμερικανός σύμβουλος επιχειρήσεων Peter Drucker εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο Τhe Landmarks of Tomorrow (τα ορόσημα του μέλλοντος) όπου ανάμεσα σε άλλες πρωτοποριακές για την εποχή του ιδέες (όπως το outsourcing) εισήγαγε και την έννοια του γνωσιακού εργάτη. Που, κατά την γνώμη του, θα αντικαθιστούσε τον βιομηχανικό εργάτη σε ότι αφορά την κεντρικότητά του(ς) στην οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής.

Αλλά ο Drucker ήταν πραγματιστής: μιλούσε για το (καπιταλιστικό) μέλλον μέσα απ’ τις σχέσεις του τότε (καπιταλιστικού) παρόντος. Το γνωσιακό εργάτη τον έβλεπε μέσα απ’ την εξαρτημένη μισθωτή σχέση που ήταν ο κανόνας, και κατά συνέπεια δεν μπορούσε να τον προβάλλει σαν “κεφαλαιούχο”, όσο σημαντικό κι αν τον θεωρούσε. Συνεπώς, για τον Drucker, ο γνωσιακός εργάτης παρέμενε πάντα διανοητικός εργάτης.

Τις επόμενες δεκαετίες, όπου η ανάπτυξη του τριτογενούς προχώρησε με άλματα χέρι χέρι με την πληροφοριοποίηση (μέσα στο ροζ σύννεφο του νεοφιλελευθερισμού) οι έννοιες πήραν άλλον δρόμο. Η “οικονομία της γνώσης”, η “πνευματική ιδιοκτησία” και το “γνωσιακό κεφάλαιο” άρχισαν να στήνουν αναπαραστάσεις ενός υποτιθέμενα “άυλου” καπιταλισμού, στον οποίο οι ιστορικές σχέσεις εκμετάλλευσης της εργασίας και εργατικού ανταγωνισμού θεωρήθηκαν ξεπερασμένες. Σ’ αυτήν την σκηνή, του “άυλου”, η αναγνώριση της σημασίας της διανοητικής εργασίας έγινε μέσω της μετατροπής της σε (ατομικό) κεφάλαιο – συνεταίρο και όχι ανταγωνιστή του εκάστοτε εργοδότη.

Για ένα γνωσιολογικό κίνημα

Υποθέτουμε πως έχει γίνει κατανοητό ότι μια αλληλουχία κοινότυπων παραδοχών οδηγεί με ακρίβεια στην ασφυξία που πολλοί ζουν σήμερα, μέσα και έξω απ’ το ξεπερασμένο (όπως υποστηρίζουμε) εκπαιδευτικό σύστημα. Εάν η εκπαίδευση έχει αξία μόνο σε σχέση με την ανταλλαγή των γνώσεων στην αγορά εργασίας· εάν η αγορά εργασίας και οι “ανάγκες της” προσδιορίζονται απ’ τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις διαρκείς αλλαγές στον καταμερισμό της παραγωγής και της κατανάλωσης· εάν, τέλος, δεν έχει διαμορφωθεί ένα οριστικό και πλήρες μοντέλο “χρήσιμων και άχρηστων γνώσεων”, καθώς οι εξελίξεις και οι αλλαγές είναι διαρκείς, τότε τι άλλο απομένει για όλους εμάς απ’ το τριβόμαστε στις μυλόπετρες αυτών των αλλαγών; Τι άλλο απομένει απ’ τη μοιρολατρεία και την ηττοπάθεια;

Είναι, ακριβώς, ενώπιον τέτοιου είδους κρίσιμων ερωτημάτων που χρειαζόμαστε ένα ριζοσπαστικό γνωσιολογικό κίνημα! Θα προσθέταμε: ένα γνωσιολογικό κίνημα ανταγωνιστικό σ’ όλες αυτές τις παραδοχές που “δουλεύουν” μέσα και πίσω απ’ την αγορά εργασίας.

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι πρέπει να αποσπάσουμε τις γνώσεις – και την μάθηση! – απ’ τη μέγγενη της αγοράς και του κεφαλαίου. Σημαίνει ότι πρέπει να θεμελιώσουμε μια εντελώς διαφορετική “αξία”, σαν οδηγό των γνωσιολογικών ενδιαφερόντων και επιλογών μας, μακριά κι αντίθετα απ’ τις αξιολογήσεις που παράγει το σύστημα. Σημαίνει ότι πάνω σ’ αυτήν την εντελώς διαφορετική αξία του να μαθαίνεις, πάνω σε αξίες κοινωνικής υφής και καθόλου αγοραίες, μπορούμε να ξαναστηρίξουμε την απαίτηση δημόσιων, κοινωνικών, δωρεάν εκπαιδευτικών διαδικασιών – για τον 21ο αιώνα.

Θα πει σ’ αυτό το σημείο κάποιος: Μα αυτό δεν είναι καινούργιο! Δεν έχει, μήπως, δηλωθεί ξανά και ξανά η εναντίωση στην “εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης”; Πράγματι. Μόνο που το “όχι στην εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης” είναι λειψό (έως και ύποπτο) εάν δεν στηρίζεται στο “όχι στην εμπορευματοποίηση της γνώσης”!!! Κι αυτό το τελευταίο “όχι” σημαίνει ότι ΔΕΝ μετράμε την αξία όσων ξέρουμε και όσων θέλουμε να μάθουμε με βάση το εμπόριο και τους κανόνες της αγοράς.

Ας τα δούμε αυτά κάπως πιο αναλυτικά.

Μας λένε (και ως τώρα το αποδεχόμαστε) ότι η γνώση είναι κεφάλαιο. Μπορούμε και πρέπει να διαγράψουμε αυτό το δόγμα υποστηρίζοντας ότι η γνώση είναι εργασία, είναι δημιουργία, είναι χαρά – και πάντα προς όφελος των κοινωνικών σχέσεων και του κοινωνικού πλούτου, και όχι των αφεντικών μας! Όμως αυτό δεν είναι μια εύκολη κουβέντα. Το να τραβήξουμε την γνώση, την εκπαίδευση, την μάθηση έξω απ’ τις νόρμες της αγοράς χρειάζεται έναν γενικό και ριζοσπαστικό επανακαθορισμό τόσο στα περιεχόμενα όσο και στις μεθόδους. Χρειάζεται να διαγράψουμε απ’ τα μυαλά μας τη διάκριση και την ιεράρχηση ανάμεσα σε “γνώσεις χρήσιμες για να πουληθούν” και γνώσεις που χαρίζονται, γνώσεις που αποτελούν το υφάδι των καθημερινών μας σχέσεων.

Κι ούτε αυτά είναι αρκετά. Χρειάζεται να αποβάλουμε απ’ την ηθική μας το στενό, χρηματικό ωφελιμισμό των “χαρτιών”, των “πτυχίων”, των πιστοποιήσεων. Χρειάζεται επίσης να αποβάλουμε απ’ τον ορίζοντά μας τον ατομισμό και τον ανταγωνισμό του “γνωρίζω”, σύμφωνα με τον οποίο μπορεί κανείς να εξασφαλίσει καλύτερη αμοιβή για τις γνώσεις τους εάν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν ίδιες ή παρόμοιες. Πρέπει, αντίθετα, να αποκαταστήσουμε στη θέση της την κοινωνικότητα του γνωρίζειν· την αλήθεια ότι όλη η ανθρωπότητα είναι ένα συλλογικό σώμα, ένα συλλογικό υποκείμενο γνώσεων, που προχωράει ακριβώς μέσω αυτής της ευρύτατης γνωσιολογικής συλλογικότητας και των ελεύθερων ανταλλαγών στο εσωτερικό της.

Χρειάζεται τέλος να μελετηθούν με κριτικό τρόπο οι βασικές αρχές των νέων τεχνολογιών, να ξεπεραστεί τόσο ο τεχνολογικός φετιχισμός όσο και οι τεχνολογικές φοβίες, και να διαλεχτούν εκείνα που είναι πραγματικά μέσα, εργαλεία, μιας κοινωνικής γνώσης της ζωής.

Θα πει κάποιος: ωραία, αυτά ακούγονται πολύ όμορφα και πολύ ιδεαλιστικά… Αλλά πως θα δουλεύουμε εάν δεν έχουμε (ο καθένας) έναν φάκελο γεμάτο χαρτιά, πτυχία, πιστοποιητικά γνώσεων; Ευτυχώς τέτοιου είδους αυταπάτες τις διαλύει το ίδιο το σύστημα, κρατώντας όμως ζωντανή την ιδεολογία τους, για να πολεμάμε ο καθένας όλους τους υπόλοιπους στην αγορά εργασίας. Στην πράξη μπορεί ο καθένας να δουλεύει οπουδήποτε γνωρίζοντας (απολαμβάνοντας γνώσεις) πολύ περισσότερα απ’ αυτά που χρειάζεται να πουλήσει στην αγορά! Ένα ανάμεσα στα πολλά που μπορεί να κάνει ένα ριζοσπαστικό, ανταγωνιστικό, γνωσιολογικό κίνημα είναι, τελικά, να επιβάλει στην περιβόητη “αγορά” κανόνες διαφορετικούς ή και αντίθετους από εκείνους που συμφέρουν τα αφεντικά.

Θα πει κάποιος άλλος: καλά, όμως πως είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένα γνωσιολογικό κίνημα; Δεν έχει υπάρξει ποτέ πριν κάτι τέτοιο· πώς λοιπόν θα το φτιάξουμε; Εδώ υπάρχουν σκέψεις και βήματα που έχουν γίνει· όμως αυτά μπορούν να αξιολογηθούν μόνο από εκείνους κι εκείνες που καταλαβαίνουν και την συγκεκριμένη πρόκληση των καιρών όχι σαν συντεχνιακό πρόβλημα ή σαν ζήτημα ατομικής κοινωνικής ανόδου, αλλά σαν κεντρικό θέμα της κοινωνικής ζωής.

Απ’ την άλλη μεριά πρέπει να θυμίσουμε ότι πριν 3 ή 4 δεκαετίες απετέλεσε βάση και αντικείμενο ενός ριζοσπαστικού και (αρχικά τουλάχιστον) ανταγωνιστικού κινήματος “κάτι” που ως τότε δεν είχε γίνει θέμα κοινωνικών ή και ταξικών συγκρούσεων. Και δημιουργήθηκε εκείνο το κίνημα επειδή αυτό το “κάτι” έγινε επίσης κεφάλαιο, και μάλιστα κρίσιμο για την σταθερότητα του συστήματος. Αναφερόμαστε σ’ αυτό που λέγεται “φύση” και στα ριζοσπαστικά οικολογικά κινήματα.

Εδώ και καιρό η γνώση – δηλαδή οι σκέψεις μας, τα ενδιαφέροντά μας, οι τρόποι να μαθαίνουμε κι αυτά που ξέρουμε ή αγνοούμε – έχει γίνει πράγματι καπιταλιστική πρώτη ύλη στρατηγικής σημασίας. Υπάρχουν πολλά που το δείχνουν και το φωνάζουν.

Αυτό που χρειάζεται είναι, επιτέλους, να πάψουμε να κρύβουμε τα κεφάλια μας στην άμμο της καπιταλιστικής Αλλαγής Παραδείγματος, στις αναμνήσεις, στις παλιές βεβαιότητες που είναι ξεπερασμένες. Αυτό που χρειάζεται είναι να ζήσουμε και να πολεμήσουμε στην πραγματική εποχή μας.  Αυτό που χρειάζεται είναι να ανακαλύψουμε τους καινούργιους ορίζοντες των πραγματικών κοινωνικών αναγκών.

 

_Game over

Οκτώβρης 2013

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>