Επιστρέφοντας στην γυάλα των πανεπιστημίων.

Μια συνέπεια της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας είναι η λεγόμενη διαστολή του χρόνου. Σύμφωνα με το φαινόμενο αυτό, η έννοια του χρόνου δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική με την κατάσταση της κίνησης του παρατηρητή. Προσοχή για να μη υπάρξουν παρανοήσεις! Δεν μιλάμε γι’ αυτήν την «επίμονη ψευδαίσθηση» του υποκειμενικά βιωμένου χρόνου. Μιλάμε για τον «πραγματικό» χρόνο των επιστημόνων. Πέρα όμως από αυτόν τον χρόνο, μπορούμε να μιλάμε και για σχετικότητα του χρόνου έτσι όπως τον αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους. Εννοούμε αυτό που λογικά όλοι θα έχουμε παρατηρήσει κατά καιρούς, όταν η αίσθηση που έχουμε για την ροή του χρόνου επηρεάζεται αισθητά από διακυμάνσεις στη διάθεσης μας και από άλλες παραμέτρους της καθημερινότητας μας.

Για να αρχίσουμε να γινόμαστε λίγο κατανοητοί, το ‘φαινόμενο’ αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε πολύ χαρακτηριστικά, αναλογιζόμενοι τους δυο μήνες που μας πέρασαν. Στο διάστημα αυτό έγιναν πολλά και διάφορα. Εισβολές μπάτσων σε καταλήψεις, εισβολή στην ασοεε, έγιναν συνελεύσεις, πορείες, μικροφωνικές, αφισοκολλήσεις. Ήταν σίγουρα μια περίοδος έντασης των δραστηριοτήτων μας. Έτσι, τυχαίνει αυτό το διάστημα, μαζί με όλα τα γεγονότα που το συνόδεψαν, σε άλλους να φάνηκε πως διήρκεσε μήνες (>>2) και σε άλλους πως διήρκεσε μερικές μέρες. Η αίσθηση αυτή ποικίλει επίσης ανάλογα με την στιγμή που εστιάζουμε στον χρόνο που πέρασε. Καλώς ή κακώς, πάντως οι δύο μήνες θα είναι πάντα δύο μήνες και είναι αρκετός καιρός ώστε να υπάρχουν εξελίξεις, οι όποιες μας διαφεύγουν σε διάφορα άλλα πεδία τα οποία αναπόφευκτα παραμελήσαμε.

Για να αφήσουμε επιτέλους τις γενικολογίες και να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα, ας επιστρέψουμε στην γυάλα των πανεπιστημίων. Παρατηρούμε, λοιπόν, πως εκεί όλα πηγαίνουν ρολόι –για τ’ αφεντικά. Εκεί, ο χρόνος κύλησε και συνεχίζει να κυλάει ‘κανονικά’. Όσοι, λοιπόν, ανησυχούν για το πως πήγε το νοικοκύρεμα των ιδρυμάτων όλο αυτό το διάστημα, μπορούν να ηρεμήσουν. Ενδεικτικά, θα μιλήσουμε για δυο στιγμιότυπα που οι δυο τελευταίοι μήνες άφησαν να ξεχαστούν, τα οποία, αν και καθυστερημένα, αξίζει να τα σχολιάσουμε.

 

Τα συμβούλια διοίκησης ψηφίστηκαν!

Για να μην ξεχνιόμαστε, λοιπόν, ο τελευταίος κύκλος που απασχόλησε κατά κόρον το φοιτηταριάτο τον τελευταίο χρόνο –τα συμβούλια διοίκησης- έφτασε αισίως στο τέλος του. Μετά από προσφυγές στο ΣτΕ και αλλεπάλληλα μπλοκαρίσματα, ολοκληρώθηκαν τελικά οι εκλογές γι’ αυτά στα πανεπιστήμια. Να θυμίσουμε πως τα συμβούλια διοίκησης αποτελούνται από 9 εσωτερικά μέλη -8 πανεπιστημιακούς και έναν φοιτητή(!)- και 6 εξωτερικά και είναι το κατεξοχήν όργανο που θα είναι πλέον υπεύθυνο για την διοίκηση των πανεπιστημίων, αναλαμβάνοντας ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος των αρμοδιοτήτων της συγκλήτου.

Πώς, όμως, μετά από τόσες αντιδράσεις και προστριβές κατέληξαν κοντά οι 8 στους 10 πανεπιστημιακούς να πάνε να ψηφίσουν; Η πορεία προς την αποδοχή τον συμβουλίων είχε –μεταξύ άλλων- τον διορισμό ενός πανεπιστημιακού (τον Μπαμπινιώτη) ως υπουργό παιδείας και δύο τροποποιήσεις του νόμου. Ως προς τις τροποποιήσεις, η πρώτη έγινε νωρίς, μετά τις πρώτες αντιδράσεις. Έτσι, ενώ η αρχική σύλληψη για τα μέλη του περιβόητου δ.σ. ήταν μισά-μισά, τελικά ο συμβιβασμός έληξε στο γνωστό προαναφερθέν (9-4). Η δεύτερη τροποποίηση έγινε το καλοκαίρι που μας πέρασε και ουσιαστικά αφορούσε μερικές ακόμα παραχωρήσεις προς τους πανεπιστημιακούς. Συγκεκριμένα, οι κοσμήτορες για τα ΑΕΙ και οι διευθυντές για τα ΤΕΙ θα εκλέγονται από τα μέλη ΔΕΠ και δεν θα ορίζονται απευθείας από τα συμβούλια, όλα τα ακαδημαϊκά θέματα παραμένουν ευθύνη της συγκλήτου, σε αντίθεση με τα διοικητικά και οικονομικά που παραχωρούνται κανονικά στα συμβούλια διοίκησης. Επίσης, παρατείνεται η θητεία των νυν πρυτάνεων και προέδρων και, παρόλο που δεν αφορά τα συμβούλια καθεαυτά, αλλά αξίζει να το αναφέρουμε, το τμήμα και όχι η πανεπιστημιακή σχολή θα συνεχίσει να είναι η βασική μονάδα του ιδρύματος.

Θα πει βέβαια κανείς, δικαιολογούν τέτοια ψίχουλα παραχωρήσεων την ομολογουμένως μεγάλη συμμετοχή στις εκλογές; Μάλλον όχι. Δικαιολογείται, όμως, αν παρατηρήσει κανείς ποιους εξέλεξαν ως εξωτερικά μέλη στα νέα αυτά δ.σ. οι πανεπιστημιακοί. Αντί, λοιπόν, να δούμε το αναμενόμενο, δηλαδή επιχειρηματίες κάθε είδους να γεμίζουν τις διοικήσεις 1 και να κάνουν πάρτυ με τις εγκαταστάσεις και το φτηνό εργατικό δυναμικό που μπορεί να αντληθεί, είδαμε ακριβώς το αντίθετο: άλλους καθηγητές, από πανεπιστήμια του εξωτερικού. Έτσι, και το απαραίτητο κύρος μπορεί να αντληθεί (δουλεύουν στο εξωτερικό διάολε!) και δεν θα αποκτήσουν οι καθηγητές άλλους να μπλεχτούν στις επιχειρηματικές δουλίτσες τους.

 

Η απεργία των εργολαβικών στο αριστοτέλειο πανεπιστήμιο.

Πρόκειται για την απεργία και την παράλληλη κατάληψη του διοικητικού κέντρου του αριστοτελείου πανεπιστημίου, στην οποία προέβησαν στην αρχή της σεζόν (20/9) εργαζόμενοι από τους τομείς της καθαριότητας, της φύλαξης, της συντήρησης, των τεχνικών υπηρεσιών και του προσωπικού των γραφείων του πανεπιστημίου. Βασικό τους αίτημα η απομάκρυνση των εργολαβικών εταιριών από το πανεπιστήμιο, καθώς και η καταβολή των δεδουλευμένων τους. Είναι επίσης γνωστό πως 350 εργαζόμενοι στο σύνολο των 650 ήταν απολυμένοι χωρίς να γνωρίζουν αν και πότε θα τους ανανεωθεί η σύμβαση. Από την πρώτη στιγμή, το κράτος μέσω των αρμόδιων υπουργείων και η ακαδημαϊκή κοινότητα τάχθηκαν ενάντια στον αγώνα των εργαζομένων, προτείνοντας συμβιβαστικές λύσεις και απαιτώντας τον τερματισμό της απεργίας και της κατάληψης. Παρόλα αυτά, οι εργολαβικοί εργαζόμενοι δεν δέχτηκαν κανένα συμβιβασμό συνεχίζοντας την απεργία και την κατάληψη, μέχρι που, τα ξημερώματα της παρασκευής 30 νοεμβρίου, οι μπάτσοι εισβάλλουν στο αριστοτέλειο πανεπιστήμιο συλλαμβάνοντας 11 από τους εργαζόμενους, οι οποίοι τελικά οδηγήθηκαν στον εισαγγελέα και από εκεί στο δικαστήριο, όπου, τη δευτέρα 3 δεκεμβρίου, καταδικάστηκαν σε 8 μήνες φυλάκιση με αναστολή ο καθένας.

Και ποια άλλη θα μπορούσε να είναι η εξέλιξη, όταν, την εποχή του νοικοκυρέματος των πανεπιστημίων και όχι μόνο, κάποιοι άξεστοι εργαζόμενοι τολμούν να αμφισβητήσουν με τέτοιο εκβιαστικό-παράνομο τρόπο το τόσο βολικό καθεστώς των εργολαβικών εταιριών; Βολικό, όχι όμως γιατί σε «περιόδους κρίσης» είναι μια φτηνότερη λύση για την διοίκηση του πανεπιστημίου, μιας και, όπως φρόντισαν να μας γνωστοποιήσουν οι απεργοί-καταληψίες, θα κόστιζε λιγότερο στο πανεπιστήμιο να τους προσλάβει απευθείας χωρίς να μεσολαβεί ο εργολάβος που μέχρι τώρα τους νοίκιαζε σε αυτό. Βολικό, εντούτοις, γιατί η παρεμβολή του εργολάβου προσφέρει κάτι περισσότερο, που ισοσταθμίζει και προσπερνά σε οφέλη τα παραπάνω έξοδα που αναγκάζεται να κάνει το πανεπιστήμιο. Τι πετυχαίνει; Πετυχαίνει να κάνει τους εργαζόμενους φτηνότερους και ευκολότερα διαχειρίσιμους. Γιατί, αν σε αυτές τις συνθήκες μπόρεσαν με τον αγώνα τους να πιέσουν το πανεπιστήμιο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παρέμβει τελικά με την βοήθεια των μπάτσων, φανταστείτε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί αν οι θέσεις εργασίας τους ήταν μόνιμες (!), αν είχαν προλάβει να οικοδομήσουν σχέσεις μεταξύ τους για πολύ περισσότερο χρόνο. Φανταστείτε μέχρι πού θα έφταναν οι διεκδικήσεις τους. Μέχρι και αύξηση μισθών θα ζητούσαν. Μέχρι και μείωση του ωραρίου τους. Μέχρι και σύνταξη σε λιγότερο από 40 χρόνια εργασίας! Φυσικά απαράδεκτο και ανεπίτρεπτο. Να, λοιπόν, γιατί το πανεπιστήμιο θυσιάζει μερικά παραπάνω έξοδα για να παρεμβάλλεται ο εργολάβος. Είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα που φανερώνει τις σχέσεις κράτους και αφεντικών με στόχο την ομαλότερη ροή κεφαλαίου στις πλάτες των εργατών.

Στον αγώνα των εργολαβικών του αριστοτελείου, σκοπός δεν ήταν το «βόλεμα» σε μια θέση δημοσίου υπαλλήλου, αν μπορεί να χαρακτηριστεί βόλεμα η σύνταξη στα 40 χρόνια εργασίας και μισθοί της τάξης των 700 €/μήνα, με διαλυμένα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό που ζητούσαν ήταν το αυτονόητο, δηλαδή μόνιμη και σταθερή εργασία, χωρίς απειλές για απολύσεις και εργοδοτική τρομοκρατία.

Η αναφορά μας θα μπορούσε να τελειώνει εδώ. Θα έφταιγε απλά ένας Μυλόπουλος (ο πρύτανης), οι κακοί εργολάβοι και το χείριστο κράτος με τους μπάτσους και τους εισαγγελείς του, που εναντιώθηκαν στον δίκαιο αγώνα των εργολαβικών εργαζομένων. Όμως, το περιστατικό δείχνει κάτι περισσότερο από την εναντίωση των αφεντικών απέναντι στις εργατικές διεκδικήσεις. Αυτή, στην τελική, θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Αυτό που έχει ένα παραπάνω ενδιαφέρον είναι η ευκολία με την οποία τελικά οι μπάτσοι κατέστειλαν την απεργία-κατάληψη, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο τερματίστηκε αυτή.

Το πράσινο φως για την εισβολή των μπάτσων δόθηκε σε δύο επίπεδα. Από την μια, σε πραγματικό χρόνο, έχουμε την απουσία στήριξης από τα υπόλοιπα υποκείμενα που δραστηριοποιούνται στις σχολές ή και έξω από αυτές, δηλαδή καθηγητές και φοιτητές ή άλλους εργαζόμενους. Η οποία απουσία στήριξης δυστυχώς φτάνει μέχρι το άλλο άκρο, δηλαδή στην φανερή υποστήριξη της εργοδοσίας. Αγανακτισμένοι φοιτητές και καθηγητές με την βρόμα στο πανεπιστήμιο πίεζαν από την πλευρά τους τον αγώνα των εργαζομένων, αφήνοντάς τους εκτεθειμένους και νομιμοποιώντας οποιαδήποτε κρατική παρέμβαση. Και όλα αυτά την στιγμή που όλοι γνώριζαν για το καθεστώς εργοδοτικής τρομοκρατίας που ισχύει σε βάρος των εργολαβικών-απεργών. Και όλα αυτά την στιγμή που οι ίδιοι οι καθηγητές κλαίνε για τους δικούς τους μειωμένους μισθούς και οι φοιτητές γκρινιάζουν για το (σχεδόν) χαμένο δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το πράσινο φως δόθηκε σε μηντιακό χρόνο, σε συμφωνία με την διαχείριση μιας σειράς άλλων περιστατικών. Αν και το γράφουμε αναλυτικά και σε άλλο κείμενο, μπορούμε να σχολιάσουμε πως, για την ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση της εισβολής των μπάτσων, αρκούσε να παίξουν μόνο μερικές εικόνες φοιτητών πλάι σε σκουπίδια για να μετατοπιστεί ο δημόσιος λόγος ενάντια στους απεργούς. Αν και κάτι τέτοιο σε κάποιους μπορεί να ακούγεται υπερβολικά αισιόδοξο, μιας και προϋποθέτει πρώτα την ύπαρξη κάποιου δημόσιου λόγου γύρω από το ζήτημα, ο οποίος περιμένει να μετατοπιστεί προς τα κάπου. Αρκούσε να δείξουν μερικές εικόνες μπάτσων να εισβάλουν και να ακουστούν μερικές λέξεις κλειδιά όπως «εκβιασμός» ή «υποτίμηση των ελληνικών πανεπιστημίων» και το θέμα είχε αποκτήσει την σοβαρότητα που του αρμόζει για να δικαιολογούνται από πλευρά κράτους τα πάντα.

«Το πανεπιστήμιο, λοιπόν, είναι ένα πλέγμα πολωμένων σχέσεων, μέσα στο οποίο υπάρχουν οι εργάτες και οι υπόλοιποι: καθηγητάδες που τα τσεπώνουν χρόνια από ερευνητικά προγράμματα και μίζες, φοιτητές-καριερίστες, παραταξιακά μαγαζάκια και κάθε λογής γλείφτες και ρουφιάνοι, οι οποίοι εν μέσω ιδιωτικοποίησης ονειρεύονται ένα εξευρωπαϊσμένο πανεπιστήμιο για να κάνουν καλύτερα τις δουλειές τους (…) Αν το πανεπιστήμιο κρύβει ένα κάτεργο, αυτοί που δουλεύουν σ’ αυτό δεν έχουν δικαίωμα ούτε στο άσυλο ούτε στην κατάληψη. Γιατί οι εργατικοί αγώνες είναι πραγματικά επικίνδυνοι για τα αφεντικά, το κράτος και τους θεσμούς του.» (Απόσπασμα από την αφίσα που υπογράφουν ‘Φοιτητές από την Αθήνα που τους βρωμάνε οι σχολές τους και όχι τα σκουπίδια’).

Σημειώσεις:

  1. Υπάρχουν βέβαια και οι φωτεινές εξαιρέσεις, που δείχνουν το μέλλον των ελληνικών ιδρυμάτων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε: Γεωπονικό: Χρήστος Αποστολόπουλος, διευθυντής ολικής ποιότητας (SHEQA) & ασφαλείας τροφίμων της FriestlandCampinaHellas και Ρόδιος Γαμβρός, πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανικών Τροφίμων (ΣΕΒΤ), τέως διευθυντής ποιότητας του ομίλου Nestle νοτιοανατολικής ευρώπης. Καποδιστριακό: Αλέξανδρος Τουρκολιάς, διευθύνων σύμβουλος της Εθνικής Τράπεζας. ΤΕΙ Πειραιά: Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος της εθνικής συνομοσπονδίας ελληνικού εμπορίου και Γεώργιος Κασιμάτης, πρόεδρος του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου Πειραιά. Πολυτεχνείο Κρήτης: Γ. Οικονόμου, γενικός διευθυντής παραγωγής εργοστασίων ΜΕΤΚΑ ΑΕ. (όμιλος Μυτιληναίου) και άλλα καλά παιδιά του κόσμου των επιχειρήσεων που θα έχουν λόγο πλέον στα των πανεπιστημίων.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>