“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Η τεχνική σύνθεση της εργασίας”

 Εισαγωγή

Θέλοντας να μιλήσουμε για το πώς οι κάθε φορά νέες τεχνολογίες οδηγούν τελικά στην εργατική υποτίμηση, θα ξεκινήσουμε την ανάλυση μας από αρκετά παλιά. Ήδη πριν από την είσοδο στη βιομηχανική εποχή, τα αφεντικά αναγνώριζαν πως ένας σίγουρος και εκ πρώτης όψεως ανώδυνος τρόπος* για να αυξάνουν την παραγωγικότητα στα εργαστήρια τους, στη συνέχεια στα εργοστάσια τους και ακόμη πιο μετά στα γραφεία τους, και κατ’ επέκταση την κερδοφορία τους, είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία τεχνολογιών και εφευρέσεων, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό να αυτοματοποιούν ορισμένους τομείς της. Ιδωμένο από την σκοπιά των αφεντικών, αυτό που πετυχαίνεται από την εφαρμογή και χρήση τέτοιων τεχνολογιών και τον συνδυασμό της δουλειάς των εργατών και των εργατριών είναι ο διπλασιασμός, τριπλασιασμός, τετραπλασιασμός (και πάει λέγοντας) των παραγόμενων προϊόντων ή και υπηρεσιών ανάλογα μέσα στους ίδιους χρόνους.

Η πολύ απλή διαπίστωση των αφεντικών τους οδήγησε από νωρίς να ενδιαφέρονται για την εξέλιξη, επαναστατικοποίηση των τεχνολογιών και των γνώσεων που μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμες από την παραγωγική διαδικασία και για τον λόγο αυτό να την χρηματοδοτούν. Έτσι, η διαδικασία αυτή τροφοδοτεί σε μια διαρκή βάση μέχρι και σήμερα την καπιταλιστική παραγωγή με ολοένα και συνθετότερα εργαλεία. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρείς διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όπου οι νέες τεχνολογίες και γνώσεις που εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε μια ριζική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Επιγραμματικά αναφέρουμε πως η πρώτη εντοπίζεται με την είσοδο της ατμομηχανής και των εφαρμογών της στην παραγωγική διαδικασία. Η δεύτερη εντοπίζεται με την γενικευμένη χρήση του ηλεκτρισμού, τη μηχανή εσωτερικής καύσης,  τη διύλιση πετρελαίου και την παραγωγή πετροχημικών και τις τηλεπικοινωνίες. καθώς και με την καθιέρωση της «αλυσίδας μαζικής παραγωγής» στις βιομηχανίες, δηλαδή το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας που εφαρμόστηκε στα εργοστάσια του Φόρντ και που επινοήθηκε από τον Ταίηλορ**.

Η τρίτη και τελευταία αναδιάρθρωση που εντοπίζουμε και με αυτήν θα ασχοληθούμε στην συνέχεια είναι αυτή που συνέβη – συμβαίνει με την γενικευμένη εφαρμογή της πληροφορικής, των ρομποτικών τεχνολογιών, των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και του ίντερνετ. Η τεχνική αναδιάρθρωση αυτή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Οι αιτίες που έφεραν στο προσκήνιο τις τεχνολογίες αυτές ήταν, από την μια, η ανάγκη των αφεντικών να τελειοποιούν την οργάνωση της παραγωγής, στα πλαίσια της λογικής που περιγράψαμε. Από την άλλη, όμως, ήρθαν και σαν τους εγγυητές της ‘κοινωνικής ειρήνης’. Σε μια εποχή που οι ταξικοί-κοινωνικοί αγώνες ήταν σε γενικευμένη όξυνση και ένταση παγκόσμια, με περιεχόμενα και απαιτήσεις που ξεκινούσαν από την οργάνωση της εργασίας και άγγιζαν μέχρι ζητήματα σχετικά με την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνικότητα και το περιβάλλον, οι ειδικοί των αφεντικών άρχισαν να εισάγουν σταδιακά ένα σύνολο τεχνολογιών, το οποίο πέρα από την ανυπολόγιστη αύξηση της παραγωγής που προκάλεσε, ήρθε ταυτόχρονα και σαν απάντηση σε όλα αυτά τα ζητήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Και όλα αυτά, με τα αφεντικά να έχουν επιτύχει όλο αυτό το σύνολο των νέων τεχνολογιών και των επιστημονικών γνώσεων, να θεωρείται από την πλειοψηφία των εργατικών υποκειμένων ως ένας τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ευημερία του. Η ίδια παλιά ιστορία δηλαδή, η αστική εξουσία-ιδεολογία, προτάσσοντας το κίνητρο της γνώσης από την ανθρωπιστική του διάσταση, μασκαρεύει το ουσιαστικό της κίνητρο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των σχέσεων στη παραγωγική διαδικασία, όπως ακριβώς και στην καταναλωτική.

Είναι προφανές πως οι αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες στην οργάνωση της εργασίες είναι πολλές και διαφορετικής φύσεως η κάθε μια. Αφορούν τόσο την παραγωγή αυτή καθ’ εαυτή, όσο και την διαδικασία της κατανάλωσης και την ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων. Είναι ζήτημα για εμάς ως εργάτες και εργάτριες το να διαπιστώσουμε και να αξιολογήσουμε το τι σημαίνουν οι αλλαγές αυτές για τις ζωές μας και αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με τη σημερινή και με την αυριανή εισήγηση.

* Λέμε ‘εκ πρώτης όψεως ανώδυνος’ γιατί το ζήτημα της ενσωμάτωσης στη παραγωγή τεχνολογιών με σκοπό την αύξηση της δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, όπως για συντομία την αναφέρουμε παραπάνω. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγής από την μια είναι γεγονός, αλλά από την άλλη δε συνεπάγεται υποχρεωτικά την συνεχή αύξηση της κερδοφορίας. Αυτό συμβαίνει γιατί, όσο αυξάνει η μηχανική μεσολάβηση και η ανθρώπινη εργασία κρίνεται ολοένα και περισσότερο περιττή, μπορεί να αυξάνεται η παραγωγή προϊόντων συνολικά, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει να περιορίζεται η δυνατότητα κατανάλωσης αυτών των προϊόντων, μιας και, θεωρητικά, ένα μεγάλο πλήθος εργατών αχρηστεύεται, με αποτέλεσμα η παραγωγή των προϊόντων αυτών να μη μεταφράζεται σε κέρδη, αλλά σε χασούρα. Η αντινομία αυτή οδηγεί σε κρίσεις, άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης έντασης, έχοντας σαν συνέπεια να μεθοδεύονται από τα αφεντικά διαφόρων ειδών λύσεις. Σε κάθε περίπτωση η κουβέντα αυτή δεν θα απασχολήσει -προς το παρόν- την ανάλυση μας για πρακτικούς και μόνο λόγους.

** Ο φορντισμός – ταιηλορισμός παραπέμπει, κατ’ αρχήν σε ένα υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής. Αντιπροσωπεύει την εκτεταμένη χρήση μηχανών με την μορφή της αλυσίδας παραγωγής, που μεταφέρει το υπό κατασκευή προϊόν στους εργαζόμενους, οι οποίοι συναρμολογούν με απολύτως και απαρέγκλιτα προγραμματισμένο τρόπο τα επιμέρους τμήματα, μέχρι να λάβει την τελική μορφή του. Σε αυτήν την διαδικασία, χρησιμοποιείται, από την μια, πλήθος μηχανών, που εξασφαλίζει την συνεχή ροή και, από την άλλη, πολύ μεγάλες ομάδες ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων, που, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, απαιτείται να ανταποκρίνονται με απλές επαναλαμβανόμενες πράξεις, ταχύτατα και δίχως καθυστερήσεις στους ρυθμούς των μηχανικών συνόλων, τα οποία ενοποιούνται στη σειρά παραγωγής. Βασικός στόχος του φορντικού  μοντέλου είναι να επιτύχει την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο συνδυασμός του μηχανικού και του ανθρώπινου παράγοντα, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή προϊόντων στο μικρότερο χρόνο.

Α. Τι είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας και πώς μεταβάλλεται.

Ξεκινώντας την προσπάθεια αυτή, πρέπει να πάρουμε σαν δεδομένο πως οι εργάτες και οι εργάτριες ως συλλογικό υποκείμενο δεν μένουν αμετάβλητοι από τις αλλαγές που επιφέρουν κάθε φορά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Με αυτό εννοούμε πως οι νέες τεχνολογίες είναι υπεύθυνες μεταξύ άλλων για την εξαφάνιση διαφόρων επαγγελμάτων, την δημιουργία νέων ή και την μετατροπή του περιεχομένου ήδη υπαρχουσών. Και είναι προφανές πως η σύνθεση των εργατών αλλάζει, απλά και μόνο αν σκεφτεί κανείς πως, σε προηγούμενα παραδείγματα, δε μπορούσαμε καν να μιλάμε για εργάτες και εργάτριες, αλλά μόνο για τους πρώτους. Λέμε, λοιπόν, πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται σταδιακά και όχι προς τυχαίες κατευθύνσεις. Οι αιτίες που οδηγούν στις αλλαγές αυτής της τεχνικής σύνθεσης ποικίλουν. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με τις αλλαγές που επιφέρει η εκάστοτε καπιταλιστική τεχνική αναδιάρθρωση της παραγωγής.

Πιο αναλυτικά, με τον όρο ‘τεχνική σύνθεση της εργασίας’ αναφερόμαστε στον καταμερισμό των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων, καθώς και στην ιεράρχηση και την διατίμηση διαφόρων μορφών εργασίας σε «ανώτερες» και «κατώτερες», στοιχεία βασικά ώστε να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων. Η σύνθεση αυτή και τα στοιχεία που την αποτελούν κάθε φορά συνδέονται άμεσα με την διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων κάθε είδους, αλλά και με την κατανάλωση τους. Όσο καλύτερα την οργανώνουν τα αφεντικά, τόσο πιο αποτελεσματική και δίχως εντάσεις γίνεται η εκμετάλλευση των εργατικών υποκειμένων. Και την λέμε ‘τεχνική’, γιατί, όπως εξηγήσαμε και προηγουμένως, η οργάνωση της παραγωγής εξαρτάται άμεσα από την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, δηλαδή την μηχανολογία, την τεχνολογία και τις γνώσεις τις οποίες μπορεί και εκμεταλλεύεται μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Στα στοιχεία που περιγράφουν την σύνθεση της εργασίας, χρήσιμο είναι να συνυπολογίζεται και ο ρόλος που παίζει η ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων, σαν ένα ακόμη απαραίτητο στοιχείο για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών παραγωγής και κατανάλωσης. Όταν αναφερόμαστε στην ‘ιδεολογική συγκρότηση’, εννοούμε ένα σύνολο από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες που καλλιεργούνται με διάφορους τρόπους από τα αφεντικά και που σα στόχο έχουν να θολώνουν την πραγματικότητα γύρω από την εκμετάλλευση της εργασίας. Αν το τεχνικό περιβάλλον και οι γνώσεις, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται κάθε φορά, διαμορφώνουν την παραγωγική διαδικασία, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία των αφεντικών, τότε η ιδεολογία είναι αυτή που την περιφρουρεί.

Άρα η τεχνική σύνθεση της εργασίας και η ιδεολογία σαν ένας πρόσθετος παράγοντας, διαμορφώνονται κάθε φορά από τα αφεντικά βάσει των αναγκών τους και με στόχο πάντα την κερδοφορία τους σε βάρος της εργασίας, καθώς και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Η διαμόρφωση αυτή συντελείται με την εφαρμογή των εκάστοτε νέων τεχνολογιών και επιστημονικών γνώσεων.

Επομένως, είναι σημαντικό, μετά από όλα αυτά,  να περιγράψουμε λίγο αναλυτικότερα το ποια είναι αυτή η σύνθεση της εργασίας σήμερα, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά από την τελευταία τεχνολογική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού για την οποία μιλήσαμε καθώς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της.

Β. Ποια είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας σήμερα

 – οι νέες τεχνολογίες επανακαθορίζουν την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού

Ας δούμε ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν σήμερα την πραγματικότητα της εργασίας. Από την μια, συμβαίνει μια αλλαγή παραδείγματος: από το φορντικό μοντέλο, με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, περνάμε σε ένα νέο ευέλικτο καθεστώς. Ταυτόχρονα, συμβαίνει μια άνθιση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών. Και όλα αυτά, πάντα σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στο περιεχόμενο της εργασίας. Αυτά είναι λίγο πολύ τα στοιχεία που συνθέτουν την σημερινή εκδοχή της εκμετάλλευσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως η μετάβαση αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη, μιας και η βιομηχανική παραγωγή και το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της δεν εξαφανίστηκε τελείως. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή σήμερα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Το γεγονός που προκαλεί σύγχυση εδώ είναι πως αυτή απομακρύνθηκε από την ‘αναπτυγμένη’ δύση και μεταφέρθηκε σε περιοχές όπου το κόστος εργασίας είναι κατά πολύ φτηνότερο. Αλλά ακόμη και  στον ίδιο τον ‘ανεπτυγμένο’ κόσμο, μπορούμε να πούμε πως περισσότερο διαπιστώνεται συνέχεια και διεύρυνση, παρά ρήξη με το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της εργασίας. Αυτή η διάκριση μεταξύ βιομηχανικού και βιο-πληροφορικού παραδείγματος, είναι επομένως συμβατική, απλά και μόνο για να εστιάσουμε στα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το δεύτερο.

Σταδιακά, από την δεκαετία το ’60 και μετά, το τεχνικό περιβάλλον που πλαισιώνει την εργασία μετασχηματίζεται ριζικά. Η ανάπτυξη της πληροφορικής, της ρομποτικής, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες και οι βιοτεχνολογίες, αφενός, ήρθαν για να εξελίξουν την οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης. Αφετέρου, όμως, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων, το οποίο επεκτείνεται και έξω από την σφαίρα των υλικών ή άυλων εμπορευμάτων, επηρεάζοντας το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η τεχνική σύνθεση της εργασίας, που τα αφεντικά μπορούν να αξιοποιήσουν, προς όφελός τους πάντα, διαμορφώνεται σε μια ρευστή πραγματικότητα, όπου οι νέες τεχνολογίες, ως υπαρκτές ισχυρές τάσεις μέσα στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, επεμβαίνουν βίαια και αναμορφώνουν ολόκληρους τομείς της παράγωγης. Χωρίς να εξαντλούμε το θέμα, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής :

>η ρομποτική και η αντίστοιχη αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στις βιομηχανίες μαζικής παραγωγής αντικαθιστά τους ανθρώπους με εξειδικευμένες μηχανές, που εκτελούν μια προκαθορισμένη σειρά κατεργασιών στα προϊόντα που παράγονται. Έτσι, τα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια, στη δύση και όχι μόνο, έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική χωροταξία τους, το τεχνικό καταμερισμό της εργασίας εντός τους, ακόμα και το πλήθος των εργατών τους που απασχολούν,  κάνοντας οποιαδήποτε ομοιότητα με αυτά της δεκαετίας του ‘60 δύσκολη.  Οι εφαρμογές της ρομποτικής επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική (κυρίως στη μικροχειρουργική), χωρίς όμως να αγγίζουν την ανάπτυξη εφαρμογής τους στη βιομηχανία.

>οι μικροϋπολογιστές , τα τηλεφωνικά δίκτυα και η υπολογιστική δικτύωση (είτε τοπική είτε παγκόσμια) έχουν συντελέσει σε ορισμένες τεράστιας κλίμακας αλλαγές στο τρόπο που οργανώνονται, διοικούνται και επικοινωνούν επιχειρήσεις, που ανήκουν, όχι μόνο στον στενά εννοημένο τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε όποιες εταιρείες επωφελούνται από το νέο αυτό τεχνικό περιβάλλον στο τομέα της διασκέδασης, της υγείας, ακόμη και της αγροτικής παραγωγής. Όμως, στα γραφεία είναι που δοκιμάζεται συνεχώς η δυνατότητα αξιοποίησης στο μέγιστο βαθμό αυτών των νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, αλλάζοντας σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους σε σχέση με πριν 20 ή 30 χρόνια.

>οι βιοτεχνολογίες, σε συνδυασμό και με τις άλλες τεχνολογίες που αναφέρθηκαν, αλλάζουν εκ βάθρων την αγροτική παραγωγή, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τον εργατικό πληθυσμό που απασχολείται σε αυτό τον τομέα. Ταυτόχρονα, με αυτές τις μηχανικές, ηλεκτρονικές και βιοτεχνολογικές εφαρμογές σε τόσες πλευρές του πρωτογενούς τομέα, αναπόφευκτα δημιουργείται ένας συνδυασμός ‘’ανειδίκευτης’’ εργασίας και μηχανικής μεσολάβησης, που αντικαθιστά τον προηγουμένως πιο εξειδικευμένο εργάτη της αγροτικής παραγωγής.

– πως μεταβάλλονται γενικά οι εργασιακές διαδικασίες και οι απαραίτητες γνώσεις

Η εισαγωγή νέων μηχανών και τεχνολογικών καινοτομιών και, φυσικά, η επακόλουθη αναδιοργάνωση των εργασιακών διαδικασιών επανακαθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο των γνώσεων, αλλά αλλάζει και τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτές οι γνώσεις εντάσσονται στην παραγωγική διαδικασία.  Οι εργατικές δεξιότητες/γνώσεις είναι κεντρικής σημασίας για την καπιταλιστική αξιοποίησή τους στο καινούργιο αυτό τεχνικό περιβάλλον που, όμως, παραμένει ρευστό και ευμετάβλητο.

Επομένως, σε ό,τι αφορά την παραγωγή, είναι προφανές πως οι γνώσεις και οι ειδικότητες που, μια δεδομένη στιγμή, θεωρούνται απαραίτητες σε αυτές τις συνθήκες αλλάζουν συνεχώς με τον ίδιο ρυθμό που αλλάζει και η συνθετότητα των τεχνολογιών αυτών. Η πολυπλοκότητα των νέων μηχανών παραγωγής,  δηλαδή των υπολογιστών, των ρομπότ και των τηλεφωνικών δικτύων, είτε παράγονται μέσω αυτών πράγματα είτε υπηρεσίες, πράγματι γεννάει την ανάγκη διαφόρων κατηγοριών τεχνικών, επισκευαστών, συντηρητών, εφαρμοστών, οι οποίοι πιθανώς να χρειάζονται κάποια αυξημένη εξειδίκευση. Το πλεονέκτημα τους, όμως, αυτό είναι σχετικό, μιας και ο ρυθμός της τεχνολογικής εξέλιξης στους τομείς αυτούς είναι πολύ γρήγορος και ο χρόνος που τα υποκείμενα αυτά χρειάζονται για να το εκμεταλλευτούν είναι αρκετά περιορισμένος. Ταυτόχρονα, είναι εξίσου πραγματικό πως οι ολοένα και συνθετότερες μηχανές είναι σε θέση να αντικαθιστούν ειδικότητες που, ως πρόσφατα, έμοιαζαν ακλόνητης αξίας, όπως συμβαίνει με το παράδειγμα της ιατρικής. Η ραγδαία εξελισσόμενη μηχανοποίηση διάφορων τομέων της ιατρικής, η χρήση πολύπλοκων ρομπότ και άλλων θαυμάτων των νέων τεχνολογιών ανατρέπουν την τεχνική σύνθεση σε έναν ραγδαία αναπτυσσόμενο και κερδοφόρο τομέα.

Οι αλλαγές αυτές που περιγράφηκαν αφορούν μόνο ένα κομμάτι των εργατικών υποκειμένων και μάλιστα αυτό που, βάσει της ιεράρχησης που καθορίζεται από τα αφεντικά, θεωρείται ‘ανώτερο’ από τα υπόλοιπα. Για το πιο μεγάλο τμήμα των εργατών που βρίσκεται σε δουλειές που εισχώρησαν σταδιακά οι νέες τεχνολογίες, αυτό που συμβαίνει είναι να χάνεται μεγάλο μέρος των γνώσεων που ήταν απαραίτητες, να εξαφανίζεται, δηλαδή, ακόμη περισσότερο ο ήδη περιορισμένος έλεγχος που έχουν τα εργατικά υποκείμενα πάνω στο περιεχόμενο της δουλειάς τους, δίνοντας την θέση του σε ένα συνδυασμό «ανειδίκευτης» εργασίας και εφαρμογής νέων τεχνολογιών. Καταντούν βαθμιαία σε απλούς χειριστές προγραμμάτων, πιο ευέλικτοι, μιας και στους περισσότερους κλάδους μπορούν ανταπεξέρχονται σαν τέτοιο. Καταντούν τελικά φτηνότεροι.

ορισμένες αλλαγές της απασχόλησης στη βιομηχανική παραγωγή και στο γραφείο

Η ωρίμανση της επανάστασης της πληροφοριακής διαδικασίας, στη δεκαετία του ‘90, έχει αλλάξει την εργασιακή διαδικασία, εισάγοντας νέους τύπους κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας. Χρειάστηκε ολόκληρη του ‘80 για να εισχωρήσουν πλήρως οι βασισμένες στη μικρο-ηλεκτρονική μηχανές στη βιομηχανία και, μόλις στη δεκαετία του ‘90, διαδοθήκαν ευρέως σ’ όλες τις δραστηριότητες επεξεργασίας πληροφοριών του αποκαλούμενου τομέα υπηρεσιών. Στη δεκαετία του ’90, διάφοροι παράγοντες επιτάχυναν τον μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας: η τεχνολογία των υπολογιστών και των εφαρμογών τους, της οποίας η εξέλιξη γινόταν με διακριτά άλματα, έγινε όλο και πιο φτηνή και βελτιωμένη και γι’ αυτό πιο εύκολο να την αποκτήσει και να τη διαχειριστεί κανείς σε μεγάλη κλίμακα.

Όσο αφορά την αυτοματοποίηση του γραφείου, έχει περάσει από τρεις διαφορετικές φάσεις, καθορισμένες σε μεγάλο βαθμό από την διαθέσιμη τεχνολογία. Στη πρώτη φάση, χαρακτηριστική των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, χρησιμοποιήθηκαν πρώιμοι υπολογιστές για μαζική επεξεργασία πληροφοριών. Η διαχείριση των υπολογιστών από ειδικούς στα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων αποτέλεσε την βάση ενός συστήματος που χαρακτηριζόταν από ακαμψία και ιεραρχικό έλεγχο των ροών πληροφοριών. Οι λειτουργίες καταχώρισης δεδομένων απαιτούσαν σημαντικές προσπάθειες, αφού στόχος του συστήματος ήταν η συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων πληροφοριών σε μια κεντρική μνήμη. Η εργασία τυποποιήθηκε, έγινε ρουτίνα και ουσιαστικά αποειδικεύτηκε για την πλειοψηφία των υπαλλήλων γραφείου. Τα επόμενα στάδια αυτοματοποίησης, ωστόσο, ήταν ουσιωδώς διαφορετικά.

Η δεύτερη φάση, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, χαρακτηρίστηκε από την έμφαση που δόθηκε στη χρήση μικροϋπολογιστών από τους απασχολούμενους στην πραγματική εργασιακή διαδικασία. Παρόλο που οι εργάτες αυτοί υποστηρίζονταν από συγκεντρωτικές βάσεις δεδομένων, εντός της διαδικασίας παραγωγής πληροφοριών αλληλεπιδρούσαν άμεσα, αν και συχνά χρειάζονταν την υποστήριξη ειδικών στους υπολογιστές. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο συνδυασμός της προόδου στις τηλεπικοινωνίες και τους μικροϋπολογιστές οδήγησε στον σχηματισμό δικτύων και κυριολεκτικά έφερε επανάσταση στις δουλειές γραφείου, μολονότι οι οργανωτικές αλλαγές που απαιτήθηκαν για την πλήρη χρήση των νέων τεχνολογιών καθυστέρησαν την ευρεία διάδοση του νέου μοντέλου αυτοματοποίησης ως την δεκαετία του ‘90.

Σε αυτήν την τρίτη φάση αυτοματοποίησης, τα συστήματα γραφείου ενοποιούνται και δικτυώνονται με πολλαπλούς μικροϋπολογιστές που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τον κεντρικό υπολογιστή, σχηματίζοντας έναν ιστό, ο οποίος έχει την δυνατότητα να επεξεργάζεται πληροφορίες, να επικοινωνεί και να παίρνει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Τα αλληλεπιδρώντα πληροφοριακά συστήματα, και όχι απλά οι υπολογιστές, αποτελούν την βάση του αυτοματοποιημένου γραφείου και των αποκαλούμενων «εικονικών» ή «εναλλακτικών» γραφείων, καθώς δικτυώνουν όσους εργάζονται σε διαφορετικές τοποθεσίες.

Επομένως, η τρίτη φάση αυτοματοποίησης του γραφείου αντί να εξορθολογίζει απλά την εκτέλεση, όπως συνέβη στην περίπτωση της μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, μεταστρέφει ολόκληρη την διαδικασία, καθώς η τεχνολογία επιτρέπει τη σύγκλιση των πληροφοριών από πολλές διαφορετικές πηγές και διαδοχικά την αναδιανομή τους και την επεξεργασία τους σε διαφορετικές αποκεντρωμένες μονάδες εκτέλεσης. Έτσι, αντί να αυτοματοποιεί συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως την δακτυλογράφηση, τους υπολογισμούς, το νέο σύστημα εξορθολογίζει μια ολόκληρη διαδικασία (για παράδειγμα, την ασφάλιση επιχειρήσεων, τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων κλπ) και στην συνέχεια ενοποιεί τις διάφορες διαδικασίες που μπορεί να είναι από γραμμές παραγωγής μέχρι έρευνα αγοράς. Οι εργάτες, έτσι, ενοποιούνται λειτουργικά αντί να είναι οργανωτικά διασκορπισμένοι.

 – Η πρόσδεση των τεχνολογικών αλλαγών στο άρμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Η νέα πληροφοριακή τεχνολογία επανακαθορίζει εργασιακές διαδικασίες και περιεχόμενα και κατά συνέπεια την απασχόληση και την επαγγελματική δομή. Ενώ ένας σημαντικός αριθμός εργασιών έχουν αναβαθμιστεί από πλευράς δεξιοτήτων, μερικές φορές και από πλευράς μισθών και εργασιακών συνθηκών, στους δυναμικούς τομείς, ένας μεγάλος αριθμός εργασιών έχουν εξαλειφτεί/τροποποιηθεί λόγω της αυτοματοποίησης και στην βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Αυτές είναι γενικά εργασίες που δεν είναι αρκετά ειδικευμένες, ώστε να ξεφύγουν από την αυτοματοποίηση, αλλά είναι αρκετά ακριβές ώστε να αξίζουν να επενδύσει μια επιχείρηση στην τεχνολογία για να τις αντικαταστήσει. Επομένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας τεχνικής ταξικής σύνθεσης είναι η ανάδυση ενός μαζικού ‘’ηλεκτρονικού προλεταριάτου’’ στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, μέσα από την πόλωση της εργατικής δύναμης, πλάι σε κάποια πιο ειδικευμένα ‘’πληροφοριακά επαγγέλματα’’ (στελέχη, ειδικευμένους επαγγελματίες και τεχνικούς).

Αν και οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες λαμβάνουν κεντρικό, στρατηγικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ένα εύρος αλλαγών που χαρακτηρίζουν αυτό το μεταφορντικό καθεστώς συσσώρευσης απέχει πολύ από τα αναπόφευκτα/μηχανιστικά αποτελέσματα της εφαρμογής των πληροφορικών τεχνολογιών που επικαλούνται τα εκάστοτε αφεντικά. Αυτή η άποψη, φυσικά, έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν την προλεταριακή δυσαρέσκεια απέναντι στις απολύσεις, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας ή την εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς.

Μελέτες που έγιναν πάνω στη σχέση τεχνολογικής αλλαγής και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, έδειξαν ότι, κατά βάση, οι νέες τεχνολογίες εισήχθησαν για να μειωθούν οι θέσεις εργασίας, να καθυποταχτούν τα σωματεία και να μειωθεί το κόστος, παρά για να βελτιωθεί η ποιότητα ή να αυξηθεί η παραγωγικότητα με μέσα διαφορετικά από την μείωση του μεγέθους της επιχείρησης.

Η επακόλουθη διακλάδωση των εργασιακών τύπων και η πόλωση της εργασίας δεν είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου ή αμείλικτων εξελικτικών τάσεων. Είναι κοινωνικά καθορισμένη και διοικητικά προσδεμένη στη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, που λαμβάνει χώρα στις γραμμές παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών, στις ρίζες του πληροφοριακού παραδείγματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργασία, η απασχόληση και τα επαγγέλματα μετασχηματίζονται και η ίδια η έννοια της εργασίας και του χρόνου εργασίας νοηματοδοτούνται ξανά σε αυτό το νέο τεχνικό περιβάλλον. 

Γ. Ιδεολογική σύνθεση της εργασίας.

Η πλήρως ελεγχόμενη και προσεκτικά καθορισμένη οργάνωση της παραγωγής είναι ένα βασικό ζήτημα για τα αφεντικά και την εξασφάλιση της κερδοφορίας τους. Δεν είναι, όμως, το μόνο που πρέπει να έχουν υπό έλεγχο. Και αυτό γιατί, για να λειτουργεί στην εντέλεια το μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής, πρέπει με κάθε τρόπο να εξασφαλίζεται και η ομαλότητα, η ‘κοινωνική ειρήνη’ όπως αναφέραμε και προηγουμένως.

Αυτό είναι ένα δίδαγμα το οποίο τα αφεντικά έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τους, ιδιαίτερα μετά και από την κρίση του ’60 – ’70, όποτε και η τελευταία τεχνική αναδιάρθρωση άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή και να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Το γεγονός, μάλιστα, πως η κρίση αυτή εκφράστηκε, όχι μόνο στους χώρους δουλειάς σαν κρίση των σχέσεων παραγωγής, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα τα οποία άπτονται στοιχείων που πηγάζουν από την καθημερινή καταπίεση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και απαγορεύσεων, οδήγησε τα αφεντικά και τους ειδικούς τους να αναζητήσουν εξίσου καθολικές απαντήσεις στις αρνήσεις αυτές.

Η οργάνωση της παραγωγής γινόταν πάντα υπό το πρίσμα του πώς οι αρνήσεις αυτές, οι οποίες οδήγησαν στην κρίση, δεν θα εκδηλώνονται, αλλά θα θάβονται ή θα μεσολαβούνται. Η ιδεολογική συγκρότηση, λοιπόν, των εργατικών υποκειμένων, είτε πατούσε σε παραδοσιακές εκδοχές της, είτε εφεύρισκε και νέες, δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διεργασία που συνέβη τα τελευταία χρόνια, αλλά πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να το κάνει) ταυτόχρονα με την οργάνωση της παραγωγής. Επίσης, αντίστοιχα με τις ανάγκες που έκαναν απαραίτητη την συνεισφορά της, οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες αυτές ξεπερνούσαν τους χώρους της στενά εννοούμενης εργασίας και επεκτείνονταν και στο σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Αυτό που πέτυχαν τελικά τα αφεντικά με την διευρυμένη χρήση των νέων τεχνολογιών είναι η καθολική εξατομίκευση των εργατικών υποκειμένων. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι τεχνολογίες που βασίζονται στην πληροφορική και την ψηφιοποίηση, οι οποίες σταδιακά έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας από την δεκαετία του ’60 και έπειτα, τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, το ίντερνετ και όλες οι συναφείς τεχνολογίες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Ο γενικός τύπος των σχέσεων αυτών, μέσα στο νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα που διαμορφώνεται, είναι η ιδέα του ‘ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί χώρια’. Σε συνδυασμό πάντα με την εικονική μεσολάβηση της κοινωνικότητας αυτών των υποκειμένων από τις νέες τεχνολογίες.

Στην εργασία, αυτή η συνθήκη εκφράζεται μέσα από τον ατομισμό, τον ανταγωνισμό και γενικά τις ψευδαισθήσεις του καθενός και της καθεμίας πως, αργά η γρήγορα, σαν επιβράβευση των προσωπικών τους κόπων, θα αγγίξουν την πολυπόθητη ευημερία και καταξίωση. Οι εργάτες και οι εργάτριες, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους σαν μικρούς ιδιοκτήτες, κεφάλαιο των οποίων θεωρούνται οι γνώσεις και η εξειδίκευση που απέκτησαν μέσα από την πολυετή τους εκπαίδευση, επιδιώκουν την ατομική τους διέξοδο από την κόλαση της μισθωτής σχέσης και την κοινωνική τους ανέλιξη, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν τους αξίζει τίποτα λιγότερο.

Ο καθένας είναι ‘επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος, μέσα στο σύστημα που μοιράζει αφειδώς ατομικές ευκαιρίες, το μόνο που έχει να κάνει είναι να παίξει σωστά τα χαρτιά του για να μην τον ξεπεράσει ο διπλανός του. Το μόνο πρόβλημα σε αυτή τη λογική είναι πως ο καπιταλισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο σύστημα. Εδώ, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η εκμετάλλευση των εργατών και των εργατριών, μαζί με την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά. Και παρόλο που τα υποκείμενα αυτά αποφεύγουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως εργάτες και εργάτριες (άλλο ένα επίτευγμα της ιδεολογίας), η πραγματικότητα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα τα υποκείμενα αυτά να οδηγούνται προς την απογοήτευση και στην εσωτερίκευση μιας υποτίμησης η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ατομικά. Ή ακόμη και όταν προσπαθεί να εκφραστεί συλλογικά, με δυσκολία μπορεί να ξεφεύγει από εγωκεντρικές λογικές του τύπου, ‘θέλουμε πίσω το μέλλον που μας υποσχέθηκαν’, αφήνοντας εσκεμμένα στην άκρη το γεγονός ότι το μέλλον που θεωρεί ο καθένας ότι του αξίζει σημαίνει ταυτόχρονα την καταστροφή κάποιου άλλου.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν σε κοινωνικό  επίπεδο στο πολύμορφο σώμα που αντέδρασε ενάντια στις παραδοσιακές καπιταλιστικές προσταγές, επί της ουσίας ήταν η ενσωμάτωση και η μεσολάβηση του λόγου και της κριτικής που το ίδιο άσκησε τις δεκαετίες του ’60-’70. Το σύνολο των επιθυμιών που, έως τότε, καταπιέζονταν από τις παραδοσιακές σχέσεις του καπιταλιστικού μορφώματος, καθώς και οι απαιτήσεις για ‘απελευθέρωση’ και ‘αυτοκαθορισμό’ των υποκειμένων που δέχονταν αυτήν την καταπίεση, μπήκαν στο επίκεντρο της προσοχής και του σχεδιασμού των αφεντικών. Με την βοήθεια των νέων τεχνολογιών, εφοδιασμένων με μια ρητορική που τις παρουσίασε σαν το κλειδί για την είσοδο στον μαγικό κόσμο των επιθυμιών, τα αφεντικά κατάφεραν να αντιστρέψουν το κλίμα αντίδρασης, εμπορευματοποιώντας και μεσολαβώντας τις καθημερινές τους σχέσεις. Από τις κουλτούρες και τα στυλ των νέων μέχρι τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τα πάντα μπήκαν στην τροχιά της μηχανικής και ιδεολογικής μεσολάβησης, δημιουργώντας μάλιστα την ψευδαίσθηση πως βαδίζουμε προς μια πιο ελευθεριακή κατάσταση, την στιγμή που συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>