Virtual reality: Μπάτσοι ρόμποκοπ και κέντρα ανομίας

Η διαχείριση υλικών ζητημάτων από τη μεριά του κράτους με όρους πέρα για πέρα θεαματικούς δεν είναι κάτι το πρωτότυπο. Το να παρουσιάζεται η εικόνα σαν τη μόνη αλήθεια και να παρουσιάζεται με τον τρόπο που της αρμόζει, στερημένη από τη σημασία της, ντυμένη με την εκάστοτε ιδεολογία, συνέβαινε και συμβαίνει χρόνια, όσο καιρό οι μαγικές δυνατότητες του θεάματος φιλτράρουν την καθημερινότητα. Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν πλάι στους κρατικούς μηχανισμούς και παράλληλα με τη διαχείριση, και ήταν ένα από τα πιο δυνατά εργαλεία της.

Το τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να παρατηρείται μία τρομερή μετατόπιση στα όρια μεταξύ των ‘γεγονότων’ και της ‘θεαματικής-εικονικής’ αποτύπωσης τους. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί το εξής παράδοξο σε ζητήματα που αφορούν καθαρά και ξάστερα τη δημόσια τάξη: η εικόνα είναι από μόνη της η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να νομιμοποιηθούν οι επιχειρήσεις της.

Η διαχείριση της «εγκληματικότητας» στο αθηναϊκό κέντρο συνέβη μέσα στη καρδιά του θεάματος και ο παραλογισμός των επιχειρημάτων της μπήκε σε δευτερεύοντα ρόλο. Τα παραβατικά υποκείμενα που υποτίθεται πως κατέκλυζαν το κέντρο της πόλης δεν μπορούσαν παρά να επιβιώνουν σε θεαματικό επίπεδο σαν τέτοια. Σε υλικό επίπεδο κατέρρεαν. Οι μετανάστες μικροπωλητές ως φοροφυγάδες και πληγή για την οικονομία, οι πρεζάκηδες ως πρεζέμποροι, οι κουκουλοφόροι – φοιτητές και οι κουκουλοφόροι – εξωπανεπιστημιακά στοιχεία, οι ‘μεταδοτικές’ πουτάνες και όχι οι ανεύθυνα μαλάκες πελάτες. Με ελάχιστες εικόνες στη διάθεση του, αλλά τραβηγμένες όλες με το σωστό τρόπο, η επιβεβαίωση του χτισμένου θεαματικά «εξαθλιωμένου» κέντρου έφτασε να είναι οι ίδιες οι θεαματικότατες επιχειρήσεις «εξυγίανσης» του. Από το μπάτσοι παντού και δη μπάτσοι ρόμποκοπ μέχρι την εικόνα του Ξένιου Δία τον αύγουστο και την εικόνα της οργανωμένης επιχείρησης, το πρόβλημα δεν επαληθευόταν στα μάτια των θεατών από τα περιεχόμενα του (μπάτσοι να κυνηγάνε μετανάστες) αλλά από την εικόνα της διαχείρισης του (και το εφετζίδικο όνομα της).

Αυτή η ποιοτική αναβάθμιση στην εξαρχής χρήση θεαματικών μέσων από τη μεριά του κράτους δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα σε όσους εναντιώνονται σε αυτό. Το κράτος καλεί τους κάθε φορά θιγόμενους να απαντήσουν με τους ίδιους όρους, προκειμένου να υπάρχουν, προκειμένου να είναι θεατοί σε μία κοινωνία που έχει μάθει μόνο έτσι να βλέπει και μόνο έτσι να γνωρίζει.
Κάθε μάχη που δίνεται τελικά (κάθε μάχη που δόθηκε στο κέντρο) μετατρέπεται εύκολα σε πίστα video game, σε κάποιες περιπτώσεις διαρκείας, όπως στην ασοεε, και δε μένει παρά να υποδειχτεί ο καλός και ο κακός, ο νομοταγής κι ο άνομος, ο εγκληματίας ως αυτός που βρίσκεται απλά από την άλλη μεριά του ‘οδοφράγματος’.

Και καθώς «το κέντρο της αθήνας», ο πρώτος γύρος του παιχνιδιού αυτού, έχει δουλευτεί και ωριμάσει σαν τρόπος αντίληψης, η ώριμη εκδοχή του ήρθε και εφαρμόστηκε με περίσσια ‘κρατική’ άνεση στο παράδειγμα της εκκένωσης των καταλήψεων, των νέων ‘κέντρων ανομίας’ αυτής της πόλης.

Στη πρώτη εκκένωση της βίλας/ όσο και στην ανακατάληψη/ οι μπάτσοι δεν έχουν μόνο όπλα/ έχουν κάμερες/ το video και οι κλασσικές αλά csi φωτογραφίες από το εσωτερικό της κατάληψης ανεβαίνουν αμέσως στο σάιτ των μπάτσων/ οι εικόνες/ λειτουργούν αμέσως ως τεκμήρια με ένα μεταφυσικό τρόπο/ δε δείχνουν τίποτα/ ο δένδιας κάνει αμέσως βαρύγδουπες δηλώσεις/ η εκκένωση συνδέεται άμεσα και νοηματοδοτείται βάσει μίας άλλης σημαντικής εικόνας/ αυτής του υπουργού δημόσιας τάξης/ τα δημοσιεύματα σε ίντερνετ και εφημερίδες συντονίζονται με τις επιχειρήσεις της αστυνομίας/ μαζί δημοσιεύονται/ μαζί αποσύρονται/ επαναλαμβάνουν τις ίδιες ανακρίβειες/ χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις/ και την ίδια εικόνα/ αυτή των υπερσύγχρονων μπάτσων να περνάνε παρατεταγμένοι μπροστά από το κτίριο της βίλας/ σ’ όλο αυτό συμμετέχουν προσωποποιημένοι πρωταγωνιστές/ δένδιας καμίνης σύριζα/ και είναι σε διαρκή σύνδεση με τα μίντια/ χτίζονται μιντιακά/

Οι μόνοι που δεν έχουν τελικά πρόσωπα είναι οι καταληψίες. Είναι κάτι τύποι, που ζουν περίεργα, σε κάτι παλιά σπίτια, που είναι κέντρα ανομίας, γιατί έχουν μεσα πολλά μπουκάλια που είναι εν δυνάμει μολότωφ. Οι μόνες εικόνες που δεν δείχνονται είναι αυτές των άδειων κρεβατιών τους, των πραγμάτων τους που καταστρέφονται από τους μπάτσους και στοιβάζονται στις αποθήκες του κράτους, των σχέσεων τους που πετιούνται στο δρόμο. Με όρους θεάματος, οι καταληψίες δεν είναι σε τίποτα και πουθενά κοινωνικοί. Και η εκκένωση της βίλας αμαλίας δεν είναι σε τίποτα και πουθενά η εκκένωση ενός σπιτιού, μιας υποδομής, ενός μέρος που υπάρχει ζωή. Οι καταληψίες είναι πρώτα απρόσωποι και μετά άνομοι. Τι βολικό.

Να πως γίνονται εν μία νυκτί εικόνες, σύμβολα κλισέ, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν με το μόνο νόημα τους, όποτε ξαναχρειαστεί. Τα φωτογραφημένα μπουκάλια μπύρας γίνονται μολότωφ, οι αντιασφυξιογόνες μάσκες (σε μία περίοδο πολύ κοντινή στο φαινόμενο ‘σύνταγμα’) κουκούλες, οι σημαίες στειλιάρια. Ένα σύνολο θεατών είναι διατεθειμένο να αδειάσει το κεφάλι του από τη βιωμένη εμπειρία του τι σημαίνει το κάθε πράγμα και να το επαναπροσδιορίσει με τα νοήματα που προστάζει το θέαμα και η δημόσια τάξη. Ακόμη και η ίδια η ουσία, η πρακτική της κατάληψης, δεν ήταν ποτέ της κάτι το εντελώς ξένο, το ασυνήθιστο, το εχθρικό, αντίθετα έχει ιστορία που σε πολλούς δεν είναι απλώς γνωστή αλλά και πρόσφατη, ενώ έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί και από την αριστερά για διάφορους λόγους, συνδικαλιστικούς και όχι μόνο.

Η αλήθεια είναι πως, ως συνέλευση και ως έντυπο, έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στο πως η διαολεμένη η εικόνα σαν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο, σαν το μόνο τρόπο να γνωρίζεις και να θυμάσαι, ισοπεδώνει το πλούτο του βιώματος και μετατρέπει τη μνήμη σε δοχείο, που ο καθένας μπορεί να βάζει και να βγάζει ό,τι θέλει με μικρό κόστος. Ακόμη και η οικειότητα με αντικείμενα και πρακτικές και ανθρώπους μπορεί εύκολα να ξεχαστεί.

Από τη μία, τα γεγονότα σαν πληροφορίες μαθαίνονται πολύ γρήγορα, από την άλλη ξεχνιούνται το ίδιο εύκολα και δεν αφήνουν σημάδια. Το υλικό όλων αυτών των γεγονότων είναι το ίδιο και γι’ αυτό το ίδιο εύκολα εξατμίζεται, δεν ριζώνει. Η εκπαίδευση στις μικρές επαναλαμβανόμενες εικόνες-ειδήσεις αφήνει, όμως, κάτι πίσω, που γίνεται εύκολα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια αυτών που ελέγχουν τα μέσα. Αφήνει κληρονομιά στην αντανακλαστική αντίδραση, στην ασυνείδητη, αυτόματη νοηματοδότηση της εικόνας. Η ιστορία και τα συμφραζόμενα είναι τα ψιλά γράμματα. Οι αιτίες είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η θεαματική λειτουργία της αστυνομίας σε όλη αυτή την επιχείρηση. Στο μέσο θεατή η εκκένωση της ανακατάληψης της βίλας έχει την εξής εξήγηση: ‘για να σπάνε τα εκαμ υπερκαβατζωμένα με ξύλα τη πόρτα της αυλής, μάλλον αυτοί που είναι μέσα είναι πολλοί επικίνδυνοι. Για να έχει και τόση αστυνομία παρατεταγμένη στην αχαρνών, μάλλον το κτήριο που φυλάσσεται είναι πολύ σημαντικό να μείνει άδειο και αυτοί που θέλουν να μπουν σ’ αυτό είναι επικίνδυνοι, εκτός από παράνομοι.‘ . Η ουσία διαφεύγει. Οι μπάτσοι εισέβαλαν στο σπίτι τους και αυτοί οι ‘άνομοι’ θέλουν το σπίτι και τα πράγματα τους πίσω, μαζί με τις ζωές που χτίσαν μέσα σ’ αυτό, ζωές που δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν, γιατί τα ντουβάρια αυτού του κτηρίου, που το κεφάλαιο έχει εδώ και χρόνια φανερά εγκαταλείψει, τυπικά δεν τους ανήκουν.

Όλο αυτό το παιχνίδι του μπες βγες παίχτηκε τελικά σε επίπεδο εικονικής πραγματικότητας για όλους αυτούς που επιλέξανε να μη δουν τα περιεχόμενα του. Τα μίντια μιλούσαν με εικόνες, η κοινωνία μίλαγε με εικόνες, και οι μπάτσοι απαντήσαν με εικόνες. Και σ’ αυτό το παιχνίδι, δεν μπορεί παρά τελικά να βγαίνει κερδισμένος αυτός που διαχειρίζεται τις εικόνες και τα μέσα.
Υπάρχει κάτι το οποίο πολλοί έχουν βιώσει. Μπροστά στην ιστορία που γράψαν τα κινήματα για τον εαυτό τους, μπροστά στην ιστορία που διηγούνται αυτοί που συμμετείχαν σε αυτά, στις καταλήψεις και στα σημεία που συναντιόντουσαν, όλες οι εικόνες του κόσμου είναι από μόνες τους αδύναμες. Η μνήμη σφυρηλατείται από τις σχέσεις και για αυτό αντέχει, αν αντέχει, στο χρόνο. Οι σχέσεις επίσης καλούνται να διαφυλάξουν αυτή τη μνήμη από τα χέρια του κράτους και των αφεντικών και να την υπερασπιστούν κάθε φορά που αυτή ‘απειλείται’.

Δεν έχουμε ποντάρει μόνο στην εικόνα/ και αν το κράτος έχει επιλέξει το θέαμα/ και καλεί όλους όσους του επιτίθενται/ να απαντήσουν με τέτοιους όρους/ να θυμούνται με αυτό/να τους θυμούνται απ’ αυτό/ εμείς δεν τσιμπάμε/ χτίζουμε τις σχέσεις μας και τις αρνήσεις μας με τα δικά μας υλικά/ τις θυμόμαστε/ και μας θυμούνται/ κόντρα στο θέαμα/ με λέξεις εικόνες/ πρώτα και πάντα σχέσεις/ στο δρόμο και στις καταλήψεις μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>