Εισήγηση: Μemory plugged in _η μνήμη ως μέσο παραγωγής της λήθης

Σκεφτήκαμε να αρχίσουμε αυτήν την εισήγηση απ’ το τέλος. Να πάμε κατευθείαν στο τέλος, ή τέλος πάντων κοντά στο τέλος, ώστε να διευκολύνουμε την κατανόηση του θέματος. Για να μην μπερδευτούμε, επειδή η λέξη ή η έννοια μνήμη μπορεί να φέρνει διάφορα στο μυαλό. Είναι πολύ πιθανό, ότι οι 8 στους 10 που θα ρωτηθούν τι σκέφτονται με τη λέξη «μνήμη» θα απαντήσουν τον υπολογιστή τους. Η «μνήμη» πλέον έχει μονάδες μέτρησης, έχει «όγκο», έχει «χωρητικότητα»… έτσι πάει.

Θα αρχίσουμε λοιπόν απ’ το τέλος. Και, ενδεχομένως, κάποιοι να μη θέλουν να  διαβάσουν ολόκληρη την εισήγηση, αφού θα μάθουν από τώρα τον δολοφόνο…

Αυτό εδώ είναι ένα δισέλιδο απ’ την «εφημερίδα των συντακτών», στις 11 Οκτώβρη 2015, δηλαδή πριν λίγες ημέρες από τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Είναι ένα δισέλιδο που έχει η εφημερίδα στην Σαββατιάτικη έκδοσή της, αφιερωμένο σε επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα. Ο τίτλος εκείνης της ημέρας ήταν: «Η μηχανή της μνήμης και της λήθης». Και είχε αυτό το μικρό χωριστό κείμενο

«Από την τέχνη της μνήμης στην τεχνολογική αμνησία.»

”Στο προηγούμενο άρθρο μας για τις “μνημοτεχνικές”, χμμμ… στοιχεία κλπ, διαπιστώσαμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε για τους ανθρώπους ζωτική αναγκαιότητα, ατομική και κοινωνική.

Στις μέρες μας, αντίθετα, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πληροφορίες και γνώσεις όχι μόνο δεν θεωρείται απαραίτητο, αλλά είναι και περιττό αφού μπορεί να έχει κάθε στιγμή πρόσβαση στις πιο ετερογενείς πληροφορίες. Αρκεί να ανοίξει το κινητό ή τον υπολογιστή του και να μπει στο Διαδίκτυο.”

Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει αντίρρηση ως εδώ. Περιγράφονται πολύ γνωστές και καθημερινές καταστάσεις. Συνεχίζουμε:

«Παρά τις ασύλληπτες, μέχρι χθες, τεχνολογικές διευκολύνσεις, όλο και μεγαλύτερος αριθμός σχετικά νέων ανθρώπων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διαμαρτύρεται σήμερα ότι έχει ανεξήγητα κενά μνήμης και ότι, εκτός από τα σοβαρά αμνησιακά προβλήματα, αντιμετωπίζει επίσης μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και αφομοίωσης νέων πληροφοριών. Οι σημερινοί τριαντάχρονοι φαίνεται να έχουν μικρότερες μνημονικές ικανότητες από τους γονείς τους. Υποφέρουν από … «τεχνολογική αμνησία»! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών τολμηρών ειδικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συστηματική χρήση των ψηφιακών συσκευών οι οποίες δημιουργήθηκαν για να διευρύνουν τις μνημονικές μας ικανότητες και για να απαλλάξουν το μυαλό μας από τα «περιττά» μνημονικά βάρη. Και το κάνουν τόσο καλά, ώστε κάποιες ζωτικές λειτουργίες του μυαλού των χρηστών – όπως η μνήμη και η αφομοίωση νέων πληροφοριών – έχουν αρχίσει να ατροφούν.

Το νέο φαινόμενο της «τεχνολογικής «αμνησίας», δηλαδή της κατάπτωσης ή του εκφυλισμού της ανθρώπινης μνήμης λόγω της χρήσης «έξυπνων» τεχνημάτων, διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε χάρη στις συστηματικές έρευνες του Ιαν Ρόμπερτσον, καθηγητή Νευροεπιστημών στο Trinity College του Δουβλίνου.

Ανάλογες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Και, δυστυχώς, όλες καταγράφουν μια δραματική πτώση των μνημονικών ικανοτήτων στις νεότερες γενιές.»

Αυτό είναι λοιπόν, σε γενικές γραμμές, το θέμα αυτής της εισήγησης. Με μια διαφορά που τη θεωρούμε ουσιαστική και όχι ορολογίας. Ο συντάκτης του πιο πάνω σχολίου μιλάει για «κενά μνήμης», για «αμνησιακά προβλήματα», για «τεχνολογική αμνησία». Εμείς θα μιλήσουμε για λήθη, και για την παραγωγή της λήθης σαν σκόπιμη, εμπρόθετη διαδικασία. Ελπίζουμε να δείξουμε τη σημασία αυτής της προσέγγισης.

Ας πιάσουμε τώρα το θέμα απ’ την αρχή.

Η κοινότυπη παρατήρηση με την οποία θα ξεκινήσουμε είναι ότι η μνήμη είναι ικανότητα των ζωντανών οργανισμών, όλων των ζωντανών οργανισμών, ακόμα  κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς πως θυμούνται αυτοί που θεωρούνται κατώτεροι.

Μια δεύτερη παρατήρηση: ενώ η μνήμη συμβαίνει σίγουρα και ατομικά, δηλαδή κάθε άτομο οποιουδήποτε ζωντανού είδους θυμάται, σίγουρα συμβαίνει και συλλογικά. Δεν ξέρουμε (και δεν είναι κάτι που πρέπει να επιμείνουμε) αν υπάρχει γενική «μνήμη είδους» ή υπάρχουν μνήμες των κοινοτήτων κάθε είδους. Δηλαδή η μνήμη παλιότερων κοινών εμπειριών, κοινών κινδύνων, κοινών επιτυχιών, κοινών αποτυχιών, κοινών κατορθωμάτων. Πάντως για τις ανάγκες του συγκεκριμένου θέματος είναι αρκετό να πούμε ότι σίγουρα υπάρχει συλλογική μνήμη, και ότι αυτές οι δύο εκφάνσεις, η ατομική μνήμη και η συλλογική μνήμη, έστω για το είδος μας, βρίσκονται σε διαρκή, αλληλένδετη και δυναμική σχέση.

Τρίτη παρατήρηση, ή ίσως και θέση. Αυτή η μνήμη για την οποία μιλάμε, η ζωϊκή μνήμη, η μνήμη των ζωντανών, είναι μνήμη σωματική / διανοητική, δηλαδή πάλι σωματική. Δεν είναι μόνο μνήμη «εικόνων», αν αυτό σκεφτόμαστε σήμερα, αλλά μνήμη πόνων και χαράς, δηλαδή συναισθημάτων, είναι μνήμη αισθήσεων, είναι μνήμη κινήσεων και πράξεων, είναι μνήμη συμπάθειας ή μνήμη εχθρότητας… Νομίζουμε ότι γενικά δεν μπορεί να χωριστεί αυτή η μνήμη από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων.  Σ’ αυτήν την μνήμη λοιπόν, και στη διάρκειά της στο χρόνο, πρέπει να περιλάβουμε διάφορα ήθη και έθιμα, όπως τον χορό και το τραγούδι, τετριμμένες καθημερινές ασχολίες όπως το μαγείρεμα, το κυνήγι ή η φροντίδα των μωρών, πιο ιδιαίτερες γνώσεις όπως η αναγνώριση των εχθρών, των φίλων ή των επικίνδυνων φυτών, ζώων ή περιστάσεων, και εμπειρίες «τοπολογικές» όπως μέρη ορεινά ή θαλάσσια, διαδρομές, δυσκολίες και ευκολίες σ’ αυτές, κλπ.

Τέταρτη παρατήρηση, εγκυκλοπαιδική αυτή, είναι ότι σε διάφορες κοινωνίες, σε διάφορες μορφές ιεραρχικής κοινωνικής οργάνωσης, αναπτύχθηκαν τεχνικές ενίσχυσης, βελτίωσης της μνήμης. «Μνημονικές τεχνικές». Ξέρουμε για παράδειγμα, από αρχαιολογικά ευρήματα, ότι στην αρχαία Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία ή στη Φοινίκη, η κατά το δυνατόν ακριβέστερη μνήμη ήταν σημαντικό στοιχείο της άσκησης της εξουσίας.  Υπήρχε μια συγκεκριμένη ειδικότητα υπαλλήλων στις αυλές των παλατιών, που η δουλειά τους ήταν να «θυμούνται» συζητήσεις, απόψεις, διαφωνίες και συμπεράσματα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η γραφή και η καταγραφή τέτοιων στοιχείων γεννήθηκε σε τέτοια περιβάλλοντα, περιβάλλοντα άσκησης κοσμικής ή/και ιερατικής εξουσίας, προκειμένου να βελτιωθεί η μνήμη. Για λογαριασμό της εξουσίας.  Αυτή η δουλειά του να «θυμάσαι», είτε με τις δικές σου δυνάμεις είτε μέσω καταγραφών (και των σχετικών γνώσεων), θα πρέπει να ήταν τότε αυτό που σήμερα λέμε γραμματέας. Αν το καλοσκεφτούμε μεγάλο μέρος της δουλειάς της σύγχρονης γραμματείας είναι αυτό. Το να «θυμάται» για λογαριασμό του εργοδότη.

Στις πόλεις – κράτη της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε ο θεσμός / επάγγελμα του «μνήμονα». Αυτός ήταν άμεσα σχετισμένος με τη λειτουργία των δικαστηρίων. Κατέγραφε τις αποφάσεις, αλλά έπρεπε και να θυμάται την ταξινόμησή τους και να μπορεί εύκολα να ανασύρει κάποια. Αργότερα, οι ρωμαίοι πολιτικοί και δικαστικοί είχαν δούλους εκπαιδευμένους στο να θυμούνται, έτσι ώστε να διευκολύνουν τους κυρίους τους είτε στα δικαστήρια είτε στις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Αυτοί οι ειδικής απασχόλησης δούλοι ονομάζονταν γραικύλοι, «μικροί έλληνες».

Οπότε θα κάνουμε τώρα μια βασική διάκριση. Υπάρχει, έχει υπάρξει ιστορικά, η μνήμη η νοερή / σωματική. Και η μνήμη η καταγραμμένη, πάνω σε διάφορα μέσα. Πέτρα, πάπυρο, χαρτί, και πολύ αργότερα άλλα. Ονομάζουμε την πρώτη ζωντανή μνήμη. Και τη δεύτερη νεκρή μνήμη. Αυτοί οι προσδιορισμοί δεν είναι αξιολογικοί. Δε θέλω να πω ότι η «νεκρή μνήμη» είναι κατώτερης αξίας, για πέταμα. Είναι μια διάκριση ανάλογη με εκείνη του Μαρξ ανάμεσα σε ζωντανή εργασία (την ανθρώπινη δυνατότητα εργασίας) και νεκρή εργασία, τις μηχανές δηλαδή, τις οποίες βάζει να δουλέψουν η ζωντανή εργασία. Νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και με τη νεκρή μνήμη, δηλαδή τις εγγραφές / καταγραφές οποιουδήποτε είδους. Χρειάζονται τη ζωντανή μνήμη να τις αξιοποιήσει.

Ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, λοιπόν. Με τη δεύτερη να αναπτύσσεται και να μένει για πολλούς αιώνες στο λογαριασμό της άσκησης των όποιων εξουσιών. Αυτές οι δύο εκφάνσεις, αυτές οι δύο μορφές μνήμης αν μπορούμε να τις πούμε έτσι, έχουν αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά και διαφορές. Είπαμε ήδη ότι η ζωντανή μνήμη αναβλύζει μέσα σε συναισθήματα: χαράς, λύπης, φόβου, νοσταλγίας, τρυφερότητας, μίσους… Επιπλέον η ζωντανή μνήμη είναι ασταθής μέσα στη ζωή (άλλοτε θυμάται κανείς εύκολα και ακαριαία κι άλλοτε “σπάει το κεφάλι του” να θυμηθεί, άλλοτε θέλει να ξεχάσει και δεν μπορεί, άλλοτε ξεχνάει ενώ δεν θα το ήθελε) και είναι επίσης συχνά αιφνιδιαστική, όχι εμπρόθετη: θυμάσαι κάτι, μπορεί και δυσάρεστο, στα ξαφνικά, χωρίς να το έχεις επιδιώξει, μ’ όλη τη στεναχώρια που προκαλεί αυτή η αναθύμηση.

Απ’ την άλλη μεριά η νεκρή μνήμη, των καταγραφών, δεν κινδυνεύει από αμνησία, είναι «αντικειμενική» ή έστω «υπερυποκειμενική», δηλαδή γενικά απρόσωπη, μπορεί να συσσωρευτεί χωρίς περιορισμούς, τα σημάδια της μένουν σταθερά ίδια στο χρόνο.

Αυτά είναι οπωσδήποτε περιληπτικά, αλλά δε θα επιμείνουμε. Ελπίζουμε ότι έχουμε περιγράψει κάπως αυτό το δίπολο ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, με κάποιους υπαινιγμούς για την καταγωγή και τη σκοπιμότητα της δεύτερης.

Τώρα, μ’ αυτά δεδομένα, ποιος θα αναρωτιόταν, με μια ιστορική έννοια, «τι είναι η μνήμη»; Μια τέτοια ερώτηση δύσκολα θα προερχόταν απ’ την μεριά της ζωντανής μνήμης, γιατί θα ήταν το ίδιο παράξενη με την ερώτηση «τι είναι η αναπνοή». Προέκυψε μια τέτοια ερώτηση απ’ την μεριά φιλοσόφων, διανοούμενων επαγγελματιών, μπορεί και ιερέων, που είχαν κάποια εξοικείωση με τις εγγραφές, με τη νεκρή μνήμη. Συνήθως όταν δημιουργούνται τέτοιες ερωτήσεις κουβαλάνε εξ αρχής και τις απαντήσεις τους. Το ότι η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι η μνήμη» ήταν αποθήκη μπορεί να φαίνεται μια χαρά με τα σημερινά ψηφιακά δεδομένα, αλλά δεν είναι τωρινή!

Για παράδειγμα, και δεν είναι καμιά συνεπής ιστοριογραφία εκ μέρους μας, αλλά το αναφέρουμε ενδεικτικά, στα τέλη του 17ου αιώνα, ο Τζων Λοκ, που θεωρείται πατέρας του σύγχρονου εμπειρισμού, αναφερόταν στη μνήμη σαν «την αποθήκη των ιδεών μας». Δεν ήταν εντελώς δική του η ιδέα. Χίλια χρόνια νωρίτερα, τον 7ο αιώνα, ο «άγιος» Αυγουστίνος, σημαντικότατος διανοούμενος του χριστιανισμού, έγραφε για τα «πολύτιμα παλάτια της μνήμης» και για τα «τεράστια σπήλαια της μνήμης με τις κρυφές και μυστηριώδεις γωνιές και ρωγμές». Σπήλαια, και μετά παλάτια. Σπουδαίες παρομοιώσεις! Η πρωτόγονη εικόνα και η βασιλική εικόνα.

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι τέτοιες παρομοιώσεις ήταν εύλογες μεταξύ διανοούμενων που ασχολούνταν και με τη νεκρή μνήμη, με τις καταγραφές, με τις βιβλιοθήκες δηλαδή. Οπότε μετέφεραν την χωρική ιδέα της βιβλιοθήκης, την αποθήκευση και την ταξινόμηση, στη μνήμη συνολικά. Στη ζωντανή μνήμη, που δεν έχει σχέση με βιβλιοθήκες κλπ. Αντιλαμβάνονταν την ζωντανή μνήμη μέσω της νεκρής, όπως θα περίμενε κανείς από ειδικευμένους της εξουσίας.

Τώρα δεν είναι τολμηρό να αναρωτηθούμε: αυτή η παρομοίωση της μνήμης σαν αποθήκης δεν είχε άραγε ένα, έστω υπονοούμενο, περί ιδιοκτησίας; Αποθήκη σημαίνει πόρτα, σημαίνει κλειδαριά και κλειδιά. Κάποιοι έχουν τα κλειδιά της νεκρής μνήμης, των εγγραφών. Και αν δεν είναι κυριολεκτικά ιδιοκτήτες, είναι σίγουρα διαχειριστές στο όνομα των ιδιοκτητών.  Δεν είναι παράξενο αν θυμηθούμε την καταγωγή των καταγραφών, της νεκρής μνήμης. Οι πληβείοι δεν είχαν τέτοια. Οι άρχοντες είχαν όσο περισσότερη μπορούσαν.

Υποθέτουμε ότι για τους χριστιανούς, ο τελικός ιδιοκτήτης ήταν ο θεός.  Για τους αστούς -ο Τζων Λοκ ήταν ένας απ’ τους πρόγονους της αστικής κοσμοθεωρίας- το πράγμα εξελίχθηκε.

Κάνουμε εδώ την ανακεφαλαίωση. Νεκρή μνήμη – ζωντανή μνήμη. Ζωντανή μνήμη είναι ο τρόπος που θυμόμαστε ακόμα, νεκρή μνήμη είναι οι καταγραφές. Κρατείστε το αυτό το δίπολο, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια.

Θα κάνουμε εδώ κάτι σαν παρένθεση, που θα μας πάει στο επόμενο κεφάλαιο. Είτε μιλάμε για τη ζωντανή μνήμη είτε μιλάμε για τη νεκρή μνήμη, είναι σαφές ότι μιλάμε για το παρελθόν. Δεν χωράει καμία αμφιβολία σ’ αυτό. «Μνήμη του μέλλοντος» είναι μια ποιητική, λογοτεχνική έκφραση.

Η μνήμη αφορά λοιπόν το παρελθόν. Κι αν έχει αξία η μνήμη, οποιαδήποτε αξία, συναισθηματική, οικονομική, κοινωνική, πολιτική, οτιδήποτε, αν έχει λοιπόν αξία η μνήμη, αυτό οφείλεται ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αξιολογούν το παρελθόν σαν κάτι σημαντικό. Το παρελθόν δίνει εμπνεύσεις. Το παρελθόν δίνει ιδέες. Το παρελθόν δίνει κανόνες ηθικής. Το παρελθόν δίνει κατευθύνσεις. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η σχέση με το παρελθόν λειτουργεί δημιουργικά για το σήμερα: αυτό είναι που δίνει αξία στη μνήμη.

Θα μπορούσε, λοιπόν, υπό κάποιες συνθήκες, το παρελθόν να μην έχει αξία, και κατά συνέπεια να μην έχει αξία ούτε η μνήμη; Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο μια τέτοια συνθήκη έχει υπάρξει, και έχει υπάρξει για συγκεκριμένους λόγους. Τον ίδιο αιώνα που ο Λοκ έλεγε ότι «η μνήμη είναι η αποθήκη των ιδεών μας» ένας άλλος μεγάλος διανοούμενος της ανερχόμενης αστικής τάξης, ο Ντεκάρτ, έλεγε ρητά ότι: «όταν πρόκειται για την κατάκτηση της γνώσης δε χρειαζόμαστε την μνήμη.» Και σε άλλο σημείο έλεγε «πρέπει να αποφεύγεται η μνήμη, προς όφελος της συστηματικής αναζήτησης της αιτιότητας, που είναι πάντα πρωτεύουσας σημασίας.» Η αναζήτηση της αιτιότητας ήταν πρωτεύουσας σημασίας για τον Ντεκάρτ, κι όχι η μνήμη.

Ο Ντεκάρτ λοιπόν, και άλλοι διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστηρίζουν ότι δεν είναι το παρελθόν το οποίο μπορεί να προσφέρει ιδέες, σκέψεις, κατευθύνσεις για το παρόν, για το τότε παρόν. Αντίθετα λένε, το παρελθόν είναι βάρος. Το παρελθόν είναι συντήρηση, το παρελθόν είναι φρένο, και γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται η μνήμη. Μπορεί να παραμείνει σαν ιδιωτική υπόθεση.  Να θυμάται ο καθένας τη ζωή του. Αλλά στην κοινωνική οργάνωση κοιτάμε μπροστά. Και κοιτώντας μπροστά ξεφορτωνόμαστε, περιορίζουμε αν θέλετε, την μνήμη.

Αυτό, το να αξιολογείται δηλαδή το παρελθόν σε σχέση με το παρόν και το μέλλον, όχι με έναν τρόπο αλλά με διαφορετικούς, ακόμα και αντίθετους τρόπους, που έχει σαν συνέπεια την αντίστοιχη αξιολόγηση της μνήμης, το εγκαινιάζει η επαναστατική αστική τάξη. Η αστική τάξη που πρόκειται να γκρεμίσει εξουσίες και παραδόσεις πολλών αιώνων, και να αλλάξει τις κοινωνίες, κατ’ αρχήν τις ευρωπαϊκές. Η αξιολόγηση του χρόνου, του παρελθόντος, αρχίζει να μπαίνει υπό ιδεολογική αίρεση.  Ως τότε το παρελθόν είχε πάντα αξία. Η αστική τάξη θα το αλλάξει κι αυτό.

Όμως για δυο λεπτά! Περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που πρόκειται να ζήσουν πράγματι χωρίς μνήμη; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να μην έχουν παρελθόν; Όχι! Άλλο θα κάνουν. Και θα το κάνουν καθώς μεγαλώνει ο δυναμισμός της αστικής τάξης. Θα φτιάξουν τη δική τους μνήμη. Θα φτιάξουν τη δική τους νεκρή μνήμη, τη δική τους καταγεγραμμένη μνήμη. Θα φτιάξουν επίσης τη δική τους ζωντανή μνήμη. Μνημονικές μεθόδους δηλαδή, τρόπους να ασκείς τη ζωντανή μνήμη, για τους ίδιους και τα παιδιά τους, για τις επόμενες γενιές. Για το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα που έχει αρχίσει να δημιουργείται.

Θα φτιάξουν λοιπόν τη δική τους αφήγηση για το παρελθόν, τη δική τους μνήμη, γυρίζοντας την πλάτη, όχι στη μνήμη γενικά, όχι στο παρελθόν γενικά, αλλά σε όλα όσα ως τον 18ο και τον 19ο αιώνα δεν τους έκαναν. Δεν τους ήταν χρήσιμα. Σαν παρελθόν, σαν μνήμη. Επειδή ήταν άλλων.

Συνεπώς, οι απόψεις του Ντεκάρτ και άλλων, πρακτικά δεν έδειχναν τον δρόμο για κοινωνίες χωρίς μνήμη, αλλά για κοινωνίες στις οποίες η μνήμη μπορεί να είναι επίδικο ζήτημα: αυτή η μνήμη να είναι χρήσιμη, η άλλη μνήμη να είναι άχρηστη· αυτή η μνήμη να είναι δημιουργική, η άλλη μνήμη να είναι βάρος.

Αυτή η διαχείριση είναι πολύ σημαντική καινοτομία. Διότι, τελικά, ήδη από τότε, απ’ τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αυτή η εφευρετικότητα, αυτός ο νεωτερισμός πάνω στο πως διαχειριζόμαστε το παρελθόν και τη μνήμη, υποστηρίζει μια ειδική παραγωγικότητα της μνήμης, που είναι «η μνήμη μας να εξαφανίζει τις μνήμες των άλλων», «η μνήμη μας να γίνεται κυρίαρχη, να γίνεται ηγεμονική, έτσι ώστε άλλοι, με τις δικές τους μνήμες, είτε να υποτιμώνται, είτε να περιθωριοποιούνται είτε και να εξαφανίζονται». Είναι σαν, η μνήμη, ήδη απ’ τον 19ο αιώνα, να γίνεται πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης… ακόμα και σύγκρουσης. Κατ’ αρχήν, σίγουρα, γίνεται πεδίο ιδεολογικής ηγεμονίας της αστικής τάξης, με την δική της άποψη για την μνήμη.

Αλλά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται ένα καινούργιο πρόβλημα για την αστική τάξη. Μια άλλη τάξη, ανταγωνιστική, η εργατική τάξη, αρχίζει να αποκτάει τη δική της μνήμη. Την δική της ζωντανή μνήμη, και την δική της νεκρή / γραπτή μνήμη. Και η σύγκρουση δεν είναι μόνο για το παρόν και το μέλλον, αλλά ήδη απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα η σύγκρουση τροφοδοτείται και απ’ το παρελθόν. Και της αστικής τάξης, και της εργατικής τάξης.

Οπότε, φαίνεται ότι απ’ τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός απ’ το δίπολο ζωντανή – νεκρή μνήμη, έχει διαμορφωθεί άλλο ένα, που τέμνει κάθετα το προηγούμενο, το δίπολο αστική μνήμη – εργατική μνήμη. Δεν είναι το σχήμα «η μνήμη της εξουσίας, του άρχοντα» απ’ τη μια μεριά και «η μνήμη των υποτελών» απ’ την άλλη, σαν δύο διακριτοί, χωριστοί κόσμοι, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Είναι οι διαφορετικές (αντίπαλες) μνήμες δύο δηλωμένα αντίπαλων τάξεων, που δρουν στα ίδια πεδία των κοινωνικών σχέσεων.

Μήπως αυτά που λέμε είναι αυθαιρεσίες; Όχι. Υπάρχει κάποιος που μπορεί αρκετοί ξέρετε, λέγεται Βάλτερ Μπένγιαμιν, κι αυτός το 1940, στις «θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας» λέει κάτι που δεν ξέρω αν το είχε πει άλλος πριν, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό.  Ο Μπένγιαμιν κατηγορεί τους σοσιαλδημοκράτες της εποχής του ότι αυτοί φταίνε για την άνοδο του φασισμού. Και πως λοιπόν φταίνε; Μεταφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα:

«Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης…» προσέξτε «… στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον Σπάρτακο…» (αναφερόμενος στους Σπαρτακιστές, τους κομμουνιστές στη Γερμανία, στη Λούξεμπουργκ…) «…ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί, μέσα σε τρεις δεκαετίες, να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί…» (πρόκειται για την Παρισινή Κομμούνα) «…που είχε συγκλονίσει με τον μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη τον ρόλο ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Γιατί μ’ αυτή τη διδασκαλία…» (ότι δηλαδή η εργατική τάξη αγωνίζεται για το μέλλον, για τις επόμενες γενιές,) «… η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας…» Ξέχασε η εργατική τάξη, στη γερμανία, τη δεκαετία του ’30, τονίζουμε το ρήμα: «ξέχασε» τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. «… Γιατί τρέφονται και τα δύο απ’ την εικόνα των υπόδουλων προγόνων και όχι απ’ το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών».

Εμφανίζεται λοιπόν αυτός ο άνθρωπος και λέει, το 1940, ότι η μνήμη είναι ουσιαστική για τη συνείδηση. Και πως εάν στρέψεις, πολιτικά, την εργατική τάξη προς το μέλλον, φροντίζοντας να ξεχάσει τους προγόνους που πέθαναν υπόδουλοι, της στερείς το μίσος απέναντι στ’ αφεντικά. Το 1940 λοιπόν ο Μπένγιαμιν έχει συλλάβει την ταξική πόλωση της μνήμης, την ταξική πόλωση που έχει προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, και το τι σημαίνει η απαλλοτρίωση της εργατικής μνήμης.

Δεν το έχει συλλάβει όμως μόνον αυτός. Και οι ναζί και οι σταλινικοί, οργανώνουν διαδικασίες καταστροφής της μνήμης των άλλων. Οι διαδικασίες αυτές θα φαίνονταν χοντροκομμένες σήμερα: οι ναζί καίνε τα βιβλία, τη νεκρή / γραπτή μνήμη της εργατικής τάξης, οι δε σταλινικοί σβήνουν και διορθώνουν τις φωτογραφίες, εξαφανίζοντας διάφορους που συμμετείχαν στην επανάσταση σαν μπολσεβίκοι, αλλά μετά… Να, λοιπόν, γεγονότα, της δεκαετίας του 1930, γεγονότα όχι ανταγωνισμού ανάμεσα σε ζωντανή και νεκρή μνήμη, αλλά μάλλον ταξικού ανταγωνισμού μέσα στη μνήμη.

Έχουμε κι ένα τρίτο στοιχείο, ενισχυτικό του ότι δεν υποστηρίζουμε κάτι αυθαίρετα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «1984», το οποίο έγραψε ο Όργουελ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1949. Μέσα εκεί ο Όργουελ περιγράφει σαν κρίσιμο μηχανισμό του καθεστώτος για να ελέγχει τους υποτελείς, αυτό που ονομάζει «τρύπα μνήμης». Memory hole. Τι κάνει το καθεστώς; Το καθεστώς επεμβαίνει στη νεκρή μνήμη και τη γράφει, την ξαναγράφει, τη διορθώνει, τη συμπληρώνει, την εξαφανίζει εδώ κι εκεί, για να ελέγχει μέσω της νεκρής μνήμης τη ζωντανή μνήμη των υπηκόων. Έτσι ώστε οι υπήκοοι να χάνουν τη δική τους μνήμη, και να ακολουθούν την αφήγηση του καθεστώτος.

Για τον Όργουελ το ξέρετε υποθέτουμε, είχε πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο, ήταν με τους δικούς μας. Δεν ήταν κάποιος άκαπνος.

Έχουμε, λοιπόν, από διαφορετικές μεριές, και από την λογοτεχνία, και από την φιλοσοφία, και από την ιστορία, μαρτυρίες ότι ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα η μνήμη είναι πεδίο συγκρούσεων. Ταξικών συγκρούσεων.

Το 1949, που ο Όργουελ έβγαλε το «1984»,  ο αμερικάνος Νόρμπερτ Βίνερ έβγαλε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, το οποίο λέγεται Κυβερνητική και Κοινωνία. Λέει πάρα πολλά πράγματα εκεί, προβλέπει πάρα πολλά, φαντάζεται πάρα πολλά, και μιλάει και για τη μνήμη. Αλλά τη μηχανική μνήμη πια.

Μεταφέρουμε ενδεικτικά μια μόνο φράση:

«… Η ιδιότητα της δυνατότητας να προσαρμόσουμε τη μελλοντική συμπεριφορά σε παρελθούσα… δηλαδή να σχετίσουμε το μέλλον μας με το παρελθόν μας,  δεν λέγεται μνήμη αλλά …λέγεται ανάδραση».

Κατά τον Βίνερ. Αυτό το 1949.

Για να μην σας κουράζουμε: στο διάστημα ‘40s – ’50s, δηλαδή ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου, με το τέλος του, και ύστερα με την ανοικοδόμηση (της ευρώπης), υπάρχουν τα εξής ζητήματα, σε σχέση με τη μνήμη:

Κατ’ αρχήν υπάρχει η ταξική πόλωση της μνήμης.

Κατά δεύτερον έχει αποκτήσει ήδη μια ορισμένη κρίσιμη μάζα μια συγκεκριμένη μορφή ιδιωτικοποίησης της μνήμης, που τα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες και ως τις μέρες μας θα γνωρίσει μεγάλη δόξα, που είναι η ψυχανάλυση. Και η ψυχολογία. Η ατομική αναδρομή, σα να λέμε, στο παρελθόν.  Αυτό έχει ωριμάσει στα μέσα του 20ου αιώνα.

Τρίτον, ξεκινάει η τεχνολογική αλλαγή στις μορφές της νεκρής μνήμης. Υπάρχει κι εκεί λοιπόν ένα ζήτημα, μια τεχνολογική αναδιάρθρωση που θα έλεγε κανείς ότι κατ’ αρχήν αφορά τη νεκρή μνήμη, όμως θα δούμε ότι δεν αφορούσε μόνον αυτήν. Και ακόμα υπάρχει εκεί, στα μέσα του 20ου αιώνα, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ένας μόνιμος προσανατολισμός προς το μέλλον. Το μέλλον–το μέλλον–το μέλλον, που είναι λαμπρό… Που σημαίνει αξιολόγηση του χρόνου. Που σημαίνει για τη μνήμη ότι «εντάξει, δεν πολυχρειάζεται γενικά». Μόνο επιλεγμένα και κατάλληλα διαμορφωμένα κομμάτια της.

Θα περάσουμε πολύ γρήγορα αυτές τις δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, όπου, απλά να υπενθυμίσουμε πως όλες οι μορφές καταγραφών, όλες οι μορφές νεκρής μνήμης, δηλαδή το βιβλίο, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η ηχογράφηση σε διάφορες μορφές, επεκτείνονται πάρα πολύ, οπότε φτάνουμε στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου όπου χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία όλες οι μορφές της νεκρής μνήμης γίνονται μία, η ψηφιακή μνήμη, η οποία μορφή έχει απεριόριστη χωρητικότητα, είναι μια αποθήκη που χωράει τα πάντα, και τα πάντα των πάντων, και τα πάντα των πάντων των πάντων, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Και απ’ την άλλη μεριά, όσο γεμίζει η αποθήκη, φαίνεται ότι αδειάζει η ζωντανή μνήμη· είναι το απόσπασμα που βάλαμε στην αρχή. Σα να μετατρέπεται η ζωντανή μνήμη στο ελάχιστο, σ’ έναν χειριστή (μπορεί και ανειδίκευτο χειριστή) της νεκρής μνήμης. Είναι σαν να άλλαξαν οι συσχετισμοί  ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή μνήμη. Δηλαδή σαν να έρχεται η νεκρή μνήμη και να κάθεται πάνω στη ζωντανή πολύ περισσότερο απ’ ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Και με καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Αλλάζει όμως, απ’ τον Β παγκόσμιο και μετά, όχι μόνο αυτό το δίπολο νεκρή – ζωντανή μνήμη, αλλά και το ταξικό δίπολο μέσα στη μνήμη. Φεύγει ο πόλεμος κατά της εργατικής μνήμης απ’ τις άγριες μορφές του ναζισμού, και πάει σε πιο ήπιες μορφές. Ορίστε ένα μικρό απόσπασμα που αφορά το θέμα μας -για να μην κρύβουμε το από που επηρεαζόμαστε!… Είναι κάτι που γράφτηκε το 1982, από τους Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρντο Φραντσεσκίνι, οι οποίοι, για όσους δεν τους ξέρουν ήταν αντάρτες πόλης στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, και ήταν φυλακή το 1982.

“Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη…” (είναι μια ορολογία που σε κάποιους μπορεί να φανεί ξένη) “…εκδηλώνει την επιδρομή της με στρατηγικές ενεργητικής λογοκρισίας και παραποίησης, με σκοπό, μέσα από τη δηλητηρίαση και τη γενοκτονία της προλεταριακής μνήμης να πετύχει τον προληπτικό έλεγχο των εν δυνάμει ανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Μνήμη είναι η συσσώρευση προγραμματικών συμπεριφορών, ένα σύνολο απαγορεύσεων και οδηγιών που εκπαιδεύει τα μέλη του καπιταλιστικού σχηματισμού στην αναπαραγωγή ή τον μετασχηματισμό του. Εφόσον λοιπόν η περασμένη εμπειρία επηρεάζει τη μελλοντική, κι επομένως λειτουργεί σαν κώδικας αναπαραγωγής των δραστηριοτήτων που γεννούν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, είναι εύκολα αντιληπτό γιατί η διαδικασία μετατροπής της σε “συλλογική μνήμη” έχει τόσο μεγάλη σημασία για την άρχουσα τάξη. Φυσικά αυτή η τελευταία προσπαθεί να αναπαράγει μόνον εκείνες τις συμπεριφορές που, όντας προσανατολισμένες στο παρελθόν δεν έρχονται σε αντίθεση με την επιδίωξή της να συντηρεί τις υπάρχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Η συλλογική μνήμη που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη επιδιώκει να δημιουργήσει είναι τραγικά κενή μέλλοντος, υπάρχει μέσα στο χρόνο, αλλά οι μελλοντικές προγραμματικές συμπεριφορές που προβλέπει είναι καθηλωμένες στην ατέρμονη επανάληψη του παρόντος, της αμετάβλητης και αέναης ποιότητάς του.

Είναι μνήμη…”(η μνήμη της εξουσίας για το πούμε αλλιώς) “…του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής κι όχι της επαναστατικής υπέρβασής του, η οποία έχει σημαία της το σύνθημα ‘το αδύνατο γι’ αυτό το σύστημα είναι η δική μας δυνατότητα΄”

Το επαναλαμβάνουμε ότι αυτά γράφονται το ’82, και έχουν σχέση με την ταξική αντίθεση και τη διαχείριση της προλεταριακής μνήμης απ’ τα αφεντικά. Το 1982 δεν υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές σε ευρεία καθημερινή χρήση…

Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν, κι αυτό που είπαν οι Κούρτσιο και Φραντσεσκίνι  απ’ τη μια μεριά, βάζοντας στο λογαριασμό και τις “τρύπες μνήμης” στις οποίες αναφέρεται ο Όργουελ, κι απ’ την άλλη μεριά βάλουμε την καταιγιστική μηχανοποίηση της μνήμης, την ψηφιακή μνήμη, και την τεράστια συσσώρευση μέσα την ψηφιακή μνήμη, με παράλληλη μείωση των δυνατοτήτων μνήμης χωρίς την ψηφιοποίησή της, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, αυτό τουλάχιστον είναι το δικό μας συμπέρασμα, ότι η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της σύγχρονης νεκρής (δηλαδή: ψηφιακής) μνήμης, είναι η παραγωγή της λήθης. Η αποθήκη, η ψηφιακή αποθήκη, η διαρκώς επεκτεινόμενη ψηφιακή αποθήκη, που θέλει εμένα (κι εγώ το κάνω εθελοντικά) να είμαι χειριστής της,  αυτή η διαδικασία παράγει την δική μου λησμονιά.

Πρέπει να είναι, έτσι το καταλαβαίνουμε, αυτό που έλεγε ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος», ότι φτάνουν οι κοινωνίες οι καπιταλιστικές σε μια κατάσταση όπου το «τώρα», το παρόν, εμφανίζεται να είναι αιώνιο. Δεν μπορεί πια κανείς να θυμηθεί άμεσα, σωματικά και νοερά, ότι κάποτε ήταν αλλιώς. Άρα δεν μπορεί να μισήσει το παρόν ενθυμούμενος τους υπόδουλους προγόνους.

Δυο τελευταίες κουβέντες.

Το πρώτο είναι ότι αυτή η τεράστια, καθολική, απέραντη, αχόρταγη αποθήκη, η ψηφιακή μνήμη,  έχει ιδιοκτήτες. Το είπαμε απ’ την αρχή, ότι ο παραλληλισμός της ζωντανής μνήμης με την αποθήκη έχει να κάνει με την ιδιοκτησία. Λοιπόν, η ψηφιακή μνήμη έχει ιδιοκτήτες, κι αυτοί δεν είναι οι χειριστές. Εμείς. Ιδιοκτήτες είναι είτε ιδιωτικές εταιρείες τύπου google, είτε κρατικές υπηρεσίες, του είδους nsa. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες της ψηφιακής νεκρης μνήμης, ό,τι κι αν νομίζουμε εμείς.

Το δεύτερο, είναι μια κουβέντα που είπε κάποιος τσέχος συγγραφέας, ονόματι Μίλαν Κούντερα. Αυτός λοιπόν έγραψε κάποια στιγμή ότι:

“ο αγώνας ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη”

Αυτά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>