Εισήγηση: Ο Ταίηλορ στη Silicon Valley _η τεχνοεπιστημονική διαχείριση της σκέψης

Εισαγωγή

Στη σημερινή εισήγηση ο ταιηλορισμός, για τον οποίο θα πούμε δυο τρία πράγματα στη συνέχεια, θα είναι το φόντο πάνω στο οποίο θα εξετάσουμε μια διαδικασία σχετικά σύγχρονη, που αφορά την διάλυση και την ανασύνθεση της σκέψης, του τρόπου που σκέφτονται και θα σκέφτονται οι υπήκοοι του καπιταλισμού στο νέο παράδειγμα. Υποθέτουμε πως είναι γενικά γνωστό ότι ο Τάιηλορ ανάλυσε, διέλυσε και ανασυνέθεσε με “επιστημονικό τρόπο” πολλές πλευρές της χειρωνακτικής εργασίας, και είναι ο πιο διάσημος απ’ τους αναμορφωτές του καπιταλιστικού / μηχανικού τρόπου οργάνωσης της εργασίας, απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα. Έχοντας, λοιπόν, τον ταιηλορισμό σαν φόντο σε μια εισήγηση περί σκέψης έχουμε, κι αυτό είναι επιλογή μας, την μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας σαν φόντο για την ανάλυση της μηχανοποίησης όχι μόνο της διανοητικής εργασίας αλλά, εν τέλει, της σκέψης γενικά. Κατά κάποιον τρόπο εμπνεόμαστε απ’ την γνώμη του καταστασιακού Mustafa Kayati για τις εργάτριες λέξεις:


Οι λέξεις απέχουν από τις ιδέες ένα μόνο βήμα κι αυτό το βήμα πάντα το κάνει η εξουσία και οι στοχαστές της. Όλες οι θεωρίες για το γλωσσικό σύστημα – απ’ τον ηλίθιο μυστικισμό του “όντος” μέχρι τον υπέρτατο (καταπιεστικό) ορθολογισμό της κυβερνητικής μηχανής – ανήκουν στον ίδιο κόσμο, στο λόγο της εξουσίας, που τον θεωρούν τον μοναδικό κόσμο στον οποίο μπορεί ν’ αναφέρεται κανείς σαν καθολική μεσολάβηση.

Η πραγματική οικειοποίηση των λέξεων που εργάζονται δεν μπορεί να γίνει εφικτή έξω από την ιδιοποίηση της ίδιας της εργασίας. Η νίκη της απελευθερωμένης, δημιουργικής δραστηριότητας θα φέρει τη νίκη της επιτέλους απελευθερωμένης αυθεντικής επικοινωνίας.
Οι λέξεις δεν θα πάψουν να εργάζονται όσο θα εργάζονται οι άνθρωποι.

Mustafa Kayati
(Από το 10ο τεύχος της επιθεώρησης της Καταστασιακής Διεθνούς, 1966)

Μέρος Α

Ο Ταίηλορ

Ο Ταίηλορ μελέτησε, ανέλυσε, κατέγραψε, χρονομέτρησε τις σωματικές κινήσεις διάφορων εργατών, τεχνητών και μη, σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες της εποχής του, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Κομματιάζοντας αυτές τις δουλειές στα κατα το δυνατόν ελάχιστα κινησιολογικά συστατικά, μπόρεσε να δει ποιές είναι άχρηστες (κινήσεις τεμπελιάς, καθυστέρησης, χρονοτριβής) και ποιές είναι ουσιαστικές. Μπόρεσε επίσης να μελετήσει εάν διαφορετικά εργαλεία θα έκαναν τέτοιες επιμέρους κινήσεις πιο αποδοτικές, πιο γρήγορες, πιο αποτελεσματικές. Και, ύστερα, έκανε την ανασύνθεση των χρήσιμων κινήσεων, στην αποτελεσματική (κατ’ αυτόν) διάρκεια, σε γραμμικές αλληλουχίες, διαμορφώνοντας, τον σωστό, τον επιστημονικά σωστό τρόπο, με τον οποίο πρέπει να γίνεται η Α ή η Β χειρωνακτική δουλειά. Απ’ το κουβάλημα του χαμάλη ως το τορνάρισμα του μηχανουργού.

Το βιβλίο του Ταίλορ επιστημονική διαχείριση [της εργασίας] (1911) έγινε στη συνέχεια κάτι σαν ευαγγέλιο της βιομηχανικής οργάνωσης της εργασίας. Ήταν μια επανάσταση. Τι είδους επανάσταση όμως;

Μερικοί μελετητές του Ταίηλορ αργότερα (στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70) αντιμετώπισαν αμήχανα ή και επικριτικά το γεγονός ότι ο ταιηλορισμός ονομάστηκε scientific management· επιστήμη… Για παράδειγμα ο γενικά διεισδυτικός Braverman, στο εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο, η υποβάθμιση της εργασίας στον 20ο αιώνα, γράφει (σελ. 102):


Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ ήταν μια απόπειρα εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την επίλυση των προβλημάτων ελέγχου της εργασίας, τα οποία εμφανίζονταν με όλο και πιο περίπλοκες μορφές στο εσωτερικό των ραγδαία αναπτυσσόμενων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, την περίοδο που το “κίνημα” έκανε την εμφάνισή του. Συνεπώς, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν διαθέτει κανένα από τα χαρακτηριστικά μιας αληθινής επιστήμης, και αυτό γιατί οι αρχικές του υποθέσεις δεν είναι παρά οι απόψεις του καπιταλιστική σχετικά με τις παραγωγικές σχέσεις. Παρά τους περιστασιακούς ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν έχει τις αφετηρίες του στην ανθρώπινη αντίληψη και τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά στις αντιλήψεις του καπιταλιστή και τις δικές του ανάγκες, τις ανάγκες δηλαδή που συνεπάγεται η διοίκηση μιας διόλου συνεργάσιμης εργατικής δύναμης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ανταγωνιστικών παραγωγικών σχέσεων. Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν κάνει καμιά προσπάθεια να εντοπίσει τα αίτια αυτής της κατάστασης, αλλά τη δέχεται σαν αδιαμφισβήτητο δεδομένο, σαν “φυσική” συνθήκη. Δεν ερευνά την εργασία γενικώς, αλλά την προσαρμογή της εργασίας στις ανάγκες του κεφάλαιου. Και δεν εισέρχεται στους χώρους εργασίας σαν εκπρόσωπος της επιστήμης, αλλά σαν εκπρόσωπος των αφεντικών της παραγωγής που μεταμφιέστηκε άτσαλα σε επιστήμη φορώντας φύρδην μίγδην ό,τι κουρέλια βρήκε μπρος του.

Αν και μαρξιστής ο Braverman φαίνεται να έχει ξεχάσει, στο συγκεκριμένο σημείο τουλάχιστον, τα λόγια του Μαρξ ήδη απ’ την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, για την επιστράτευση των “χθόνιων δυνάμεων” της επιστήμης και της τεχνικής από την αστική τάξη· χωρίς να αμφισβητεί ο Μαρξ το ότι αυτή η επιστρατευμένη επιστήμη είναι αληθινή (κι όχι μια … κουρελού). Συνεπώς ακόμα και ένας Braverman ηθικολογεί σε ότι αφορά την επιστημονικότητα του “επιστημονικού μάνατζμεντ”, αφήνοντας ουσιαστικά το θέμα στην άκρη.

Υπάρχει λοιπόν ένα σοβαρό λάθος εδώ. Το ότι ο Ταίηλορ και όλη η μεθοδολογία του στην ανάλυση, στην μέτρηση και στην ανασύνθεση διάφορων χειρωνακτικών εργασιών εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των εργοδοτών, είναι βέβαιο. Όμως αυτό ΔΕΝ αποτελεί ούτε επιχείρημα ούτε απόδειξη το ότι η δουλειά του Ταίηλορ και τα συμπεράσματά του ΔΕΝ ήταν επιστημονικά!!! Γιατί έτσι έχει αναπτυχθεί αυτό το σώμα γνώσης που ονομάζεται επιστήμη: για να υπηρετήσει, σε γενικές γραμμές, τις ανάγκες του κεφάλαιου.

Τι θεωρούσε ο Taylor (και όχι μόνον αυτός άλλωστε) επιστημονικό σε σχέση με διάφορες μορφές χειρωνακτικής εργασίας και την αναδιοργάνωσή τους στα τέλη του 19ου αιώνα; Τα εξής:
α) την χρονομέτρηση κάθε επιμέρους κίνησης που κάνει ένας εργάτης σε οποιαδήποτε δουλειά·
β) την δημιουργία αναλυτικών καταλόγων “σειριακής” καταγραφής / χρονομέτρησης κινήσεων και χρόνων, μαζί με
γ) την καταγραφή (και χρονομέτρηση) των “νεκρών χρόνων” μεταξύ διαδοχικών κινήσεων·
δ) την μελέτη των “μέσων” (εργαλείων και μηχανών, απ’ τις πιο απλές ως τις πιο σύνθετες με βάση τα δεδομένα της εποχής) που απαιτούνται αφενός στην “παραδοσιακή” εργασία και αφετέρου σε μια διαφορετικού τύπου, “σειριακή” οργάνωσή της·
ε) την εφεύρεση μια διαφορετικής, πιο αποδοτικής σύνθεσης αυτών των κινήσεων, ακόμα και
στ) την ανάληψη ενός μέρους απ’ αυτές από βοηθητικούς εργάτες έτσι ώστε οι κυρίως εργάτες να μπορούν να ακολουθούν το scientific management απερίσπαστοι·
ζ) τέλος, την αξιοποίηση των όποιων πορισμάτων από επιστημονικές έρευνες σε διάφορα πεδία, απ’ την “πρώιμη” (τότε) ψυχολογία ως την μηχανολογία και την ανατομία.

Συνεπώς αυτό ακριβώς ήταν το επαναστατικό, το ριζοσπαστικά καινοτόμο στοιχείο στις έρευνες και την μεθοδολογία του Ταίηλορ: ότι μετέφερε αρχές, μεθόδους και κανόνες ενός ορισμένου σώματος γνώσης που ήταν πράγματι επιστημονικό, πάνω σε ένα άλλο σώμα γνώσης, πάνω στις αρχές, στις μεθόδους και στους κανόνες δουλειάς των χειρωνακτών, ειδικευμένων και ανειδίκευτων· αυτό το δεύτερο σώμα γνώσης μπορούμε να το πούμε εμπειρικό. Το επαναστατικό με τον Ταίηλορ είναι λοιπόν ότι έσπρωξε την επιστήμη του καιρού του, που ασκούνταν γενικά σε ευαγή και διαχωρισμένα ιδρύματα (πανεπιστήμια), βάζοντας την στον σκοτεινό και βρώμικο κόσμο των χειρωνακτικών δουλειών και των μικρότερων ή μεγαλύτερων εργαστηρίων και εργοστασίων, που ήταν γεμάτα αγράμματους και απείθαρχους εργάτες. Μπαίνοντας εκεί η επιστήμη θα έπρεπε να αποδείξει την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της (με κριτήρια αποδοτικότητας, περιορισμού της σπατάλης χρόνου και υλικών) απέναντι στην εμπειρική γνώση των εργατών· και αυτό έκανε με πλήρη συνείδηση ο Ταίηλορ, ακόμα και έναντι δύσπιστων εργοδοτών. Γνώση εναντίον γνώσης λοιπόν, επιστήμη εναντίον εμπειρίας, και συντριπτική νίκη της επιστήμης πάνω στην εμπειρία, στις χειρωνακτικές δουλειές: αυτό ήταν μια πραγματική επανάσταση στις αρχές του 20ου αιώνα. Προς όφελος του κεφάλαιου…

Αυτή η εκστρατεία είχε και έναν καθαρό πολιτικό στόχο, τον οποίο ο Ταίηλορ τονίζει διαρκώς και ακατάπαυστα στο βιβλίο του. Το να φύγει οριστικά και αμετάκλητα ο έλεγχος της εργασίας (της έντασής της, των ρυθμών της, της παραγωγικότητάς της…) απ’ τα χέρια των τεχνητών, των μαστόρων, των εργατών, και να περάσει στα γραφεία σχεδιασμού, στους μηχανικούς, στη διοίκηση και την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Συνεπώς ο ταιηλορισμός απ’ την μια έκανε τους χειρώνακτες απλά εκτελεστικά όργανα ενός “οργανογράμματος”, ανειδίκευτους. Απ’ την άλλη δημιούργησε ένα καινούργιο σώμα σχεδιαστών και ελεγκτών της εργασίας, που στον ένα ή τον άλλο βαθμό ήταν επιστήμονες, δηλαδή οι “φυσικοί” φορείς αυτού του επιστημονικού σώματος γνώσης.

Συγκρατούμε λοιπόν, επειδή θα μας χρειαστεί στη συνέχεια, αυτό το δεδομένο. Με τον ταιηλορισμό κορυφώνεται ένα είδος ακήρυχτου πολέμου μεταξύ δύο τρόπων γνώσης: της επιστήμης απ’ την μια, της εμπειρίας απ’ την άλλη. Σαν ένα σώμα γνώσης ήδη δουλεμένο ως προς τους κανόνες, τις αρχές και τις μεθόδους της, ιδιαίτερα εντατικά τον 19ο αιώνα, η επιστήμη νικάει κατά κράτος την εμπειρία στις χειρωνακτικές δουλειές, σ’ αυτές τουλάχιστον που έχουν κάποιο αφεντικό. Και επιβάλλεται: ανάλυση, μετρήσεις, αξιολόγηση τμήμα τμήμα, παραγοντοποίηση, συστήματα εξισώσεων, ενίσχυση κινήσεων με τα κατάλληλα εργαλεία, επανασυναρμολόγηση των κινήσεων (των σωμάτων): ιδού ο θρίαμβος του “διαφανούς” επιστημονικού λόγου / πράξης πάνω στο “σκοτεινό” και αδιαπέραστο εμπειρικό λόγο / πράξη.

Οι Ταίηλορ πριν τον Ταίηλορ

Ένα γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, λοιπόν, το επιστημονικό, εναντίον ενός άλλου γνωσιολογικού / σχεσιακού μοντέλου, του εμπειρικού, σε ότι αφορά τις χειρωνακτικές εργασίες στα εργαστήρια και στα εργοστάσια, αυτός ο πόλεμος είναι που θα επισημοποιηθεί απ’ τον Ταίηλορ και το scientific management. Όμως τι είναι αυτό το ανώτερο γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, η επιστήμη;

Ο 19ος αιώνας είναι μια εντατική και δυναμική περίοδος ανάπτυξης των επιστημών, σ’ όλον τον τότε καπιταλιστικό κόσμο. Η μητέρα όλων των επιστημών, το υπόδειγμα, αυτό στο οποίο θα έπρεπε να τείνει από μεθοδολογική και λογική άποψη κάθε επιμέρους επιστημονικός κλάδος, ήταν βέβαια (και παραμένει) η φυσική. Και από δίπλα της τα μαθηματικά. Παρότι στον 19ο αιώνα εμφανίζονται, μορφοποιούνται και εξελίσσονται πολλοί επιστημονικοί κλάδοι ή, πιο σωστά, πολλές εξειδικευμένες γνωσιακές διαδικασίες με αξιώσεις επιστημοσύνης, απ’ την βιολογία ως την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, είναι σωστό να πούμε ότι η επιστήμη είναι βασικά φυσικομαθηματική. Η φυσική έχει καθιερώσει το δίπολο “πείραμα – απόδειξη”, και χωρίζει, αναλύσει, μετράει, μετράει, μετράει. Δίπλα της τα μαθηματικά εξελίσσονται κι αυτά, σαν ο κατεξοχήν τομέας μιας επιστήμης μετρήσεων, κατανομών, συσχετίσεων αλλά και μεταγλωτίσεων. Θα επανέλθουμε στη συνέχεια σ’ αυτό.

Χωρίς δυσκολία θα συμφωνούσαμε πως όποιος κι αν είναι ο ιδιαίτερος προσανατολισμός οποιασδήποτε επιστήμης, όσο κι αν εμπλέκεται και με πρακτικά καθήκοντα, όπως για παράδειγμα η κατασκευή του μικροσκοπίου, του τηλεσκοπίου, των ατμομηχανών ή του τηλέγραφου, ή η ανατομία σωμάτων, κληρονομικών σχέσεων, ή η χαρτογράφηση, αρχειοθέτηση και σύγκριση ηθών και εθίμων, η επιστήμη είναι σε μεγάλο βαθμό διανοητική διαδικασία. Σκέψη. Συνεπώς εάν η επιστήμη στον 19ο αιώνα είχε αρχίσει να συγκροτείται πυκνά και ώριμα σα σώμα γνώσης σε διάφορους τομείς, αυτό γινόταν παράλληλα με την συγκρότηση και την οργάνωση της επιστημονικής σκέψης σαν τέτοιας. Για να το πούμε διαφορετικά: το μακρύ οδοιπορικό της ανάπτυξης των επιστημών δεν ήταν μόνο η συγκρότηση ενός λόγου (και των ανάλογων πρακτικών) για το Α ή Β γνωσιακό αντικείμενο, αλλά επίσης η συγκρότηση ενός μοντέλου (του επιστημονικού) για το σκέπτεσθαι. Προκειμένου αυτό το μοντέλο να είναι ανώτερο από κάθε άλλο, θα έπρεπε να ικανοποιεί κρίσιμες προδιαγραφές.

Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη σαν σύνολο αναπτύσσεται ραγδαία τον 19ο αιώνα στην ευρώπη και στην βόρεια αμερική, και απομακρύνεται πολύ γρήγορα απ’ το προηγούμενο υψηλότατου κύρους γνωσιολογικό Παράδειγμα, την φιλοσοφία.

Πράγματι, ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος εντατικής αναμέτρησης και διαλεκτικής σύνθεσης ανάμεσα σ’ εκείνο που επί αιώνες εξελισσόταν σαν φιλοσοφία, και σ’ αυτό που αναδύεται ρωμαλέο σαν επιστήμη. Οι πρώτες εφευρέσεις, διαπιστώσεις, επιστημονικές θεωρίες και εφαρμογές ασκούν μεγάλη επιρροή μεταξύ των διανοούμενων του 19ου αιώνα, απ’ το ξεκίνημά του ήδη. Ο ιδεαλισμός, η θεωρησιαρχική φιλοσοφία, μπαίνουν γρήγορα σε κρίση μπροστά στον αναδυόμενο επιστημονικό υλισμό και την επιστημονική φυσιοκρατία.

Όμως αυτή η αναμέτρηση για τον εγκυρότερο τρόπο σύλληψης της Αλήθειας – του – Κόσμου δεν είναι εύκολη, ούτε γίνεται μονομιάς. Ο πραγματισμός των επιστημών έπρεπε να “κλέψει”, για λογαριασμό του, το ήδη απ’ τον 15ο αιώνα ιερό δισκοπότηρο της φιλοσοφίας: την Λογική.

Αν ρωτούσε σήμερα κάποιος “γιατί το επιστημονικό σώμα γνώσης είναι ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο;” η απάντηση θα ήταν επειδή έχει δημιουργήσει τόσα πολλά τεχνολογικά θαύματα, τόσες πολλές μηχανές. Aπάντηση φτωχή, ρηχή, που επιπλέον είναι ελέγξιμη. Το σίγουρο είναι ότι τον 19ο αιώνα η ανωτερότητα της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής σκέψης δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί μόνο με κριτήρια τα πρακτικά αποτελέσματά τους. Ήταν εντυπωσιακά μεν, αλλά η φιλοσοφική γνώση / σκέψη είχε πίσω της την εγκυρότητα αιώνων. Συνεπώς, το γιατί η επιστημονική γνώση και σκέψη, το γιατί δηλαδή ένα σώμα έρευνας και γνώσης δομημένο με συγκεκριμένους κανόνες ήταν μακράν ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο, ήταν ένα ερώτημα που τον 19ο αιώνα απασχολούσε ιδιαίτερα τους ίδιους τους επιστήμονες, και ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί χωρίς προσφυγή σε έναν τεράστιο γαλαξία εφευρέσεων. Το μόνο ή το πιο ουσιαστικό καταφύγιο απόδειξης αυτής της (επιστημονικής) ανωτερότητας ήταν να δώσει ένα επαρκές νόημα στην παλιά θεότητα – της – σκέψης, που εν τω μεταξύ έπρεπε να είναι τόσο εγκόσμια όσο η τάξη που ηγεμόνευε. Ένα καινούργιο νόημα για την Λογική. Εάν, για παράδειγμα, το scientific management του Ταίηλορ όφειλε να αποδείξει την ανωτερότητά του ως προς την αποτελεσματικότητα της εργασίας, αυτή η ανωτερότητα δεν θα έπρεπε να προκύπτει μέσα απ’ την βία (εάν μαστιγώνεις κάποιον μπορεί ίσως να δουλέψει γρηγορότερα…) αλλά μόνο μέσα απ’ την αξιοποίηση λογικών διαδικασιών.

Μ’ άλλα λόγια, για να έχουν την αξίωση το επιστημονικό σώμα γνώσης, η επιστημονική σκέψη και οι επιστημονικές αλήθειες σε όλο τους το εύρος να είναι ανώτερης τάξης, θα έπρεπε να είναι “απόλυτα λογικές” χωρίς να υποκύπτουν στα αναπόφευκτα λάθη του εμπειρισμού. Αυτή ήταν η έγνοια των επιστημόνων του 19ου αιώνα, και ακόμα εντονότερα των μαθηματικών. Γιατί ειδικά αυτών; Επειδή καινούργιες ελκυστικές έως τολμηρές μαθηματικές θεωρείες διατυπώνονταν εδώ κι εκεί, αλλά έμοιαζαν συχνά απογειωμένες ή και αυθαίρετες κατασκευές. Και σ’ άλλους επιστημονικούς τομείς, ειδικά στη φυσική, καινούργιες θεωρίες που δεν συμπλήρωναν αλλά αντικαθιστούσαν προηγούμενες, δημιουργούσαν μια ισχυρή αίσθηση αστάθειας για το τι είναι τι. Η Λογική λοιπόν, και μόνον αυτή, θα εγγυόταν την ανωτερότητα του επιστημονικού σώματος γνώσης και κάθε επιστημονικής σκέψης και θα καθάριζε τον επιστημονικό ορίζοντα απ’ τα ζιζάνια.

Τι ήταν όμως αυτή η θεότητα, η Λογική, τον 19ο αιώνα; Ή, πιο σωστά, τι γνώσεις είχαν οι επιστήμονες γι’ αυτήν τότε; Παράδοξο ή όχι, η μόνη διαθέσιμη συνεκτική και συστηματική θεωρία περί Λογικής ήταν εκείνη του Αριστοτέλη. Εάν οι επιστήμονες ήθελαν να έχουν την ευλογία της Λογικής, αυτή η ευλογία ήταν 2.000 χρόνων παλιά· κι ωστόσο κρατούσε ακόμα.

Τι ήταν, όμως η Αριστοτελική Λογική, και πως αυτή μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο σαν ο ακρογωνιαίος λίθος αλλά σαν το μοντέλο της (επιστημονικής) σκέψης; Η Αριστοτελική Λογική ήταν ουσιαστικά μια συστηματική θεωρία για την σκέψη οργανωμένη σαν τυποποίηση της γλώσσας. Την εποχή του Αριστοτέλη η θέση ότι η γλώσσα (προφορική ή και γραπτή) είναι το μόνο σώμα της σκέψης ήταν μια φιλοσοφική θέση… Στον 19ο αιώνα η θέση ότι η επιστήμη οφείλει να είναι λογική, και ότι αυτό είναι ζήτημα συγκρότησης γλώσσας (που μπορεί και πρέπει να έχει μηχανικές προεκτάσεις και εφαρμογές) ήταν μια θέση πολιτική. Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια.

Η Λογική θα κατακτήσει τον θρόνο της στον ηρωϊκό από επιστημονική άποψη 19ο αιώνα, όχι πια σαν φιλοσοφία της ορθής σκέψης αλλά σαν η φυσική της ορθής σκέψης. Γιατί όχι σαν τα μαθηματικά της ορθής σκέψης επίσης; Εάν οι επιστήμες έπρεπε να θεμελειωθούν στη λογική αυτό σημαίνει ότι και η λογική με τη σειρά της θα έπρεπε να επιστημονικοποιηθεί, όχι στο δρόμο του Αριστοτέλη – αλλά πολύ μακρύτερα.

Σε μια εποχή που η επίδειξη επιστημονικής ικανότητας στη σκέψη και η διαμόρφωση επιμέρους σωμάτων επιστημονικής γνώσης ήταν η ανακάλυψη των νόμων (που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και τα ανθρώπινα / κοινωνικά) η ίδια η ορθή σκέψη θα έπρεπε να υπόκειται σε κάποιους νόμους. Αυτό υποστήριξε ο George Boole (και όχι μόνο).

Το σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι η διαμόρφωση και η συγκρότηση των γνώσεων και των τρόπων σκέψης που ονομάστηκαν επιστήμη στον 19ο αιώνα ήταν μια ασυνεχής διαδικασία, με τολμηρά άλματα, στασιμότητες, οπισθοχωρήσεις, διαφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ επιστημόνων (και μη), σε ένα πεδίο που οριζόταν σίγουρα απ’ τα εξής:
α) την δυνατότητα ανάλυσης (που σε πρώτη φάση σήμαινε κομμάτιασμα) και καταμέτρησης των “συστατικών στοιχείων” οποιουδήποτε υπό μελέτη αντικειμένου·
β) την διαπίστωση και την καταγραφή των ιδιοτήτων αυτών των συστατικών στοιχείων·
γ) την δυνατότητα εξηγήσεων, συχνά μέσω μηχανικών αναλογιών, για την “λειτουργία” του ενός ή του άλλου·
δ) την συγκρότηση ενός πραγματιστικού τρόπου σκέψης με λογικά επιχειρήματα·
ε) την διαμόρφωση ειδικών επιστημονικών γλωσσών, κυρίως στη φυσική και στα μαθηματικά, μέσα απ’ τη χρήση καινούργιων συμβόλων και την διαμόρφωση “νόμων” για την σχέση μεταξύ τους.

Στην ουσία λοιπόν ο Ταίηλορ, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, δεν έκανε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από έναν συνδυασμό των πιο πάνω, έναν συνδυασμό προσαρμοσμένο σ’ ένα φαινομενικά και κατ’ αρχήν ταπεινό αντικείμενο μελέτης, την χειρωνακτική εργασία των μαστόρων και των ανειδίκευτων στα εργαστήρια και στα εργοστάσια. Όμως ΠΡΙΝ το επιστημονικό σώμα γνώσης επιτεθεί και αντικαταστήσει το εμπειρικό σώμα γνώσης στις χειρωνακτικές δουλειές, είχε αποκτήσει έναν ικανό βαθμό συγκρότησης και αυτοπεποίθησης αναμορφώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την σκέψη.

Εδώ ο George Boole είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Από φτωχή οικογένεια και ουσιαστικά αυτοδίδακτος, λάτρης των μαθηματικών, κατάφερε να αποδείξει, μια και καλή, ότι η λογική επιχειρηματολογία (άρα η λογική σκέψη) θα μπορούσε να αναπαρασταθεί και να αναπτυχθεί σαν κλάδος των μαθηματικών. Ο Boole πήρε την Λογική από εκεί που την είχε αφήσει ο Αριστοτέλης 2.000 χρόνια πριν, και την έκανε υπόθεση και εργαλείο των μαθηματικών. Η περίφημη Άλγεβρά του “ολοκλήρωσε” αυτό που είχε αναλύσει ο Αριστοτέλης, και έδωσε μορφή σ’ αυτό που είχε ονειρευτεί ο Leibniz. Έφτιαξε ένα καινούργιο ρεπερτόριο συμβόλων, μια καινούργια γλώσσα, της οποίας το “συντακτικό”, οι κανόνες και οι νόμοι, είχαν τη λιτότητα και την αυστηρότητα των μαθηματικών.

Μπορούμε να βρούμε μια γενεαλογική σχέση ανάμεσα στην δουλειά του Boole και σ’ εκείνο που επιχείρησε και κατάφερε μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ταίηλορ. Η Αριστοτελική Λογική είχε έτσι κι αλλιώς διαμελίσει την ποιητική της γλώσσας και τυποποίησε τις προτάσεις, τις μεταξύ τους σχέσεις και τα νοήματα, αφαιρώντας σαν περιττή (μη Λογική) κάθε αμφισημία, πολυσημία, κλπ. Ο Boole έδωσε μαθηματική έκφραση σ’ αυτήν την τυποποίηση, δηλαδή ανασυνέθεσε την αριστοτελική νομολογία της Λογικής σε σχέσεις μεταξύ συμβόλων. Ο Ταίηλορ, απ’ τη μεριά του, ανέλυσε / διαμέλισε το εργαζόμενο σώμα, απομόνωσε τις χρήσιμες σωματικές κινήσεις αφαιρώντας σαν περιττές (και επικίνδυνες) όσες σκόπευαν στην εξοικονόμηση χρόνου απ’ την εργατική σκοπιά, και ξανασυνέθεσε αυτές τις κινήσεις μέσα απ’ την μηχανική (φυσικομαθηματική) μεσολάβηση.

Το ενδιαφέρον είναι λοιπόν ότι μορφές “ταιηλοροποίησης – της – σκέψης”, μεταξύ των επιστημόνων κατά κύριο λόγο, είχαν προηγηθεί μερικές δεκαετίες απ’ τον ίδιο τον Ταίηλορ. Δεν είναι όμως μόνο ο Boole και άλλοι μαθηματικοί (όπως ο Frege) φωτεινά αστέρια σ’ αυτήν την διαδικασία. Υπήρξαν κάποιοι τολμηροί που υποστήριξαν, πάντα τον 19ο αιώνα, ότι οι διανοητικές διαδικασίες μπορούν να μηχανοποιηθούν. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Charles Babbage. Ο Babbage θεωρείται σήμερα πρόδρομος της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, επειδή σχεδίασε και σχεδόν έφτιαξε μια υπολογιστική μηχανή.


Ο Babbage, παίζοντας δύο φορές σκάκι εναντίον του “Tούρκου” στο Λονδίνο το 1821 (έχασε και τις δύο φορές) έβγαλε γρήγορα το συμπέρασμα ότι πρόκειται για απάτη. Η εμπειρία εκείνη όμως τον έκανε να σκεφτεί για την δυνατότητα μηχανοποίησης διανοητικών παιχνιδιών, συμπεριλαμβανόμενου του σκακιού. Μετά τις ήττες του απ’ τον “Τούρκο” έγραψε στο “The Author’s Contributions to Human Knowledge” ότι κάθε παιχνίδι δεξιοτήτων θα μπορούσε, θεωρητικά, να παιχτεί από μια αυτόματη μηχανή. Ενώ η Difference Engine μπορούσε να κάνει μόνο μια λειτουργία κάθε φορά, ο Babbage άρχισε να σκέφτεται την πιθανότητα προγραμματισμού μιας μηχανής έτσι ώστε να κάνει πολλές διαφορετικές λειτουργίες. Ονόμασε αυτή την ιδέα του Analytical Engine. Θα προγραμματιζόταν μέσω διάτρητων καρτών, μια ιδέα που την πήρε απ’ την υφαντουργική βιομηχανία, ειδικά τις μηχανές του Jacquard.
Ποιό ήταν το καθεστώς της σχέσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας; Θα μπορούσαν οι διανοητικές δυνατότητες να μηχανοποιηθούν όπως γινόταν ήδη σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό με τις χειρωνακτικές δυνατότητες; Η γκάμα των αντιδράσεων απέναντι στην υψηλής ακρίβειας τεχνολογία, στον 19ο αιώνα, είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτιστικές πεποιθήσεις της εποχής…. Οι απαντήσεις σ’ αυτές και σε παρόμοιες ερωτήσεις δεν διαμόρφωσαν μόνο την βρετανική κοινωνία του 19ου αιώνα, αλλά επηρρέασαν και την γνωσιολογία της φυσικής. Στον 19ο αιώνα άρχισε να αναδύεται μια επαγγελματική τάξη (κυρίως) ανδρών, οι επιστήμονες, που αφιερώθηκαν στη μελέτη της φύσης. Καθώς η εξειδίκευση της εργασίας άρχισε να μεγαλώνει τόσο στην κοινωνία γενικά όσο και μέσα στην επιστημονική κοινότητα ειδικά, ζητήματα που αφορούσαν την φύση και την σχέση της τεχνικής (χειρωνακτικής) γνώσης και της επιστημονικής γνώσης και της δικής της οπτικής άρχισαν να ανακύπτουν όλο και πιο έντονα· και με πολιτικές προεκτάσεις.

Ένας άλλος τολμηρός, που δεν έφτιαξε κάποια μηχανή αλλά διατύπωσε θεωρητικά το ζήτημα της μηχανοποίησης της σκέψης, ήταν ο Alfred Marshall:


O Alfred Marshall υπήρξε εξίσου σημαντικός σε ότι αφορά τον “προβληματισμό” για τις διανοητικές και ψυχοσυναισθηματικές διαδικασίες, και την μηχανική αναλογία τους. Ο Marshall έμεινε τελικά γνωστός στην ιστορία σαν θεωρητικός της (καπιταλιστικής) οικονομίας με το Principles of Economics (1890). Όμως η “οικονομολογία” της εποχής δεν είχε σχέση με την σημερινή, ούτε άλλωστε οι επιστήμες (εντός ή εκτός εισαγωγικών…) είχαν καταμεριστεί και εξειδικευτεί όπως τις ξέρουμε σήμερα. Ο Marsall, σαν οικονομολόγος, ήταν μάλλον ένας “φυσικός (ή “μηχανικός”….) των ανθρώπινων οικονομικών συναλλαγών”. Και απ’ αυτή τη θέση μπορούσε να κινείται εύκολα σε πεδία όπως η ψυχολογία, η ηθική, ακόμα και η συνείδηση και η γνώση, μιλώντας γενικά για το είδος μας, τα κίνητρα των πραξεών του, τα όρια των γνώσεών του, τους τρόπους να μετακινεί αυτά τα όρια μαθαίνοντας.
O Marshall, λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1860, έγραψε 4 κείμενα με σκοπό να οργανώσει την ψυχολογία – σαν – επιστήμη δίνοντάς της σταθερές βάσεις. Το τρίτο κείμενο εκείνης της σειράς (γράφτηκε το 1868) είχε τίτλο “Ye Machine” και σ’ αυτό ο Marshall παρουσίαζε ένα μηχανικό μοντέλο για την κατανόηση του πως “δουλεύει η ανθρώπινη σκέψη”. Σύμφωνα με την ιδέα του Marshall αυτό που συμβαίνει στο κεφάλι μας μπορεί να παρουσιαστεί σαν η λειτουργία / συνεργασία δύο μηχανικών τμημάτων. Το ένα είναι ανάλογο του εγκεφάλου, το άλλο είναι ανάλογο της παρεγκεφαλίδας. Το δεύτερο, (το “κατώτερο”) επεξεργάζεται τα εισερχόμενα αισθητηριακά ερεθίσματα διαμορφώνοντας ιδέες με βάση αυτά τα ερεθίσματα. Σχηματίζει έτσι την ιδέα μιας πράξης. Το πρώτο μηχανικό κύκλωμα (το “ανώτερο”) “επεξεργάζεται” τις συνέπειες της μίας ή της άλλης πράξης σε σχέση με το περιβάλλον· την αποτελεσματικότητα της μίας ή της άλλης πράξης, κλπ.
Το τι σχέση έχει αυτή η ιδέα του Marshall για την “μηχανική αναπαράσταση” της σκέψης, ιδέα του 1860, με τις μεταγενέστερες διευθετήσεις της “αρχιτεκτονικής” των υπολογιστών, είναι ένα θέμα. Προς το παρόν όμως αξίζει να τονιστούν τα εξής:
α) Πηγή έμπνευσης του Marshall ήταν η Αναλυτική Μηχανή του Babbage, και οι “ρυθμίσεις” που είχε εφεύρει εκείνος για την διεκπεραίωση όλων των υπολογισμών, άσχετα απ’ το αριθμητικό μέγεθός τους. Στην αυτοβιογραφία του ο Babbage περιέγραψε ως εξής τον στόχο του όταν σχεδίαζε την Αναλυτική Μηχανή του:
… Τίποτα λιγότερο εκτός απ’ την δυνατότητα να διδάσκεται η Μηχανή έτσι ώστε να προβλέπει και, στη συνέχεια, να δρα με βάση την πρόβλεψή της, δεν μπορεί να με εμπνέει για το αντικείμενο που θέλω…
Η “ικανότητα πρόβλεψης” ήταν πρακτικά, για τον εφευρέτη της Αναλυτικής Μηχανής, η δυνατότητα προγραμματισμού της… Ο Babbage ήθελε, “ονειρευόταν”, θεωρούσε εφικτή την “σκεπτόμενη μηχανή”. Ο Marshall, απ’ την μεριά του, θεωρούσε την (ανθρώπινη) σκέψη σαν αναπαραστάσιμη με όρους μηχανής…
β) Στο κέντρο του ενδιαφέροντος ΔΕΝ βρίσκεται ο χειρώνακτας! Όχι ακόμα· θα έρθει ο Taylor, αλλά αυτός αργότερα. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται διανοητικές διαδικασίες: το πως ο εγκέφαλος τροφοδοτείται απ’ τα ερεθίσματα των αισθήσεων και πως τα επεξεργάζεται· το πως οι παρελθούσες εμπειρίες / γνώσεις οργανώνουν τις τωρινές και τις μελλοντικές· το πως δουλεύει το νευρικό σύστημα “τροφοδοτώντας” την γνώση και την συνείδηση…

Ο Boole, ο Babbage, ο Marshall, και πολλές δεκάδες άλλοι, μαθηματικοί, φιλόσοφοι των επιστημόνων, εφευρέτες, προηγήθηκαν του Ταίηλορ. Και ανήκουν σε μια διαχωρισμένη μεν εποποιία δε: την συγκρότηση των επιστημών σαν τέτοιων, την συγκρότηση των επιστημονικών γνώσεων, της επιστημονικής σκέψης, την αναζήτηση εφαρμογών αυτής της σκέψης. Η επιθετική σχέση της επιστημονικής γνώσης / σκέψης απέναντι στην εμπειρική γνώση / σκέψη είχε ήδη σημαντικές επιτυχίες πριν ο Ταίηλορ εκδόσει το scientific management. Και οι επιτυχίες δεν αφορούσαν την χειρωνακτική εργασία. Αφορούσαν πλευρές (ή και το σύνολο) των διανοητικών διαδικασιών. Της σκέψης.

Όμως αυτές οι όποιες επιτυχίες ήταν γνωστές μόνο μεταξύ των ειδικών και των φίλων των επιστημών. Δεν αφορούσαν το ευρύτερο κοινό, τις κοινωνίες της εποχής.

Μέρος Β

Οι Ταίηλορ μετά τον Ταίηλορ

Τι είναι η σκέψη; Και τι σχέση έχει με τη γλώσσα; Τα ερωτήματα έχουν αποκτήσει πια τεράστιες διαστάσεις, απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντος, επιστημονοτεχνολογικού βέβαια, να βρεθούν λειτουργικές (και γιατί όχι; κερδοφόρες) απαντήσεις μηχανικών μεσολαβήσεων.

Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως οι (επιστημονικές) απαντήσεις θα μπορούσαν να είναι απλές. Απλές και Αριστοτελικές. Μια συνεπής παρουσίαση αυτής της άποψης θα ήταν κάπως έτσι:


Για τον Αριστοτέλη υπάρχει στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας: η σωστή χρήση της γλώσσας αντανακλά τη σωστή λειτουργία της σκέψης, και η σωστή λειτουργία της σκέψης αποκαλύπτει στοιχεία για την αντικειμενική δομή του κόσμου.

Η αριστοτελική λογική ξεκινά από την ανάλυση των απλών προτάσεων της γλώσσας.

Οι προτάσεις λοιπόν συνδέουν συνήθως ένα ατομικό υποκείμενο με ένα γενικό κατηγορούμενο. Ο Αριστοτέλης, πεπεισμένος για τη στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας, θα προχωρήσει περισσότερο. Αφού οι προτάσεις μας αποτελούνται από ένα ατομικό υποκείμενο και ένα γενικό κατηγορούμενο, αυτό σημαίνει ότι και η σκέψη μας, που λειτουργεί με έννοιες, λειτουργεί με δύο κατηγορίες εννοιών: τις ατομικές έννοιες και τις γενικές έννοιες. Η στοιχειώδης λειτουργία της σκέψης συνίσταται στη σύνδεση μιας γενικής και μιας ατομικής έννοιας, στην απόδοση μιας ιδιότητας (μιας γενικής έννοιας) σε ένα άτομο. Αντιστοίχως, και η ίδια η πραγματικότητα αποτελείται από δύο κατηγορίες όντων: τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ζώα και πράγματα που μας περιτριγυρίζουν … (ο Αριστοτέλης τα ονομάζει όλα αυτά “καθ έκαστον”)· και το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που αποδίδουμε σε αυτές τις ατομικές οντότητες… (αυτά ο Αριστοτέλης τα ονομάζει “καθόλου”).
Επομένως η γλώσσα χρησιμοποιεί υποκείμενα και κατηγορούμενα, η σκέψη λειτουργεί με ατομικές και με γενικές έννοιες, και η πραγματικότητα αποτελείται από “καθ έκαστον” και από “καθόλου”.

Ακόμα κι αν μια τέτοια άποψη σήμερα θεωρείται ξεπερασμένη (στην πραγματικότητα αναδιαμορφωμένη μέσα από λεπτεπίλεπτες κατηγοριοποιήσεις και έρευνες), στις αρχές του 20ου αιώνα το να πει κάποιος

χωρίς τη γλώσσα η σκέψη είναι ένα αόριστο, αχαρτογράφητο νεφέλωμα

αν όχι ταυτίζοντας απόλυτα την σκέψη με την γλώσσα υποστηρίζοντας σίγουρα ότι η γλώσσα είναι που μας προσφέρει ό,τι θα ήταν δυνατόν να ξέρουμε για την σκέψη, αυτός λοιπόν που θα υποστήριζε κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καθόλου αυθαίρετος ή αντιεπιστημονικός.

Ο άνθρωπος που έκανε την πιο πάνω δήλωση έχει ένα πολύ σημαντικό όνομα στην ιστορία της γλωσσολογίας και όχι μόνο. Λέγεται Ferdinand de Saussure, και οι ρηξικέλευτες απόψεις του για τη γλώσσα έγιναν γνωστές το 1916, όταν οι μαθητές του εξέδωσαν τις πανεπιστημιακές του διαλέξεις / παραδόσεις στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, μεταξύ 1907 και 1911. Επηρρέασαν όλους τους σημαντικούς γλωσσολόγους (και όχι μόνο) ως και μεγάλο μέρος του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα· ανάμεσα σ’ αυτούς και τον τελευταίο ως τώρα “μεγάλο” της γλωσσολογικής ανάλυσης, τον Noam Chomsky.

Ο Saussure είναι, τολμάμε να υποστηρίξουμε, ένα ισοδύναμο του Ταίηλορ σε έναν πολύ διαφορετικό (και για τον 20ο αιώνα εξίσου κεντρικό με την χειρωνακτική εργασία και τον έλεγχό της) τομέα, εάν και εφόσον οι λέξεις εργάζονται…

Ο Saussure ήταν πολύγλωσσος από σχετικά μικρός. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αρκετό· θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πατέρας του ήταν μεταλλειολόγος, εντομολόγος και ταξινομιστής. Στα 19 του ο Saussure μπήκε στο γερμανικό πανεπιστήμιο του Leipzig (το δεύτερο παλιότερο εν ενεργεία στον κόσμο)· ήταν το ακαδημαϊκό περιβάλλον που ταίριαζε στα ενδιαφέροντά του για την γλώσσα. Μπορεί να προκαλέσει εντύπωση, μπορεί όχι, αλλά ένας απ’ τους πιο διάσημους (παλιούς) απόφοιτους του πανεπιστημίου, τον καιρό που ο Saussure πήγε εκεί για σπουδές (το 1876), λεγόταν Leibniz… Περισσότερο άμεσα σχετισμένη με την κατεύθυνση των προσεγγίσεων του Saussure στη γλώσσα πρέπει να θεωρηθεί η “σχολή των neogrammarians” (στην πράξη όλο το τμήμα γλωσσικών σπουδών) του πανεπιστημίου του Leipzig, που στα 1876 αριθμούσε τουλάχιστον 10 καθηγητές του ιδρύματος. Η έρευνα και οι θέσεις των neogrammarians εστίαζαν στα φωνήματα, στις αλλαγές τους και στην επίδραση αυτών των αλλαγών στο φώνημα μιας λέξης στο σύνολο των κοντινών λέξεων (και των φωνημάτων τους). Οι neogrammarians θεωρούνται οι πρώτοι που αντιμετώπισαν τη γλώσσα σαν σύστημα και προσπάθησαν να την αναλύσουν με επιστημονικό τρόπο…

Η δουλειά του Saussure είναι γενικά γνωστή. Ήταν αυτός που χώρισε το σημαίνον από το σημαινόμενο των λέξεων, ξαναενώνοντας τα στο σημείο. Θεωρείται, όχι άδικα, “πατέρας της σημειολογίας” και πρόδρομος του στρουκτουραλισμού.

… Όλος ο μηχανισμός της γλώσσας εξαρτιέται από την αρχή…. πως το σημαίνον [σ.σ.: το άκουσμα των λέξεων] …ξετυλίγεται μέσα στο χρόνο μόνο, κι έχει τα χαρακτηριστικά που δανείζεται από τον χρόνο… μπορεί να μετρηθεί μέσα σε μια μόνο διάσταση, τη γραμμή… … Tα ακουστικά σημαίνοντα [σ.σ.: οι λέξεις όπως τις ακούμε] δεν διαθέτουν παρά τη γραμμή του χρόνου· τα στοιχεία τους παρουσιάζονται το ένα ύστερα από το άλλο· σχηματίζουν αλυσίδα. O χαρακτήρας αυτός φαίνεται αμέσως από τη στιγμή που τα παριστάνει κανείς με τη γραφή…

Θαυμάσια η ιδέα της χρονικής αλυσίδας ακουστικών σημαινόντων· τόσο παράξενα συγγενική με την αλυσίδα συναρμολόγησης που εμπνεύστηκε ο ταιηλορισμός…

Αξίζει πάντως να υπενθυμίσουμε την ακόλουθη δήλωση του Saussure, επειδή είναι κεντρική στη συλλογιστική του:

… μια γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα…. το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός· δεν μπορεί κανείς να τη δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη· κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν καθημερινή χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα…

Η βεβαιότητα του Saussure είναι Αριστοτελική: η γλώσσα είναι ό,τι κοντινότερο στη σκέψη μπορούμε να ψηλαφίσουμε (σαν επιστήμονες…). Και, φυσικά, επειδή “είμαστε επιστήμονες”, δηλαδή κάτοχοι μιας ανώτερης σκέψης, δεν μπορούμε παρά να ισχυριστούμε ότι
α) η γλώσσα (το αποτύπωμα της σκέψης των πολλών…) είναι μηχανισμός, και μάλιστα περίπλοκος· και
β) αυτόν τον περίπλοκο μηχανισμό ΔΕΝ τον ξέρουν όσοι μιλάνε (ή γράφουν…).

Πρόκειται για έναν, καταρχήν, καθαρόαιμο Ταιηλορικό ισχυρισμό, με την εξής, από πρώτη ματιά, διαφορά. Ο Ταίηλορ δεν υποστήριξε ότι η χειρωνακτική εργασία είναι, σαν τέτοια, ένας “περίπλοκος μηχανισμός” τον οποίο “αγνοούν όσοι χρησιμοποιούν καθημερινά”. Αλλά φρόντισε να την κάνει τέτοιον, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την άγνοια των “χρηστών” (και την αποκλειστικότητα γνώσης των τεχνικών και των μηχανικών). Αντίθετα ο Saussure ισχυρίζεται ότι “έτσι είναι τα πράγματα”… Όμως αυτή η διαφορά είναι επιφανειακή. Γιατί ο Saussure (όπως και ο Ταίηλορ σε άλλο αντικείμενο) θα κατασκευάσει μια ανάλυση της γλώσσας τέτοια που η γλώσσα να παρουσιάζεται σαν “περίπλοκος μηχανισμός”, ώστε να τον / την αγνοούν βαθύτατα όσοι μιλάνε!

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά τολμηρό εγχείρημα, απ’ την σύλληψή του την ίδια. Εδώ δεν πρόκειται να βγουν “άσχετοι” κάποιοι χειρώνακτες μπροστά στους ειδικούς που θα τους διδάξουν πως να έχουν (πολύ) μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις δουλειές με βάση επιστημονικούς κανόνες. Εδώ πρόκειται να κηρυχτούν “άσχετοι” οποιοιδήποτε μιλούν (ή γράφουν) ενόσω μιλούν και γράφουν (και χωρίς να πρέπει να εκπαιδευτούν σε κάποια αποτελεσματικότερη χρήση της γλώσσας) επειδή – και μόνο – ο γλωσσολόγος (ο πρωτοπόρος Saussure εν προκειμένω) θα βρει και θα μελετήσει τους κανόνες που (υποτίθεται πως) αυτοί δεν ξέρουν, αν και είναι καθ’ όλα ικανοποιητικοί ομιλούντες. Υπάρχει η σύγκρουση των δύο “σωμάτων γνώσης”, του εμπειρικού και του επιστημονικού, και στις δύο περιπτώσεις. Αλλά στον ταιηλορισμό η επίθεση του επιστημονικού σώματος γνώσης στο εμπειρικό γίνεται ανοικτά, καθαρά, “κατά μέτωπο”. Αντίθετα στον σωσσυρισμό (και στη συνέχεια στον στρουκτουραλισμό) αυτή η επίθεση είναι αόρατη: ο ταιηλορισμός της σκέψης προχωράει (ακόμα, και θα συνεχίσει για δεκαετίες) “στα κρυφά”. Όχι από πρόθεση αλλά για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια.

Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή μιας μηχανιστικής αναπαράστασης / ανάλυσης της γλώσσας γίνεται “εν θερμώ”: αυτή (η γλώσσα) δεν πρέπει να “σταματήσει” και να ανασυντεθεί με διαφορετικό τρόπο (όπως στους στόχους χειρωνακτικής εργασίας του Ταίηλορ και του ταιηλορισμού)· αρκεί να συμβαίνει, να είναι ζωντανή, να μην “σωπαίνει”. Ποια είναι η διαφορά; Για τον Saussure δεν υπάρχει ζήτημα “αλλαγής στη χρήση της γλώσσας” ή “αλλαγής γλώσσας” (αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, με την “γλώσσα προγραμματισμού” και τους αλγόριθμους) αλλά μόνο η κατασκευή εκείνων των “μυστικών μηχανισμών” που ο επιστήμονας, και μόνον αυτός, μπορεί να βρει, να μελετήσει, να αναδείξει. Και ο Ταίηλορ και ο Saussure είναι “κατάσκοποι”, ο καθένας στον τομέα του. Αλλά ο Ταίηλορ είναι, επίσης, ριζικός αναμορφωτής. Αντίθετα ο Saussure είναι κατ’ αρχήν “αποταμιευτής”: κάνει ταμείο (αναλύσεων, γνώσεων – που – δεν – έχουν – οι – καθημερινοί – χρήστες) χωρίς να τον απασχολεί η αποδοτική επένδυση αυτού του (γνωσιολογικού του) κεφάλαιου… Και ο Ταίηλορ και ο Saussure φτιάχνουν τους (αντίστοιχους στον τομέα του ο καθένας) ανειδίκευτους. Ο ανειδίκευτοι του Ταίηλορ το καταλαβαίνουν ότι είναι τέτοιοι. Οι ανειδίκευτοι του Saussure όχι.

Δεν θα επιμείνουμε περισσότερο στη δουλειά του Saussure, εκτός από ένα ιστορικό / πολιτικό ζήτημα σχετικά μ’ αυτήν. Σ’ ένα σημείο των διαλέξεών του6, και προκειμένου να δείξει ότι ο “παράγοντας χρόνος” είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το πως η γλωσσολογία αντιλαμβάνεται και οργανώνει το αντικείμενό της, ο Saussure κάνει την εξής ενδιαφέρουσα συσχέτιση:

Πολύ λίγοι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι η επέβαση του παράγοντα “χρόνος” είναι η ικανή να δημιουργήσει δυσκολίες, και ότι τοποθετεί την επιστήμη τους μπροστά σε δύο δρόμους που διαχωρίζονται μεταξύ τους.
Οι περισσότερες από τις άλλες επιστήμες αγνοούν τη ριζική αυτή δυαδικότητα· ο χρόνος δεν προκαλεί σ’ αυτές ιδιαίτερα αποτελέσματα… Αντίθετα, η δυαδικότητα για την οποία μιλάμε επιβάλεται κιόλας επιταχτικά στις οικονομικές επιστήμες. Εδώ … η πολιτική οικονομία και η οικονομική ιστορία αποτελούν δύο επιστημονικούς κλάδους εντελώς χωριστούς μέσα σε μια και την ίδια επιστήμη…
Είναι μια εντελώς όμοια αναγκαιότητα που μας υποχρεώνει να χωρίσουμε τη γλωσσολογία σε δύο μέρη, που το καθένας τους έχει τη δική του αρχή.
Aκριβώς εδώ, όπως στην πολιτική οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας· και στις δύο επιστήμες πρόκειται για ένα σύστημα ισοδυναμίας μεταξύ διαφορετικών τάξεων: στη μία έχουμε μια εργασία και ένα μισθό, στην άλλη ένα σημαινόμενο και ένα σημαίνον.

Είναι κατ’ αρχήν δύσκολο να καταλάβουμε το πως ο Saussure συσχέτισε την εργασία και τον μισθό απ’ τη μια μεριά, με το σημαινόμενο και το σημαίνον απ’ την άλλη. Καταστασιακός δεν ήταν!!! Όμως από διάφορα σημεία του έργου του προκύπτει πως έχει μια αόριστη (;) συναίσθηση ότι αυτό το οποίο πραγματεύεται είναι όντως μέρος μιας καινούργιας (από θεωρητική άποψη) πολιτικής οικονομίας. Πολιτικής οικονομίας της γλώσσας, ή, πιο σωστά, ακριβώς επειδή “βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας”, πολιτικής οικονομίας της (ανθρώπινης) επικοινωνίας.

Αυτή η συναίσθηση ίσως δεν είναι ακόμα κατασταλαγμένη στον Saussure – βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στις επόμενες δεκαετίες, χάρη και στη “σημειολογία”, η ανάλυση, το κομμάτιασμα, η τυποποίηση και η ανασυναρμολόγηση των γλωσσών και των νοημάτων δεν θα είναι πια μερικές ακόμα “άλγεβρες Boole”. Δεν θα αφορούν, δηλαδή, ειδικές κατηγορίες επιστημόνων – θα αφορούν το ευρύτατο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Θα προκύψουν έτσι γοητευτικές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις για την “άγρια σκέψη” (Claude Levi-Strauss), υπερφίαλες θεωρίες για τα media και την πρωτοκαθεδρία του “μέσου” (Marsall Mac Luan), ή έξυπνες φλυαρίες περί (ανάλυσης της) ψυχής (Lacan).

Μπορούμε, λοιπόν, σε ότι αφορά τη δουλειά του Saussure, να μιλήσουμε για την εκκίνηση ενός είδους scientific management της γλώσσας και, αν όχι της σκέψης σαν τέτοιας, οπωσδήποτε των εκφράσεών της. Η εμμονή της γενικής “γλωσσοποίησης” των κοινωνικών σχέσεων τις επόμενες δεκαετίες, και σ’ αυτή τη βάση η αναζήτηση ακόμα και δυνατοτήτων μηχανικής μεσολάβησής τους, ξεκινάει με τον σχετικά αθώο διαμελισμό των λέξεων και των νοημάτων στην τριαδική σχέση σημαίνον – σημαινόμενο – σημείο.

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, σημαντικές εξελίξεις γίνονταν σε τομείς των μαθηματικών. Επιφανειακά αυτές οι εξελίξεις έμοιαζαν άσχετες με αυτό που θα λεγόταν, γενικά, “γλώσσα” και “σκέψη”. Αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο, ακριβώς, για εκστρατείες σ’ αυτήν την ήπειρο, οργανωμένες όχι από γλωσσολόγους αλλά απο μαθηματικούς. Οι συμβολικές γλώσσες υπολογισμών είχαν εδραιωθεί, αλλά τα ερωτήματα της λογικής επάρκειας και ακρίβειας των μαθηματικών αναλύσεων ήταν ανοικτά, ή αυτό υποστήριζαν ορισμένοι θεωρητικοί (Hilbert).

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο και σ’ αυτό το πεδίο, την δεκαετία του ‘30, ανέτειλλε το άστρο του Alan Turing. Ο Turing είναι γνωστός για πολλά επιτεύγματά του στη συνέχεια της ζωής του, αλλά το κρίσιμο βήμα του, κι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι ανάλυσε βήμα – βήμα αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ανθρώπινη διανοητική διαδικασία υπολογισμών. Η ανάλυσή του αυτή υπήρξε ευφυέστατη, και από πολλές απόψεις (είτε το είχε συνείδηση είτε όχι) εντελώς Ταιηλορική.

Αυτή ήταν η καινοτόμα ιδέα και πρόταση του Turing: πως άπαξ και οποιοδήποτε υπολογισμός μπορεί να διαταχθεί με τέτοιον απλό τρόπο, μπορεί να γίνει από μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή. Ακόμα πιο πέρα: άπαξ και οποιοσδήποτε συλλογισμός (οποιαδήποτε λογική σκέψη) μπορεί να διαταχθεί, μέσω κατάλληλων συμβόλων, σαν αναλυτικός υπολογισμός, τότε μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή μπορεί να “σκεφτεί”. Η “Μηχανή Turing”, πολύ πριν υπάρξει με οποιαδήποτε υλική μορφή, υπήρξε μια ιδεατή σύλληψη με το κατάλληλο θεωρητικό έδαφος. Φυσικά, κανείς δεν διανοήθηκε να μιλήσει για “κουρελού, μεταμφιεσμένη σε επιστήμη”!!!

Μέρος Γ

Ο Ταίηλορ στην Καλιφόρνια

Η διαδρομή που πολύ συνοπτικά περιγράψαμε νωρίτερα διατάσσοντας την με τέτοιον τρόπο ώστε να περιστρέφεται γύρω απ’ τον Ταίηλορ, τον ταιηλορισμό και τη μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας, είναι μια πολύ συγκεκριμένη ιστορικά διαδρομή. Στην καρδιά της βρίσκεται μια παράξενη σύντηξη, αυτή ανάμεσα στον συλ-λογισμό, τον ορθο-λογισμό και τον υπο-λογισμό, μια σύντηξη που έγινε (ιστορικά) με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι γενικεύσιμη η μηχανική μεσολάβηση σε διανοητικές διαδικασίες.

Εύκολα προσέχει κανείς ότι και οι τρεις αυτές λέξεις / έννοιες, που έχουν διαφορετικά νοήματα, έχουν σαν κοινό συστατικό τη λέξη λογισμός. Η σύμπτωση δεν είναι προϊόν κάποιου παιχνιδιού.

Θα ήταν, άραγε, ανίερο, θα ήταν προσβλητικό, εάν υποστήριζε κανείς ότι “η σκέψη είναι μια μηχανή”; Ή, έστω, ότι οι δραστηριότητες του νου μπορούν να παρομοιαστούν με ηλεκτρομηχανικές; Η φράση “η σκέψη είναι μια μηχανή”, εάν τοποθετηθεί μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον παραδοχών, έχει την δύναμη αξιώματος: εάν δεν διαψευστεί ισχύει.

Ωστόσο, το να πει κάποιος “η σκέψη είναι μια μηχανή” δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να αναλυθούν τα συστατικά της και ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει. Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο τοποθετήθηκε εκείνο που λέγεται γλώσσα. Αν για τον Ταίηλορ οι κινήσεις του σώματος ήταν το υλικό που μελέτησε, ανάλυσε, μέτρησε και αναδιέταξε, για την ανάλυση της σκέψης το προς έρευνα, μέτρηση, αναδιάταξη “κινούμενο σώμα” (ή εργαζόμενο σώμα…) ήταν (έγινε) η γλώσσα. Η γλώσσα δίνει μορφή στην κίνηση της σκέψης. Μπορεί γλώσσα και σκέψη να μην ταυτίζονται απόλυτα. Όμως είναι σίγουρο ότι η “ανταλλαγή σκέψεων”, αυτό που ονομάζεται επικοινωνία, γίνεται μέσω της γλώσσας. Συνεπώς, η ανάλυση, τυποποίηση, “καταμέτρηση” της γλώσσας (των γλωσσών) και η ανασύνθεση / αναγωγή τους σε λειτουργίες μηχανής μπορεί κάλλιστα να έχει σαν στόχο εκείνον που είχε ο Ταίηλορ: την δημιουργία των βέλτιστων, δηλαδή γρηγορότερων και αποδοτικότερων διε-ργασιών νόησης.

Ο ίδιος ο Ταίηλορ, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τέτοια ζητήματα, είχε την διαίσθηση ότι αυτό που ονόμασε scientific management και εφάρμοσε στις χειρωνακτικές εργασίες θα μπορούσε να πάει μακρυά. Στην εισαγωγή του βιβλίου του γράφει:

Αυτή η αναφορά γράφτηκε με τρεις στόχους.
Πρώτον, να δείξει μέσα από μια σειρά απλών παραδειγμάτων, τις μεγάλες απώλειες που έχει ολόκληρη η χώρα εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας σχεδόν στο σύνολο των καθημερινών μας ενεργειών.
Δεύτερο, να προσπαθήσει να πείσει τον αναγνώστη ότι η αντιστροφή αυτής της αναποτελεσματικότητας έγκειται στη συστηματική διαχείριση και όχι στην αναζήτηση κάποιων ασυνήθιστων ή σπάνιων ανθρώπων.
Τρίτον, για να αποδείξει ότι η καλύτερη διαχείριση είναι μια αληθινή επιστήμη, που βασίζεται σε ξεκάθαρους νόμους, κανόνες και αρχές, σαν θεμέλιά της. Και επιπλέον, να δείξει ότι τα βασικά στοιχεία της επιστημονικής διαχείρισης είναι εφαρμόσιμα σε όλα τα είδη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, απ’ τις απλούστερες ατομικές πράξεις ως το έργο των μεγάλων επιχειρήσεών μας, που απαιτούν την πιο αποδοτική συνεργατικότητα. Και, σύντομα, μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων, να πείσει τον αναγνώστη πως οπουδήποτε αυτά τα βασικά στοιχεία εφαρμόζονται σωστά, τα αποτελέσματα θα έρθουν· αποτελέσματα που θα είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακά.

Ελπίζω ότι θα γίνει καθαρά στους αναγνώστες ότι τα ίδια βασικά στοιχεία μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες: στη διαχείριση των σπιτιών μας· στη διαχείριση των κτημάτων μας· στη διαχείριση των εμπορικών μας εγκαταστάσεων, μικρών και μεγάλων· στις εκκλησίες μας, στα φιλανθρωπικά μας ιδρύματα, στα πανεπιστήμιά μας και στις κυβερνητικές υπηρεσίες μας.

Ξέρουμε το όνομα αυτής της διαδικασίας. Λέγεται αλγόριθμοι και είναι παντού όπου υπάρχουν και λειτουργούν οι πληροφορικές μηχανές.

Ένας απ’ τους διεθνώς γνωστούς σχολιαστές των τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων, ο αμερικάνος Nicholas Carr έγραφε το 2008 μεταξύ άλλων (σε ένα άρθρο με τίτλο Μας κάνει η google ηλίθιους; που προκάλεσε έναν κάποιο ντόρο διεθνώς):

… Το σύστημα του Ταίηλορ είναι πάντα ανάμεσά μας… Χάρη στην αυξανόμενη επιρροή των μηχανικών υπολογιστών και των προγραμματιστών πάνω στη διανοητική ζωή μας, η ιδέες του Ταίηλορ έχουν αρχίσει να κυβερνούν τα μυαλά μας. Το Ίντερνετ είναι μια μηχανή σχεδιασμένη για την αποτελεσματική και αυτόματη συλλογή, μεταφορά και χειραγώγηση των πληροφοριών, και λεγεώνες προγραμματιστών έχουν αφιερωθεί στην εφεύρεση της “μίας ενιαίας μεθόδου” – του τέλειου αλγόριθμου – που θα διεκεπεραιώνει κάθε διανοητική διεργασία, οτιδήποτε έχουμε ιστορικά ονομάσει “διανοητική εργασία”….

Προφανώς δεν είναι ο κυβερνοχώρος, σαν τέτοιος, που υποκαθιστά την ικανότητά μας για συλλογισμούς. Είναι, όμως, το εντυπωσιακό πεδίο όπου η μηχανοποίηση των διανοητικών διεργασιών γενικά (και όχι μόνο εκείνου που θα ορίζαμε στενά σαν “εργασία”) επιδεικνύει τις δυνατότητές της. Η μέθοδος υποκατάστασης της ζωντανής σκέψης απ’ τη νεκρή είναι οι αλγόριθμοι – είχαμε αναλύσει πέρυσι αυτή τη διαδικασία.

Μπορούμε λοιπόν, χωρίς να κάνουμε λάθος, να εννοήσουμε το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων στις διανοητικές (αλλά και στις συναισθηματικές) διαστάσεις τους σαν ένα τεράστιο εργοτάξιο· το κοινωνικό εργοστάσιο. Ο Ταίηλορ που μπήκε σ’ αυτό για να βάλει “σε μια τάξη” τα πράγματα δεν ήταν βέβαια ένα άτομο (όπως δεν ήταν μόνος του ο ίδιος ο Ταίηλορ τότε). Ήταν η αφρόκρεμα πολλών επιστημονικών κλάδων, απ’ τον 19ο αιώνα ήδη, και χιλιάδες επώνυμοι και ανώνυμοι τεχνικοί. Η μετάβαση απ’ τον συλλογισμό στον υπολογισμό ξεκίνησε αθόρυβα και συνεχίζεται εδώ και μερικές δεκαετίες με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Κι όπως συνέβη με τον Ταιηλορισμό σε σχέση με την χειρωνακτική εργασία, έτσι και τώρα, αλλά σε πολύ πιο μεγάλη κλίμακα, η διαδικασία μηχανοποίησης παράγει, υποχρεωτικά, ανειδίκευτους. Ένα εντελώς καινούργιο είδος ανειδίκευτων: ανειδίκευτους στη σκέψη. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να κάνουν ολοκληρωμένους συλλογισμούς (αντί γι’ αυτό ανταλλάσουν διανοητικά clips πηδώντας από θέμα σε θέμα). Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να έχουν γενική διανοητική εποπτεία οποιουδήποτε θέματος, αλλά είναι ικανοί χειριστές των πληροφορικών μηχανών, που γίνονται όλο και πιο “έξυπνες”. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να ξεμπλέξουν με την σκέψη τους κάτι, ακόμα και μέτριας συνθετότητας, αλλά “σκέφτονται” με απλές / απλοϊκές φόρμουλες.

Ο Mustafa Kayati έγκαιρα παρατήρησε:


Οι έννοιες και οι λέξεις της ριζικής κριτικής γνωρίζουν την ίδια τύχη με το προλεταριάτο: τις στερούν από την ιστορία τους, τις ξεκόβουν απ’ τις ρίζες τους. Έτσι γίνονται καλές μόνο για τις σκεψομηχανές της εξουσίας…

Μόνο που τώρα πια δεν πρόκειται μόνο για τις λέξεις και τις έννοιες της ριζικής κριτικής, αλλά ακόμα και για τις πιο καθημερινές σκέψεις, τις πιο “ταπεινές” διανοητικές διαδικασίες.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>