Εισήγηση: Μπορούν οι μηχανές να παραγάγουν επικοινωνία;

Περιεχόμενα

Επικοινωνιακά αυτόματα στα ψηφιακά δίκτυα, και ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου.

Σε αυτήν την εισήγηση, χρησιμοποιούμε το παράδειγμα των Chat-bots (σύνθετη λέξη βγαλμένη από το γνωστό σε όλους/ες μας chat στο internet και την συντομογραφία της λέξης robot). Παρότι δεν είναι ένα μέσο τόσο μαζικό ακόμα, όσο τα social media, το χρησιμοποιούμε Αναγνωρίζοντάς το σαν μια γενική τάση στον κόσμο του διαδικτύου και της ψηφιακής επικοινωνίας. Προσεγγίζουμε το συγκεκριμένο παράδειγμα με σκοπό να φωτίσουμε εκείνες τις σχέσεις και τις πρακτικές της καθημερινότητας που ανασυντίθενται καθώς και το πώς και το γιατί, οδήγησαν στην τάση αυτή.

Πριν τα chat-bot, τα web-bot. Τι είναι όμως τα web-bot; Είναι προγράμματα που δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε πιο πριν το δίκτυο (world wide web) και οι εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης. Τα web-bot είναι παιδί τους, είναι κάτι που γεννήθηκε μέσα σ’ αυτά και παράλληλα με αυτά. Εκεί ακριβώς έγκειται και η αποτελεσματικότητά τους. Στο ότι είναι φτιαγμένα από το ίδιο “υλικό” που αποτελείται και ο κυβερνοχώρος. Είναι δηλαδή αλγόριθμοι-εφαρμογές, που χρησιμοποιούν βάσεις δεδομένων. Ο ρόλος τους μέσα στο δίκτυο είναι αρκετά διευρυμένος και σημαντικός. Τόσο σημαντικός που, χωρίς αυτές τις εφαρμογές το ίδιο το δίκτυο θα ήταν πολύ διαφορετικό, ίσως πιο “χαοτικό” και “αφιλόξενο”.

Τα web-bot στην ουσία, εκτελούν εργασίες που βασίζονται σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων και παρέχουν, έτσι, διάφορες χρήσιμες (ή και όχι χρήσιμες) υπηρεσίες για τη χρήση του διαδικτύου. Είναι αυτά που αποτρέπουν χρήστες από το να υιοθετούν τα ίδια ονόματα όταν εγγράφονται σ’ ένα e-mail ή μας στέλνουν διαφημίσεις με συγκεκριμένα ή παρεμφερή προϊόντα με αυτά που μπορεί να έχουμε αγοράσει στο παρελθόν.

Τώρα, πιο συγκεκριμένα, τα chat-bot (ή chatterbot, για την ακρίβεια) είναι προγράμματα που αναφέρονται προσωπικά σε έναν χρήστη -είτε σε κάποιο άτομο είτε σε κάποια ομάδα ατόμων, πχ μια επιχείρηση-, και στα οποία υπάρχει διεπαφή με τη μορφή φυσικής γλώσσας. Οι χρήστες χρησιμοποιούν δηλαδή γραπτό κείμενο ή ομιλία για να επικοινωνήσουν μαζί τους.

Για να λειτουργήσουν όμως αποτελεσματικά τα chat-bot, χρειάζονται όσο το δυνατόν περισσότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και σε βάσεις δεδομένων του χρήστη. Τις ατομικές και τις “κοινωνικές” πληροφορίες. Όσο περισσότερες αρμοδιότητες θέλει να δώσει ο χρήστης στο chat-bot του, τόσο, σε πρώτο χρόνο, πρέπει να διοχετεύει τη ζωή, την καθημερινότητα, τις σχέσεις και την εργασία του/της, αλγοριθμοποιημένες, σε βάσεις δεδομένων. Και τόσο περισσότερο, σε δεύτερο χρόνο, πρέπει το chat-bot να έχει πρόσβαση σ’ αυτές τις βάσεις δεδομένων.

Οι εφαρμογές αυτές χρειάζεται, δηλαδή, να έχουν πλήρη πρόσβαση στα δεδομένα του χρήστη. Χρειάζονται να καταγράφουν το πλήρες ιστορικό του/της, ώστε καθώς περνάει ο καιρός, να μπορούν να είναι πιο αποτελεσματικές στο να προσομοιώνουν τις κινήσεις του στο διαδίκτυο. Αυτή την -πίσω από άπειρες σειρές προγραμματισμού- διαδικασία που βλέπουμε σαν αποτέλεσμα, συχνά οι οπαδοί της τεχνητής νοημοσύνης, τη βάφτίζουν “να μπορεί το chat-bot να μαθαίνει”. Λίγο επικίνδυνος σαν ορισμός, λέμε εμείς, γι’ αυτό και τα εισαγωγικά.

Όσο πιο συμβατό λοιπόν, καθίσταται το περιβάλλον, με τους όρους που δουλεύει η εφαρμογή, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορεί αυτή να εκτελέσει τις λειτουργίες της. Για παράδειγμα, ο τροχός είναι μια πολύ καλή λύση για το πρόβλημα της μετακίνησης, για να έχει εφαρμογή όμως, χρειάζεται ένα περιβάλλον που περιλαμβάνει δρόμους. Χρειάζεται λοιπόν μια διαδικασία “παροχής περιβλήματος”, όπως ονομάζεται στους κύκλους των ειδικών της τεχνητής νοημοσύνης… Στην περίπτωση των chat-bot, το άμεσο περιβάλλον των εφαρμογών, μπορεί να είναι το διαδίκτυο. Εκεί όπως είπαμε δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού το περιβάλλον και τα προγράμματα-εφαρμογές αποτελούνται από τα ίδια συστατικά. Όσον αφορά όμως (ας το ονομάσουμε έτσι) “το περιβάλλον της διεπαφής” των εφαρμογών, που είναι ο άνθρωπος και σαν συνέπεια η φυσική γλώσσα, εκεί υπάρχει το αρχικό και βασικό πάντα ζήτημα, της επικοινωνίας του ανθρώπου με την μηχανή.

Στην περίπτωση λοιπόν της επικοινωνίας ανθρώπου-μηχανής (που απ’ ότι φαίνεται έχει συνέπειες και στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο), αυτό που συνέβη είναι το εξής. Για να μπορέσει να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τη μηχανή, έπρεπε ο χρήστης να προσαρμοστεί στους κανόνες αυτής, και όχι το ανάποδο. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε και σημαίνει πως έπρεπε να πετάξει και να πετάει κάθε μέρα, οτιδήποτε δεν χωράει στους κανόνες της. Δηλαδή πράγματα όπως η αμφισημία, η αμφιβολία, το διφορούμενο και το λάθος. Σημαντικά; Τα έχουμε ξαναπεί, για κάποιους ναι για κάποιους όχι 1.

Η ψηφιακή επικοινωνία που περιγράφουμε, δεν είναι κάτι που πρόκειται να προκύψει στο μέλλον. Δεν είναι κάτι φανταστικό που σύμφωνα με τους ακριβείς υπολογισμούς μας θα γίνει πραγματικότητα. Η εξέλιξη που έχει επέλθει στην ψηφιακή επικοινωνία, για να φτάσει αυτή να περιλαμβάνει και τα chat-bot, συνέβη πρώτα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα chat-bot είναι λοιπόν η εξέλιξη των τελευταίων και φαίνεται ότι μπορούν να αντικαταστήσουν τον άνθρωπο στην άλλη μεριά της οθόνης. Αν δεν υπήρχαν όμως ήδη περίπου 25 περίπου χρόνια ψηφιακής επικοινωνίας μέσω internet, των chat και των πιο σύγχρονων, facebook, twitter και λοιπά γνωστά, δεν θα μπορούσαμε καν να φανταστούμε, αυτές τις δομικές αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου-μηχανής, αλλά εν τέλει αλλαγές στην επικοινωνία ανθρώπου με άνθρωπο.

Το δίκτυο

Για να μιλήσουμε για τη δικτυωμένη ψηφιακή επικοινωνία και τη μετέπειτα αυτοματοποίησή της οφείλουμε να αναφερθούμε στα δίκτυα. Οι λόγοι που το κάνουμε αυτό δεν είναι μόνο ιστορικοί. Κυρίως θέλουμε να δείξουμε τη συνεισφορά τους στο μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων υπό το πρίσμα της αλλαγής παραδείγματος από τα 70’s και μετά. Ο κρίσιμος ρόλος που απέκτησαν τα δίκτυα για τα αφεντικά και τα κράτη, των δυτικών πρωτίστως κοινωνιών, αναδεικνύεται από τα τεράστια ποσά που έχουν δαπανηθεί για να καταστεί βασική δημόσια υποδομή, η δικτύωση χιλιάδων υπολογιστών. Σε τέτοιο βαθμό έχει κοινωνικοποιηθεί αυτή η βασική επένδυση των αφεντικών, που είναι εμφανές στην εργασία, στη διασκέδαση, στην επικοινωνία, στο στρατό κλπ. κάθε δυτικού κράτους. Το να θεωρείσαι δικτυωμένος/διαδικτυωμένος αποτελεί εκπλήρωση του εαυτού σου, στα πλαίσια του νέου καπιταλιστικού μοντέλου.

Ένα μικρό ιστορικό

Τον Μάρτιο του 1970 ήταν πλέον λειτουργικό στις ΗΠΑ το πρώτο διαδίκτυο του αμερικάνικου στρατού και κάποιων εργαστηρίων των πανεπιστημίων. Το 1973 έγινε η σύνδεση μέσω ενός εργαστηρίου στη Νορβηγία και αργότερα με το Λονδίνο. Το 1975 η υπηρεσία άμυνας πληροφοριακών συστημάτων πήρε τον έλεγχο του Arpanet, του πρώιμου διαδικτύου και αυτό ανακηρύχθηκε λειτουργικό. Το 1983 χωρίστηκε το στρατιωτικό, από το πολιτικό δίκτυο.

Από τα μέσα των 80s, η χρηματοδότηση του NSFN (National Science Foundation Network), σαν κύρια σπονδυλική στήλη του διαδικτύου, οδήγησε στην παγκόσμια συμμετοχή, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών δικτύου και στη συγχώνευση πολλών μικρότερων υποδικτύων. Έτσι, η σύνδεση των εμπορικών δικτύων κι επιχειρήσεων στις αρχές του 1990 σηματοδοτεί τη μετάβαση στο σύγχρονο internet. Εκεί λοιπόν, που το internet χρησιμοποιούνταν κυρίως από ακαδημαϊκούς το 1980, με την εμπορευματοποίηση, κατάφερε να εισχωρήσει με τη μορφή υπηρεσιών και τεχνολογιών σε κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής.

Από τα μέσα του 1990 σχεδόν σε όλο τον ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο κόσμο, το Internet έχει μεγαλώσει 100 φορές περιλαμβάνοντας το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Έτσι, όλα τα τηλεπικοινωνιακά μήντια (τηλεόραση, ράδιο, εφημερίδες κλπ) αναδιαμορφώθηκαν κι ενσωματώθηκαν σε αυτό.

Ο ρόλος που έπαιξε το στρατιωτικοαστυνομικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ, ταυτόχρονα με τα πανεπιστήμια, είναι κομβικός στην αρχική ανάπτυξη του δικτύου. Αποτελούσε βασική υποδομή για το στρατό και για τον τρόπο με τον οποίο θεωρούσε ότι θα διεξήγαγε πολέμους από την αρχή κιόλας της ανάπτυξης του. Παράλληλα, αποτελούσε βασική υποδομή για την ανταλλαγή γνώσεων και ερευνών στα πλαίσια του στρατιωτικοαστυνομικού συμπλέγματος ανάμεσα στη πανεπιστημιακά ινστιτούτα, τις κυβερνητικές υπηρεσίες και τις στρατιωτικές ερευνητικές δομές. Όλα αυτά τα δίκτυα μπορούσαν πια να συνενωθούν μεταξύ τους, διευρύνοντας τις δυνατότητες για περεταίρω ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη του διαδικτύου, όταν άρχισε να περιλαμβάνει και δίκτυα εταιρειών, άρχισε να ενσωματώνει απομακρυσμένες εταιρείες κι εμπορικούς κόμβους ανά τον κόσμο και έτσι αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ανάπτυξης του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, από τα 90’s και μετά. Οπότε, οι επενδύσεις και οι τεχνολογίες πάνω σε αυτό, άρχισαν ν’ αναπτύσσονται ραγδαία, κυρίως με το www, από το 1995.

Κάποια βασικά χαρακτηριστικά των δικτύων και της συνδεσιμότητας σε αυτά

Η κατάσταση εντός του δικτύου είναι δυαδική. Είτε είσαι εντός, είτε είσαι εκτός του δικτύου. Όταν είσαι εντός, είσαι προσβάσιμος από όλους τους υπόλοιπους κόμβους του δικτύου, κι ενώ μπορεί να έχει ένα μέγιστο όριο η δυνατότητα να λαμβάνεις και να στέλνεις πληροφορίες (λόγω των υλικών περιορισμών του εύρους της διασύνδεσης), το κατώτατο όριο δεν ταυτίζεται με το εκτός δικτύου σαν κατάσταση. Ουσιαστικά αυτή είναι μια μη αποδεκτή κατάσταση, γιατί δε χρησιμοποιείς ένα επενδεδυμένο κεφάλαιο, δε χρησιμοποιείς τις λεωφόρους των πληροφοριών.

Ενώ ο κόμβος ενός διαδικτύου θεωρείται σαν η προσωπική σου πύλη προς τους υπόλοιπους χρήστες, διασαλεύεται ένα όριο ανάμεσα στο τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό. Έτσι, ενώ μπορεί να στέλνεις κάτι ιδιωτικό, επειδή χρησιμοποιούνται δημόσια μέσα για να φτάσει αυτό στον τελικό παραλήπτη, δεν είναι στην ουσία ιδιωτικό. Όποιες πληροφορίες κατέχεις, εφόσον είναι δικτυωμένες, είναι προσπελάσιμες από όλους (ακόμη κι αν τις θεωρείς «ιδιωτικές»), από τη στιγμή που κι εσύ ο ίδιος, ως κόμβος, είσαι προσπελάσιμος από όλους.

Η έννοια της «συνδεσιμότητας» αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό του “ατομικού είναι” στον σύγχρονο καπιταλισμό. Δηλαδή, το να είσαι συνδεδεμένος σε ένα δίκτυο με πολλούς άλλους ανθρώπους και να δέχεσαι/αποστέλλεις μεγάλο όγκο πληροφοριών αποτελεί ισχυρό χαρακτηριστικό ατομικής ευτυχίας, κοινωνικότητας κι ένα ισχυρό στοιχείο μη περιθωριοποίησής σου στη δικτυωμένη κοινωνία.

Η τεχνητή νοημοσύνη

Από την εμφάνιση των σύγχρονων υπολογιστών με το τέλος του ΒΠΠ δεν έχει υπάρξει πιο πολυσυζητημένο θέμα από την τεχνητή νοημοσύνη, είτε ως τέτοια είτε με άλλους παρεμφερείς τρόπους, όπως πχ. «είναι πιο έξυπνες από εμάς οι μηχανές», «μπορούν να σκεφτούν οι υπολογιστές;». Θα λέγαμε, χωρίς να επεκταθούμε, ότι ο τρόπος που τέθηκε αυτό το ερώτημα και αντίστοιχα ο τρόπος που δόθηκε μια απάντηση, διαμόρφωσε και την ίδια την αρχιτεκτονική, τη σχεδίαση, τη χρήση των υπολογιστών και ουσιαστικά έπλασε την ιστορία της πληροφορικής. Οι αντιλήψεις που διαμόρφωναν οι άνθρωποι που απασχολούνταν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με τις υπολογιστικές μηχανές και τις δυνητικές δυνατότητες τους, συναντούσαν τις εκτεταμένες κοινωνικές αντιλήψεις που άρχισε να διαμορφώνει η έλευση μιας «νέας» εποχής, του βιοπληροφορικού παραδείγματος. Οι ιδεολογικές συζητήσεις και αναζητήσεις περί του τι μπορούν να κάνουν οι νέες «σκεπτόμενες» μηχανές και αν θα μας ξεπεράσουν, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα απόψεων/στάσεων, που αφενός εξυπηρετούσαν τις εμπορικές δραστηριότητες διαφόρων εταιρειών ως προς τα προϊόντα τους και τη κατοχή τους, και αφετέρου απομάκρυναν διάφορα ζητήματα που προέκυπταν από τη χρήση των υπολογιστών, από την υλική/ εργαλειακή βάση περί του τι είναι η αλγοριθμοποίηση/ μηχανοποίηση της ανθρώπινης σκέψης. Έτσι, δε θα υπάρξει χρονική στιγμή μετά τα 80’s που να μη γίνεται επίδειξη κάποιας νέας έξυπνης μηχανής και των «έξυπνων» ικανοτήτων της, σε σχέση με τους ανθρώπους ή απλά σε σύγκριση με τις προηγούμενες λειτουργίες της.

Iστορικά στοιχεία

Αρχικές καταβολές της Τεχνητής Νοημοσύνης και Turing Test.

Όταν ο Von Neumann σχεδίασε τη βασική δομή του υπολογιστή, σκοπός του ήταν να προσομοιώσει τον ανθρώπινο εγκέφαλο και τη φυσικότητα των λειτουργιών του, τη μνήμη και τη κεντρική μονάδα επεξεργασίας. Την ίδια εποχή ο Turing διατυπώνει το τεστ του σύμφωνα με το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις για το πότε μια μηχανή μπορεί να θεωρηθεί σκεπτόμενη. Έτσι, ένα πρόγραμμα που υλοποιείται σ’ έναν υπολογιστή μπορεί να προσομοιάσει μια ανθρώπινη συνομιλία και να οδηγήσει τον χρήστη να συμπεράνει ότι είναι αδύνατη η διάκριση από μέρους του, για το αν απέναντι του έχει έναν άνθρωπο ή μια μηχανή. Το ερώτημα, λοιπόν, για το αν είναι έξυπνη μια μηχανή, δεν έχει τόσο να κάνει με τις δυνατότητές της, όσο με το περιβάλλον που διεξάγεται μια συνομιλία και με το αν γίνεται ή όχι αντιληπτό από τον χρήστη ότι συνομιλεί με έναν άνθρωπο ή μια μηχανή.

Η συνέχεια, 1960-80

Η ΤΝ αναπτύχθηκε ως το εμπειρικό ερευνητικό πρόγραμμα, που αποσκοπούσε στο να κάνει πραγματικότητα τους ισχυρισμούς του Turing. Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί λοιπόν ένα παλιό όνειρο, αλλά μια αρκετά νεαρή επιστήμη, η οποία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, αναπτύχθηκε ως διεπιστημονικός κλάδος της γνωσιακής επιστήμης και της επιστήμης των υπολογιστών, με στόχο την ανάπτυξη υπολογιστικών μοντέλων ανθρώπινης γνώσης. Στην πιο αυστηρή εκδοχή της, αυτή που κυριάρχησε κατά τις δυο πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες της ιστορίας της (μεταξύ των μεσών των 60’s και των μέσων των 80’s), η ΤΝ εργάστηκε πάνω στη θεωρητική βάση κατασκευής λογισμικού και υλικού, κι επομένως υπολογιστών και ρομπότ, των οποίων η συμπεριφορά θα ήταν τελικά τουλάχιστον συγκρίσιμη, αν όχι ανώτερη, της συμπεριφοράς που χαρακτηρίζει νοήμονα ανθρώπινα όντα σε παρόμοιες συνθήκες. Η έρευνα γύρω από την ΤΝ αναπτύχτηκε ως εάν η νοήμων σκέψη και συμπεριφορά να ήταν απλώς συνώνυμα αλγοριθμικών υπολογισμών και ως εάν, την ιδία στιγμή, οι συνθήκες υπόβαθρου, οι εμπειρίες, η έμπνευση, τα πάθη, η διαίσθηση, η διορατικότητα, η φαντασία κλπ. και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις να μην συνιστούσαν ουσιώδη συστατικά της ζωής ενός ατόμου. Η ανθρώπινη ικανότητα πραγμάτευσης του κόσμου κατά νοήμονα τρόπο θεωρήθηκε ότι εξαρτιόταν αποκλειστικά από την ανθρώπινη ικανότητα έλλογης σκέψης περί του κόσμου και η έλλογη σκέψη θεωρήθηκε ταυτόσημη με την αυτάρκη, συμβολική επεξεργασία και, συνεπώς, με τον πραγματικό υπολογισμό. Η ΤΝ μέχρι τότε κατόρθωσε ελάχιστα περά από χονδροειδείς καρικατούρες νοήμονος ανθρώπινης συμπεριφοράς και μπορεί να αναρωτηθεί κάνεις τι θα είχε συμβεί με το ερευνητικό πρόγραμμά της, χωρίς την τεράστια χρηματοδότηση από τον στρατό, η οποία ήταν επί δεκαετίες διαθέσιμη για προγράμματα ΤΝ. Μερικά από αυτά, είτε είχαν ως στόχο την κατασκευή οπλών, είτε σχετίζονταν άμεσα με όπλα. Επειδή όμως βασίστηκε σε αμφίβολες υποθέσεις -τη λογική δυνατότητα μη βιολογικής νοημοσύνης- και μη ρεαλιστικές προσδοκίες, δεν κατάφερε να πετύχει στα πιο φιλόδοξα σχέδιά της, παρά το τεράστιο ποσό ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων που είχε στη διάθεσή της. Στην πορεία των προσπαθειών της να κατασκευάσει έναν υπολογιστή επαρκή για το ΤΤ (Test Turing), ο οποίος θα μπορούσε να εκτελέσει εργασίες που συνήθως υποτίθεται ότι απαιτούσαν κάποια μορφή ανθρώπινης νοημοσύνης, η ερευνά πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη κατέληξε να οργανωθεί γύρω από τις ακόλουθες περιοχές: απόδειξη θεωρημάτων, παίξιμο παιχνιδιών, επεξεργασία πληροφοριών, σχεδιασμός συμπεριφοράς ρομπότ μέσων-σκοπών, έμπειρη ανάλυση και παροχή συμβουλών σε εφαρμοσμένα πεδία, όπως η ιατρική διάγνωση, η ευχέρεια σε μια φυσική γλώσσα, η άτυπη και μη απαγωγική συλλογιστική και καθολική επίλυση προβλημάτων, η οπτική και ακουστική αντίληψη και αναγνώριση προτύπων κ.α.

Μέχρι τα 70’s, η κυρίαρχη τάση στην τεχνητή νοημοσύνη (σκληρή ΤΝ) ήταν να προσομοιωθεί ολοκληρωτικά (με τη βοήθεια και άλλων επιστημονικών τομέων, όπως η νευροεπιστήμη) ο ανθρώπινος εγκέφαλος, μέσω διαφόρων τεχνικών και αλγορίθμων. Αυτό απέτυχε, με αποτέλεσμα να κλείσουν διάφορα ερευνητικά ινστιτούτα και να επανασχεδιαστεί ο τομέας της έρευνας, μετά το 80. Έτσι έγινε μια προσπάθεια επικέντρωσης σε πιο επιμέρους προβλήματα, χρησιμοποιώντας αλγορίθμους που θα αξιοποιούν την υπολογιστική ισχύ των σύγχρονων υπολογιστών και της αυξημένης δυνατότητας αποθήκευσης δεδομένων και της δικτύωσης τους.

Βασικά χαρακτηριστικά όλων των προγραμμάτων-αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία θα μας χρειαστούν για να κατανοήσουμε τα chat-bot που αναφέραμε νωρίτερα.

1. Είτε επιδεικνύουν μιμητική συμπεριφορά σε σχέση με την ανθρώπινη, είτε όχι, αυτά τα προγράμματα χρειάζονται ένα σταθερό περιβάλλον, όπου θα μπορούν να μεταβαίνουν σε μια κατάσταση από μια άλλη με βάση κάποιους συγκεκριμένους κανόνες. Αυτές οι καταστάσεις και οι κανόνες μεταβάσεις είναι πλήρως κωδικοποιημένοι από τους προγραμματιστές και σε πρώτο βαθμό δεν αναγνωρίζονται από τους χρήστες που τους χρησιμοποιούν.

2. Συνήθως χρειάζονται ένα τεράστιο όγκο δεδομένων, καλά δομημένων, είτε ένα καλό μηχανισμό συλλογής τέτοιων δεδομένων, για να καταλήξουν σε ένα συμπέρασμα ή μια απόφαση. Έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που συλλέγονται και ο τρόπος που αποθηκεύονται τα δεδομένα αυτά.

Ένα πρόγραμμα έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αν το πρόβλημα που πραγματεύεται είναι προσεκτικά προσδιορισμένο, αν οι εργασίες που εκτελεί ανάγονται σε σειρές διαδικασιών εύρεσης για ειδικούς σκοπούς και σε επαναλαμβανόμενες εντολές και αν το πλαίσιο εφαρμογής περιορίζεται αυστηρά σε ένα επαρκώς μικρό δυνατό κόσμο, που αποτελείται από στερεότυπες καταστάσεις και συνηθισμένες περιπτώσεις. Δηλαδή, σε ένα μικρόκοσμο, οπού η συνάφεια, η σημασία και το απολύτως καινοφανές είτε απουσιάζουν, είτε περιορίζονται επιτυχώς, είτε προκαθορίζονται πλήρως από τον προγραμματιστή. Η ΤΝ προσεγγίζει το πρόβλημα της επινόησης νοήμονων μηχανών επιχειρώντας την επέκταση του πεδίου και της πολυπλοκότητας των εργασιών, που μπορούν να υπαχθούν σε υπολογισμό, μέσω των συστημάτων ασαφούς λογικής, των τεχνητών νευρικών δικτύων, της παράλληλης και κβαντικής πληροφορικής.

Όπως και την επέκταση του αριθμού, των ευαίσθητων, σε γνώσεις και πρακτική εμπειρία, εργασιών που μπορούν να εκτελεστούν από έναν υπολογιστή, μέσω της γνωσιακής μηχανίκευσης και των έμπειρων συστημάτων και την επέκταση του αριθμού των ευαίσθητων σε σωματική ανάμειξη εργασιών, μέσω της ρομποτικής. Τέτοιες λύσεις μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, καθώς και με την ανάπτυξη και βελτίωση νέων αλγορίθμων και την επεξεργασία ολοένα μεγαλυτέρων βάσεων δεδομένων, οι οποίες παρέχουν σε ένα υπολογιστή αρκετές πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον εργασίας, έτσι ώστε η ίδια η εκτέλεση της εργασίας να είναι όσο το δυνατόν πιο ανεξάρτητη από το πλαίσιο. Ο υπολογιστής είναι δηλαδή σε θέση να κατασκευάσει ένα μοντέλο για οτιδήποτε είναι σχετικό. Μπορούν έτσι να βοηθήσουν στην επινόηση adhoc μηχανών ή προγραμμάτων, που μπορούν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία μια αυξανόμενη ποικιλία καλά προσδιορισμένων, ευαίσθητων στο πλαίσιο εργασιών.

Περιγράψαμε προηγουμένως τον τρόπο με τον οποίο δομούνται τα δίκτυα, τα χαρακτηριστικά λειτουργίας τους, τι σημαίνει και τι πετυχαίνει η μηχανική νοημοσύνη και, εν τέλει, πως η χρήση των ψηφιακών μέσων έχει διαμορφώσει τα νέα χαρακτηριστικά της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Βασικό δεδομένο είναι ότι η επικοινωνία μέσω των μηχανών μετασχηματίζεται ώστε να προσαρμοστεί στους κανόνες λειτουργίας των μέσων και των δικτύων.

Γλώσσα

Τα δίκτυα επικοινωνίας εντός δικτύου ορίζουν και τη γλώσσα, η μορφή της οποίας ποικίλλει ανάλογα με το μέσο σε χρήση. Συνεπώς, αν το περιβάλλον είναι ένα chatroom του Facebook, του Viber ή η συνομιλία με SMS, η γλώσσα σε χρήση είναι σε πιο απλή φόρμα, σύντομη, περιεκτική. Σε μορφολογικό επίπεδο, άρθρα, προθέσεις και επιρρήματα συνήθως, αλλά και τα ουσιαστικά και τα ρήματα στο βαθμό που βολεύει, αντικαθίστανται από συντομογραφίες που κατοχυρώνονται με βάση τη χρήση και είναι αναγνωρίσιμες από τους χρήστες ανάλογα με την εξοικείωση που έχουν με το μέσο. Το αντίστοιχο συμβαίνει με φράσεις που τυποποιούνται συντομογραφικά, συχνά με δανεισμό από τις αντίστοιχες αγγλικές, μιλώντας για τα ελληνικά. Όσον αφορά την ορθογραφία, με βάση το γεγονός ότι η ψηφιακή επικοινωνία έρχεται να προσομοιάσει την προφορική ομιλία, υπάρχει η τάση μεταφοράς της φωνητικής απόδοσης των λέξεων, κυρίως με απλοποίηση των φωνηέντων. Η χρήση των greeklish δε, που οφείλεται κυρίως είτε σε βαρεμάρα ως προς την αλλαγή γλώσσας πληκτρολόγησης, είτε στη χρήση των μέσων από ομιλητές που έχουν τα ελληνικά ως δεύτερη γλώσσα, προκαλεί πέραν από τη δυσχέρεια στην ανάγνωση, τον πανικό στους οπαδούς της αγνής γλώσσας.

Στο επίπεδο των νοημάτων, η πολυσημία και η αμφισημία των λέξεων και των προτάσεων, η μεταφορική χρήση του λόγου, δηλαδή, αποφεύγεται, ώστε να είναι πιο λειτουργική η επικοινωνία, που βασίζεται στην ταχύτητα. Όσον αφορά την παραγλώσσα της φυσικής ομιλίας, αυτή χάνεται εξ’ ολοκλήρου, καθώς τα ψηφιακά μέσα δεν μπορούν [ακόμη;] να την χωρέσουν σε επαρκή βαθμό. Η γλώσσα του σώματος και η κινησιολογία, ο επιτονισμός της φωνής και η φόρτιση από το συναίσθημα εξαλείφονται πλήρως. Αυτό το γεγονός έρχεται σε πλήρη συμφωνία με την απλοποίηση των νοημάτων, καθώς στη φυσική επικοινωνία, η παραγλώσσα συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση μεταξύ των ομιλητών και στην από κοινού σύλληψη του νοήματος. Η συναισθηματική φόρτιση και οι μορφασμοί μόνο βρίσκουν μικρό χώρο στο ψηφιακό περιβάλλον, αντικαθιστάμενοι από τα emoticons που στιγμιαία μπορούν να αποδώσουν αντίστοιχα νοήματα. Η γλώσσα και αντίστοιχα η επικοινωνία προσαρμόζεται, σε ό,τι χωράει στον τρόπο της μηχανής. Σε ό,τι μπορεί να χωρέσει σ’ένα πρόγραμμα, πλέον στην γλώσσα των αλγορίθμων.

Η γλώσσα σε πιο αναλυτική εκδοχή απαντάται στα εξειδικευμένα περιβάλλοντα που δίνουν τη δυνατότητα πιο μακρού λόγου και πιο περιγραφικού. Η επικοινωνία μέσω mail, forum και blog συγκεκριμένου περιεχομένου επιτρέπει στο χρήστη, καθώς η ταχύτητα δεν είναι εδώ το βασικό χαρακτηριστικό, να χρησιμοποιεί πιο περιεκτικά τη γλώσσα.

Αν πιο πάνω αναφέραμε την επανοηματοδότηση της απουσίας, οφείλουμε να μιλήσουμε εδώ για τη σιωπή. Λειτουργικό μέρος μιας συζήτησης σε φυσικό χώρο και χρόνο, καθώς συνιστά παύση για σκέψη, αλλαγή θέματος ή αμηχανία, με φόρτιση που μεταμορφώνεται ανάλογα με τις συνθήκες, στην ψηφιακή της εκδοχή αλλάζει. Η σιωπή σε ένα chat μπορεί να σημαίνει ό,τι και η απουσία, ό,τι και η διακοπή της συζήτησης, σε πιο ουδέτερη εκδοχή. Μπορεί να συμβεί ανά πάσα στιγμή, σχεδόν χωρίς κόστος εκεί που, στη φυσική εκδοχή, η διακοπή με τέτοιο τρόπο, το «σηκώνομαι και φεύγω» δηλαδή, έχει μάλλον ξεκάθαρο νόημα.

Χώρος και χρόνος

Βασικό στοιχείο των δικτύων που περιγράψαμε προηγουμένως είναι πως υπάρχουν δύο μόνο καταστάσεις: χρήση ή μη χρήση. Αυτό σημαίνει, συνεπώς, πως ο χρήστης πρέπει να είναι μέσα ή έξω από τον δίαυλο, χωρίς κάποια ενδιάμεση κατάσταση. Ο χώρος της επικοινωνίας ορίζεται εκ νέου από αυτή τη συνθήκη. Χώρος είναι η κατάσταση online, με τον συνεπάγοντα χρόνο παρουσίας. Το περιβάλλον της συνομιλίας γίνεται καθολικά συγκεκριμένο από τα γραφικά της εφαρμογής σε χρήση. Δεν υπάρχει τοπικότητα με τη φυσική έννοια, δεν έχει πια καμία σημασία το περιβάλλον του χρήστη, παρά μόνο ως το σημείο που βρίσκεται το τερματικό εισόδου στο διαδίκτυο. Με δεδομένη τη μαζική χρήση των smartphone ή ανάλογων φορητών συσκευών και την ευρεία κάλυψη των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, ο φυσικός χώρος χάνει όλο και περισσότερο τη σημασία του.

Ο χρόνος της επικοινωνίας, κατ’ αντιστοιχία, ορίζεται και αυτός από την online κατάσταση. Ο χρήστης έχει τη δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα απαιτείται από αυτόν να είναι πανταχού και πάντα παρών, ώστε να είναι ενεργός δίαυλος επικοινωνίας. Η έννοια του προσωπικού, του ιδιωτικού και του ελεύθερου χρόνου χάνεται, καθώς αυτή η μόνιμη δυνατότητα/απαίτηση της online κατάστασης που επιβάλλεται από τη μηχανή υποχρεώνει το χρήστη να μπορεί να συμμετέχει στην εκάστοτε συζήτηση όπου και να βρίσκεται, ό,τι και να κάνει.

Κατά συνέπεια, η απουσία επανοηματοδοτείται. Το να μην απαντάει κανείς σημαίνει ανυπαρξία, πρόβλημα ή συνθήκη πανικού. Αρκεί κανείς να σκεφτεί τις αντιδράσεις μετά την αποστολή ενός «κρίσιμου» μηνύματος ή ενός αναπάντητου τηλεφώνου, που πολύ συχνά είναι εκνευρισμός, ανησυχία. Η περίπτωση που κάποιος δεν είναι γενικά ενεργός σε κοινωνικά δίκτυα συχνά αντιμετωπίζεται ως περίεργη, προβληματική ή ως γενική απουσία. Η περιγραφή αυτής της κατάστασης βασίζεται στην παρατήρηση της συμπεριφοράς με επίκεντρο τα social media, χωρίς απαραίτητα να έχει συναισθηματική ή ηθική φόρτιση.

Αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα

Κάνοντας έναν συνδυασμό των παραγόντων του χρόνου, του χώρου και της γλώσσας, συμπεραίνουμε ότι η μαζική επικοινωνία βασίζεται σε ένα βασικό κριτήριο. Την αποτελεσματικότητα. Αν στη φυσική ομιλία, η λειτουργικότητα αυτή αφορά την επαρκή μετάδοση του νοήματος και μόνο, στην ψηφιακή εκδοχή, η αποτελεσματικότητα υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των ατόμων που ένας χρήστης μπορεί να επικοινωνήσει ταυτόχρονα και πόσες δραστηριότητες παράλληλες μπορεί να κάνει online. Στη φυσική συνομιλία, δε μπορεί κανείς να μιλά με πολλά άτομα μαζί για διαφορετικά θέματα και, όταν αυτό συμβαίνει, τα αποτελέσματα είναι τα αντίθετα από τα απαιτούμενα. Στο ψηφιακό περιβάλλον, η διακοπτόμενη συζήτηση και τα ξεχωριστά παράθυρα chat επιτρέπουν αυτό ακριβώς.

Η ύπαρξη του χρήστη ως κόμβος ενός δικτύου απαιτεί τη διαρκή χρήση, να είναι συνεχόμενα πομπός και δέκτης πληροφοριών, να επικοινωνεί με τον τρόπο που περιγράψαμε. Πρέπει να είναι παραγωγικός μέσα στον δεδομένο χρόνο που απαιτεί το μέσο. Σε συμφωνία με αυτό λειτουργεί ένας ακόμη παράγοντας: το πόσο σημαντικός είναι ένας χρήστης, πράγμα που υπολογίζεται με βάση τη δραστηριότητά του. Όσο πιο πολύ χρησιμοποιεί κανείς το μέσο και παράγει πληροφορία, ασχέτως ποιότητας και περιεχομένου, όσο το online στίγμα ανανεώνεται συνεχώς, τόσο πιο σημαντικός γίνεται. Και αν συνυπολογίσουμε το γεγονός ότι -μέχρι στιγμής- χρειάζεται να αφιερώνουμε μέρος του χρόνου μας σε δραστηριότητες που αφορούν την επιβίωση του υλικού σώματος, η συμπύκνωση της online δραστηριότητας σε λιγότερο χρόνο και η συνεχής ανανέωση και επέκταση των μέσων και των δυνατοτήτων τους γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητική.

Πολλαπλές ταυτότητες και σχέσεις

Οι δυνατότητες που προσφέρουν τα ψηφιακά μέσα είναι φαινομενικά άπειρες. Οι πλατφόρμες επικοινωνίας που υπάρχουν καλύπτουν κάθε πτυχή του χαρακτήρα και, με βάση αυτό, οι χρήστες δημιουργούν πολλές ταυτότητες. Πέραν από τις online υπηρεσίες, που είναι το στίγμα του κάθε πολίτη διαδικτυακά, οι λογαριασμοί στις δημόσιες υπηρεσίες, τις τράπεζες και αντίστοιχα, που αποτελούν το πιο νομικό κομμάτι της online υπογραφής, ένας χρήστης μπορεί να δημιουργήσει profiles ξεχωριστά για κάθε ενδιαφέρον του. Μπορεί να συμμετέχει σε blog για μουσική, σε τεχνικά forum, σε συζητήσεις για ταινίες και ούτω καθεξής, να φτιάξει βιογραφικά και portfolios για εργασία, συνθέτοντάς τα, εν τέλει, συνολικά στα social media. Και με βάση τη σχετική ανωνυμία, μπορεί να παρουσιάσει τον εαυτό του στην ιδεατή και επιθυμητή μορφή, να φτιάξει μια προβολή του εαυτού του. Τα ενδιαφέροντα και οι ασχολίες έτσι απαριθμούνται, φτιάχνουν λίστες από like (ο όρος χρησιμοποιείται σχηματικά) που ταξινομούνται αντίστοιχα ως δεδομένα.

Με βάση τα παραπάνω, μπορεί κανείς να συνάψει νέες σχέσεις ή να επιβεβαιώσει ήδη υπάρχουσες. Συγκρίνοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές στα like, ένας χρήστης μπορεί να φτιάξει κοινότητες με άλλους χρήστες, χωρίς εμβάθυνση απαραίτητα, και να επικοινωνήσει, με βάση το σύνολο των κοινών όμοιων δεδομένων. Οι σχέσεις ταξινομούνται αντίστοιχα στα διάφορα μέσα. Δεν έχει σημασία ποιος μπορεί να είναι πραγματικά ο άνθρωπος στον άλλο δίαυλο, αρκεί το ψηφιακό στίγμα να έχει αρκετές ταυτίσεις ενδιαφέροντος, πράγμα που επανακαθορίζει την έννοια της εμπιστοσύνης. Με βάση το γεγονός ότι ο καθένας μπορεί να είναι και να λέει ότι θέλει, κρυμμένος πίσω από τις πολλαπλές του ταυτότητες, δε μπορεί να θεωρηθεί έμπιστος, πράγμα όμως που τείνει να μην έχει σημασία, παρά μόνο όταν βρεθεί κανείς αντιμέτωπος με προβληματικές καταστάσεις.

Τα άτομα στην ψηφιακή εποχή

Με βάση τα παραπάνω, θα προχωρήσουμε στη σκιαγράφηση των εννοιών του ανθρώπου και του ατόμου στην ψηφιακή τους εκδοχή. Με βάση τη φυσική ύπαρξη, το ανθρώπινο σώμα είναι το πρώτο σημείο αναφοράς, η φυσιολογία, η μορφή, η κινησιολογία. Στην ψηφιακή εκδοχή, αυτά χάνουν τη σημασία τους και ο άνθρωπος γίνεται ο χρήστης του μέσου.

Αν πάρουμε τον άνθρωπο στην κοινωνική του διάσταση, η ελάχιστη μονάδα ορίζεται ως το άτομο που, με βάση τα ενδιαφέροντά του, την ιδιοσυγκρασία και το θυμικό του, τα συναισθήματά του, αλληλεπιδρά και συνάπτει σχέσεις με το περιβάλλον του. Στη διαδικτυακή προβολή, κατά συνέπεια της μεταβολής σε χρήστη, το άτομο, έχοντας δημιουργήσει τις online περσόνες του και αφού τις ταξινομήσει στα αντίστοιχα μέσα που περιγράψαμε, γίνεται ο διαχειριστής του ψηφιακού του εαυτού, επιλέγοντας τον τρόπο, τη συχνότητα και την ποιότητα λειτουργίας του κόμβου.

Οι αλλαγές στην επικοινωνία και η παροχή περιβλήματος

Για τους αλγορίθμους, τα botακια που διατρέχουν το διαδίκτυο, αυτό το τελευταίο ήδη λειτουργεί με τους απαραίτητους όρους. Με τις προηγούμενες αλλαγές φτιάχνεται ένα αυστηρά δομημένο, κλειστό περιβάλλον-μικρόκοσμος, όπου είναι ήδη ορισμένες οι σχέσεις, η γλώσσα και η αλληλεπίδραση με βάση την επικοινωνία με τη μηχανή. Κατά συνέπεια, η μηχανή που εισάγεται στην επικοινωνία μπορεί να επεξεργαστεί επαρκώς τα παραπάνω. Η ανθρώπινη επικοινωνία, μέσα στις 2 δεκαετίες χρήσης των ηλεκτρονικών μέσων, έχει και αυτή προσαρμοστεί στο αλγοριθμικό περιβάλλον και ολοκληρώνεται έτσι η διαδικασία που αναφέραμε στην αρχή ως διαδικασία παροχής περιβλήματος.

Ο διαχειριστής υπό διαχείριση

Με οδηγό την αποτελεσματικότητα, έχουμε θέσει, άθελά μας και μη, τους εαυτούς μας υπό την καθοδήγηση των πρακτόρων λογισμικού. Τα διάφορα μέσα που χρησιμοποιούμε, με βάση το ψηφιακό στίγμα μας, διαχειρίζονται τις ψηφιακές μας σχέσεις, έτσι ώστε να μπορούμε να αποδώσουμε ως άτομα στην ψηφιακή εποχή. Αυτό συμβαίνει με τη μορφή υπενθυμίσεων για τις κοινωνικές μας “υποχρεώσεις”, με τη συνεχή ενημέρωση για τις δραστηριότητες των φίλων μας, για τα δρώμενα που συμβαίνουν στην πόλη, για την πρόσφατη φωτογραφία που δεν ανεβάσαμε ακόμα. Το μόνο που καλείται ο χρήστης να κάνει είναι να απαντήσει με μερικά κλικ και κάποιες λέξεις την κάθε φορά. Τα μέσα αναλαμβάνουν το ρόλο ενός ψηφιακού γραμματέα.

Το πώς είναι διαμορφωμένα τα δίκτυα ή οι ψηφιακοί βοηθοί, καθώς είναι φτιαγμένα για να προσομοιώνουν αυτή την ήδη μεταλλαγμένη επικοινωνία, είναι κάτι που αγνοούμε. Το τι εντολές εκτελούν, πως επεξεργάζονται τα δεδομένα, τι κανόνες ακολουθούν, πώς δηλαδή τα σχημάτισαν οι προγραμματιστές τους και με ποια σκοπιμότητα δεν μπορούμε να το ξέρουμε ακριβώς ή δε μας ενδιαφέρει. Με βάση αυτό, λειτουργούμε μηχανικά και αυτόματα, ακολουθώντας την καθοδήγηση εντός δικτύου. Την προσπάθεια, δηλαδή, να ανατροφοδοτείται η ανάγκη και η επιθυμία μέσω νέων πραγμάτων που μας παρουσιάζονται ως ενδιαφέροντα συνεχώς.

Αν τα άτομα, στην ψηφιακή εποχή, ορίζονται όπως είπαμε παραπάνω, ως διαχειριστές της online δραστηριότητάς τους, τότε με την εισαγωγή του ψηφιακού γραμματέα μπαίνει πιο ξεκάθαρα μια επιπλέον διάσταση. Ο διαχειριστής, δίνοντας την δυνατότητα στα ψηφιακά μέσα να διαχειρίζονται από μόνα τους το ψηφιακό του στίγμα, μπαίνει με τη σειρά του και αυτός υπό διαχείριση. Κι αν σκεφτούμε το ερώτημα ότι, αφού εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες είναι που επιλέγουμε τι εν τέλει θα κάνουμε ή σε τι θα επιλέξουμε να πατήσουμε κλικ από τα όσα μας δείχνει ο αλγόριθμος, τότε πως ακριβώς μας διαχειρίζεται;

Η μια απάντηση μπορεί να βρεθεί στα γνωστά σε όλους και όλες μας videogames, όπου κι εκεί η διαδικασία είναι πολύ παρεμφερής με αυτήν που περιγράφουμε. Ο αλγόριθμος του παιχνιδιού, μας φέρνει συνεχώς μπροστά σε διαφορετικές επιλογές που πρέπει να πάρουμε αν θέλουμε να κερδίσουμε. Εμείς παίρνουμε τις επιλογές, αλλά αυτές πρέπει να είναι στα πλαίσια του αλγόριθμου. Πρέπει στην ουσία να καταλάβουμε πώς πρέπει να κινηθούμε σ’ ένα περιβάλλον, το περιβάλλον του αλγόριθμου του παιχνιδιού και στον τρόπο του συγκεκριμένου -κάθε φορά- αλγόριθμου (που τρέχει πίσω από το παιχνίδι που παίζουμε). Με τη διαφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση ότι το videogame είναι η ίδια η ζωή μας, όπου επίσης, πρέπει καθημερινά να κάνουμε τις σωστές επιλογές και τα σωστά κλικ «αν θέλουμε να κερδίσουμε».

Η άλλη απάντηση είναι μια ερώτηση. Ποιές από τις καθημερινές ή πιο συνολικές επιθυμίες που έχουμε είναι ξεκάθαρα δικές μας, είναι ειλικρινά δική μας επιλογή; Αν σκεφτούμε ότι από τη στιγμή που γεννιόμαστε η διαφήμιση, οι κοινωνικά προσδιορισμένες συμπεριφορές και ο κοινωνικός κομφορμισμός καθορίζουν, ακόμα κι αν αυτό γίνεται με τρόπο που μας διαφεύγει, το τι συνολικά επιθυμούμε, δε ξέρουμε ούτε εμείς οι ίδιοι και οι ίδιες να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση. Αυτό δεν είναι κάποια ντρίπλα. Θέλουμε να πούμε ότι το μόνο που μπορούμε να απαντήσουμε ξεκάθαρα, είναι πως όσο περισσότερο εξελίσσεται η ηλεκτρονική μεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου με τη δική μας συμμετοχή και αδράνεια (ναι, αυτά μπορεί να λειτουργούν μαζί), τόσο λιγότερος λόγος θα μας πέφτει για το πώς μπορεί να θέλουμε να ζούμε και να επιθυμούμε, μέσα και έξω από τα ψηφιακά περιβάλλοντα.

Συμπεράσματα

Αλλαγή παραδείγματος: λίγα λόγια για την αλλαγή βιοπληροφορικού παραδείγματος

Σε πρώτο άκουσμα κάποιος/α θα υπέθετε πως πρόκειται για κάποια διανοουμενίστικη ή φουτουριστική προβολή στο σήμερα. Ή για κάποιο τεχνοφοβικό ή τεχνολατρικό μανιφέστο. Ξέρουμε πως κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή στην οργάνωση της καπιταλιστικής εργασίας συνοδευόταν από την υποτίμηση των προλεταριακών σωμάτων αλλά και των προλεταριακών γνώσεων. Στον επίλογο της εισήγησής μας με τίτλο “Η γυναικεία εργασία στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό”(Ιούνιος του 2016) περιγράφαμε αυτή τη διαδικασία ως εξής:

«Το 1986 ο ιστορικός της τεχνολογίας Thomas Hughes εισήγαγε την έννοια κοινωνικοτεχνικό (sociotechnical), θέλοντας να περιγράψει το γεγονός ότι η τεχνολογία δεν είναι ποτέ απλώς «τεχνική» είτε απλώς ένα «κοινωνικό» φαινόµενο. Αντίθετα, η σχέση τεχνολογίας και κοινωνίας είναι ένα «δίκτυο χωρίς ραφές» (seamless web). Μπορούµε να φανταστούµε τη σχέση αυτή ως ένα κοµµάτι ύφασµα όπου δεν υπάρχουν ραφές συνένωσης, είτε ως ένα πυκνοπλεγµένο ιστό αράχνης όπου όµως οι συνενώσεις του δεν είναι ορατές. Πλάι στη θέση αυτή θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε το εξής: η τεχνολογία είναι ταυτόχρονα τεχνική και ιδεολογία με όλο το μυστικισμό που αυτή εμπεριέχει. Η ιστορία της τεχνολογίας είναι μια ιστορία της σχέσης μεταξύ εργασίας και τεχνολογίας ή καλύτερα μεταξύ εργάτη/τριας και μηχανής, μια ιστορία που αποκρύτεται μεθοδευμένα από τα αφεντικά. Και αυτό γιατί η “καρδιά” της παραγωγής απουσιάζει πάντα από την ιστορική αφήγηση των αφεντικών. Και στο δημόσιο λόγο; ένα ρημάδι δίπολο που έρχεται και ξανάρχεται σε κάθε συζήτηση σχετικά με τις νέες τεχνολογίες: καλό ή κακό. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν, να σταθούμε μακριά από τέτοια δίπολα. Ξέρουμε πως από την ατμομηχανή μέχρι τα drones οι τεχνολογίες είναι εργαλεία αναδιοργάνωσης της εργασίας όσο και των υπόλοιπων σχέσεων στον καπιταλιστικό κόσμο. Και μόνο κάτω από αυτήν την οπτική μπορούν να τεθούν στην ανταγωνιστική κριτική. Δηλαδή, ως τρόποι με τους οποίους απλώνονται στις ταξικές κοινωνίες νέες τακτικές πειθάρχησης και ελέγχου αλλά και προκαλώντας νέες αντιθέσεις και αρνήσεις. Και φυσικά δεν είναι ουδέτερη. Είναι ταξικά προσδιορισμένη. Είναι το νεκρό κομμάτι του κεφαλαίου το οποίο βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το κομμάτι της ζωντανής εργασίας.»

Σχετικά με την πρώτη τάση, της τεχνοφοβίας, πρόκειται για την άρνηση του ανθρώπου, να συμβαδίσει με μια πραγματικότητα καθόλου γνωστή και οικεία σε αυτόν. Με βάση αυτήν, η ψηφιακή επικοινωνία, οι όροι λειτουργίας της και η πραγματικότητα μέσα σε αυτήν καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικισμού που θα κατασπαράξουν το “παλιό” παράδειγμα και όσους/ες μένουν με αυτό. Η δεύτερη τάση, του τεχνοφετιχισμού έχει να κάνει με μια παρανόηση, μια θρησκευτική πίστη στις νέες μηχανές που “ως παντοδύναμες”, “θα αντικαταστήσουν” τον άνθρωπο.

Η αλλαγή αυτή είναι βασικό κεφάλαιο της καθημερινότητάς μας και δεν περνά απλώς μπροστά στα μάτια μας σαν καρέ εικόνων και αναμνήσεων αλλά παρασέρνει τα πάντα μαζί της. Τις τελευταίες δεκαετίες οι λέξεις “αλλαγή παραδείγματος” χρησιμοποιούνται, αραιά μεν αλλά σταθερά, για να καταδείξουν κάποιες απ’ τις αλλαγές (άλλοτε πραγματικές και άλλοτε υποθετικές) στη ζωή, τη δομή και τη λειτουργία των κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό. Είναι το πέρασμα των επιστημονικών επαναστάσεων και τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων που λαμβάνουν χώρα τους τελευταίους αιώνες. Ο Γκράμσι θα έλεγε, μιλώντας όχι για τις επιστημονικές μεταβατικές περιόδους αλλά για εκείνες των ριζικών καπιταλιστικών κρίσεων/ αναδιαρθρώσεων, ότι: Η κρίση συνίσταται ακριβώς στο ότι το παλιό πεθαίνει και το νέο δεν μπορεί να γεννηθεί. Σ’ αυτό το μεσοδιάστημα εμφανίζονται πολλά διαφορετικά νοσηρά συμπτώματα 2.

Στο πέρας της ανάλυσης έχοντας μιλήσει για τις συνέπειες και τις αλλαγές που έχει επιφέρει η ψηφιακή επικοινωνία με κόμβο τη μηχανή στις σχέσεις στα πλαίσια των καπιταλιστικών κοινωνιών, δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε το προφανές. Φαίνεται πως οποιοσδήποτε μπορεί να διαχειριστεί μια κρίση, η πραγματική φθορά όμως επέρχεται από την καθημερινότητα. Όσοι/ες, λοιπόν, δεν θέλουμε να μένουμε με το στόμα ανοιχτό, σε μια απόπειρα να χαρτογραφίσουμε αυτήν την αλλαγή παραδείγματος στον postmodern καπιταλιστικό κόσμο, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ένα σύνολο πολιτικών συμπερασμάτων.

Το διαδικτυακό Πανοπτικόν

Το Πανοπτικόν ήταν κατ’αρχήν μία αρχιτεκτονική μορφή που συμπύκνωνε τις τότε ιδέες για το διαχωρισμό, τον σωφρονισμό και τον έλεγχο των μη φυσιολογικών και μη χρήσιμων για το κοινωνικό σύνολο. Πρόκειται για “ένα δακτυλιοειδές οικοδόμημα· στο κέντρο, ένας πύργος· ο πύργος αυτός έχει μεγάλα παράθυρα που βλέπουν προς το εσωτερικό του δακτυλίου· το περιφερικό οικοδόμημα διαιρείται σε κελιά, που το καθένα τους διαπερνά ολόκληρο το πάχος του οικοδομήματος· τα κελιά έχουν δυο παράθυρα – το ένα τους βλέπει προς τα μέσα και αντιστοιχεί σ’ ένα απ’ τα παράθυρα του πύργου· το άλλο δίνει προς τα έξω, και αφήνει το φως να διαπερνά το κελί πέρα για πέρα”.

Το φαινομενικά απλό αυτό σύστημα διασφάλιζε ότι όχι μόνο οι κρατούμενοι μπορούν να είναι ορατοί όλοι μαζί και ο καθένας χώρια, αλλά κι ότι δεν μπορούν να δουν αν κάποιος βρίσκεται στον κεντρικό πύργο:

“Φτάνει έτσι να τοποθετηθεί ένας επιτηρητής στον κεντρικό πύργο και σε κάθε κελί να κλειστεί ένας τρελός, ένας άρρωστος, ένας κατάδικος, ένας εργάτης, ή ένας μαθητής: με την αντιφεγγιά της μέρας μπορείς να διακρίνεις από τον πύργο τους έγκλειστους – μικρές σιλουέτες δέσμιες στα κελιά της περιφέρειας. Το κάθε κλουβί είναι κι ένα μικρό θέατρο, όπου ο ηθοποιός είναι μόνος, ολότελα εξατομικευμένος και μόνιμα ορατός. Το πανοπτικό σύστημα δημιουργεί μονάδες χώρων που επιτρέπουν την αειδιάκοπη παρακολούθηση και την άμεση αναγνώριση”. Jeremy Bentham, 1785.

Έχοντας στον νου μας την παραπάνω περιγραφή, ας αξιολογήσουμε εδώ μερικά από τα σημεία- συνέπειες που σταθήκαμε μέχρι τώρα. Ο άνθρωπος -με τη συγκατάθεσή του ή χωρίς- καθίσταται από διαχειριστής της μηχανής σε διαχειριζόμενο από τη μηχανή. Η συνεχής αναδιαμόρφωση της ψηφιακής επικοινωνίας -με όρους που μόνο από τον ίδιο το χρήστη δεν επιβάλλονται- την καθιστά συνώνυμη της δικτύωσης/συνδεσιμότητας. Η ανθρώπινη εργασία, μετατρέπεται σε τεχνική δραστηριότητα και δεν αποτελεί πια “το συνειδητό μέλος” της μηχανής, αλλά την ίδια την “υπεύθυνη και δημιουργική συνείδησή της” 3. Η εργασία αυτή προσδιορίζεται με όρους αποδοτικότητας και είναι εμφανής μόνο στα στενά πλαίσια του διαδικτυακού χρόνου. Η εργασία αυτή, έχει σημασία να ελέγχεται και να επιτηρείται γιατί αποτελεί βασική προυπόθεση για τη διαχείριση των γνώσεων, των συναισθημάτων, των συνηθειών και των επιθυμιών του εκάστοτε χρήστη.

Πιο αναλυτικά, έχει σημασία να σταθούμε σε δύο συνιστώσες όσον αφορά στον έλεγχο και την επιτήρηση. Η μία είναι αυτή της συμμετοχικής επιτήρησης μέσα απ’ την διάχυση των δυνατοτήτων για “μικρο-ελέγχους” του ενός πάνω στον άλλο. Βλέποντας τους πράκτορες λογισμικού όχι απλά σαν ένα τεχνολογικό φαινόμενο, αλλά σαν ένα σύνολο σχέσεων που αλλάζουν καθημερινά -στον βαθμό που η κοινωνική ύπαρξη πάει χέρι-χέρι με τέτοια, βλέπουμε πως η έννοια της επιτήρησης δεν έχει το νόημα που είχε κάποτε. Η συνολική διαχείρηση των προσωπικών δεδομένων καθίσταται πλέον ως ένα εισιτήριο για να περάσεις στη διαδικτυακή πραγματικότητα “μαζί με όλους τους άλλους”. Πολύ απλά και γρήγορα, χωρίς περισσότερη σκέψη.

Από την άλλη η επιτήρηση από τα πάνω, είναι μια συνθήκη που δεν κρύβεται από τα αφεντικά. Αντίθετα υπερπροβάλλεται ως μια από τις δυνατότητες του νέου τεχνολογικού θαύματος. Οι επιτηρούμενοι του νέου πανοπτικού ξέρουν ότι παρακολουθούνται και ακολούθως προσαρμόζονται στις κανονικότητες / κανόνες του παιχνιδιού, αυτοεπιτηρούμενοι ή επιτηρώντας με τη σειρά τους άλλους. Η αίσθηση ότι οι κινήσεις του καθενός στο internet είναι εν δυνάμει παρακολουθήσιμες ανά πάσα στιγμή είναι πλέον εγγενές χαρακτηριστικό της δικτύωσης. Με δύο λόγια, μιλάμε για μία απ’τις οργανικές λειτουργίες της δημόσιας τάξης. Και θα ήταν οριακά αστείο κάτι τέτοιο να μην θεωρείται ως δεδομένο.

Πέρα όμως από το προφανές, αυτή η υπερσυσσώρευση δεδομένων πρέπει να αποδίδει. Αυτό, αφενός, επιτυγχάνεται μέσω των μαζικών επενδύσεων στην αγοραπωλησία των πληροφοριών αυτών και σε διαφημίσεις. Η διαδικτυακή επιτήρηση, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και στο πεδίο της κατανάλωσης 4. Η χρήση των προσωπικών δεδομένων για εμπορική αξιοποίηση είναι μία από τις απαραίτητες λειτουργίες του ηλεκτρονικού γραμματέα/ υπηρέτη π.χ. η παραπομπή σε αγορά, που σύμφωνα με το καταλωτικό σου προφίλ, μπορεί να σε ενδιαφέρει. Και είναι και αυτή που κατευθύνει με διάφορους τρόπους τις επιθυμίες του χρήστη και εν τέλει επιφέρει κέρδη. Ο εμπορευματικός αυτός φετιχισμός μαγνητίζει, πουλάει ευκολία, παραγωγή συναισθημάτων πληρότητας και το αίσθημα της κατάκτησης -που δεν είναι ποτέ αρκετό.

Μια τέτοιου είδους επιτήρηση φαίνεται ακόμα να επεκτείνεται σε κάθε σχεδόν “κατηγορία” των προσωπικών στοιχείων. Από την αξιολόγηση του κοινωνικού κύκλου (πχ. ποιοι είναι οι στενοί σου φίλοι με βάση τη διαδικτυακή σας επαφή) μέχρι το αναλυτικό προφίλ σου στον εργασιακό χώρο (που εδώ και δεκαετίες αξιοποιείται ως βιογραφικό για τα αφεντικά και όχι μόνο) μέχρι και την επιτηρούμενη φοιτητική ταυτότητα (π.χ. πανεπιστήμια που ελέγχουν τα ιστορικά περιήγησης των φοιτητών τους).

Φαίνεται, λοιπόν πως αυτή η πολιτική διαχείρισης του database, ως η μεγιστοποίηση της αποθήκευσης προσωπικών δεδομένων/πληροφοριών είναι ένα από τα βασικά σημεία της αλλαγής παραδείγματος. Μόνο που η επιτήρηση αυτή, ο συνεχής έλεγχος και η οργάνωση/αξιοποίηση των δεδομένων κλιμακώνεται ή καλύτερα έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό που σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να κατανοήσουμε επακριβώς. Γιατί πρόκειται για το είδος αυτό του ελέγχου που γίνεται ήρεμα και συναινετικά, με την άδεια- ή και χωρίς- των “από τα κάτω” ενόσω αυτοί αλληλοεπιτηρούνται. Και ο έλεγχος αυτός έχει οργανική σημασία για την οργάνωση και λειτουργία των καπιταλιστικών κοινωνιών. Η καθημερινές ασχολίες και ενδιαφέροντα, οι ανάγκες μας, ο τρόπος που επικοινωνούμε, ο χρόνος που περνάμε online, οι γνώσεις και οι σχέσεις μας, είναι απαραίτητο να διαμεσολαβούνται. Kατ’επέκταση, η αποθήκευση και επιτήρηση του όγκου των δεδομένων αυτών, αποτελούν βασικές προυποθέσεις της αξιοποίησής τους για τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Ο προγραμματισμός της ζωής σε αλγοριθμικό στιλ

_erase n rewind στις κοινωνικές σχέσεις

Όσα είπαμε ισχύουν και στο αντίστροφο. Η ηλεκτρονική διαμεσολάβηση του κοινωνικού εργοστασίου, η πληροφοριοποίηση της κοινωνικής ζωής και η οργάνωσή της με τους όρους λειτουργίας της μηχανής καθιστούν σαφώς ρευστά τα όρια μεταξύ των καταστάσεων “άνθρωπος- διαχειριστής” και “άνθρωπος υπό διαχείριση”. Με μία πρώτη σκέψη, θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για μια νέα φθηνή λύση που έχει ως στόχο να ταίσει μικροαστικά όνειρα για την απόκτηση ηλεκτρονικού, προσωπικού γραμματέα, υπηρέτη, μάνατζερ ή για ένα ακόμη φαντασμαγορικό τεχνολογικό επίτευγμα με βάση το οποίο η μηχανή αποκτά υπόσταση και ηγετικές δυνατότητες.

Με μια δεύτερη σκέψη όμως, βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλλαγή με πολύ πιο ουσιαστικά αποτελέσματα από τα παραπάνω. Η ένταξη της πληροφορίας στην καθημερινότητα έρχεται, ή μάλλον έχει φτάσει καιρό τώρα και οργανώνει με τεράστια επιτυχία τη ζωή σε αλγοριθμικό στιλ με νέους όρους αποδοτικότητας. Και για τους όρους αυτούς εμείς έχουμε τον τελευταίο λόγο. Η ζωή, η εργασία, η φιλία, ο έρωτας, ο ελεύθερος χρόνος, οι ανάγκες, οι επιθυμίες, οι αισθήσεις αποθηκεύονται, ελέγχονται, τίθενται υπό επεξεργασία και προσαρμογή για να συμβαδίσουν με το νέο μοντέλο οργάνωσης. Στην περίπτωση που “δε συμμορφώνεσαι” είσαι σίγουρα άνθρωπος με χαμηλή λειτουργικότητα. Για να “μιλήσεις” πρέπει να αρνηθείς να επικοινωνήσεις, και για να “επικοινωνήσεις” πρέπει να αρνηθείς να μιλήσεις. Έτσι, «…κάθε ανθρώπινη πράξη, κάθε ομαδική συμπεριφορά, αποτελεί αποτέλεσμα μιας απώτερης δομικής σχέσης μεταξύ δύο θεμελειακών πληροφορικών συστημάτων: της βάσης δεδομένων και του αλγοριθμικού λογισμού…» 5.

Η συνθήκη όμως αυτή ούτε ήρθε από το πουθενά ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κάτι νέο. Η ιστορία έχει ως εξής. Οι αρνήσεις των ‘60s και ‘70s έβγαλαν αντεστραμένα στο τραπέζι της καπιταλιστικής ανατομίας σχεδόν το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Δημιούργησαν έναν δικό τους ξέχωρο κόσμο όπου οι λέξεις και οι σχέσεις είχαν το νοήμα πού ήθελαν και όριζαν οι ίδιοι/ίδιες ως εργάτες/τριες. Οι γνώσεις και οι τρόποι αυτοί (του κοινωνικού εργοστάσιου/ του κοινωνικού εργάτη) μας χρειάζονται οπωσδήποτε. Μας χρειάζονται ως οι πιο κοντινές στο σήμερα “παλιές” έννοιες και απόψεις, που μπορούν να διαφωτίσουν το (καπιταλιστικό) σήμερα και αύριο. Που πρέπει και μπορούν, εν τέλει, να γίνουν βασικά εργαλεία μας για τις σύγχρονες μάχες, για τον ταξικό ανταγωνισμό στον 21ο αιώνα 6. Όλα τα παραπάνω, τα αφεντικά και οι ειδικοί τους τα κατάλαβαν και τα χρησιμοποίησαν πολύ πριν από εμάς. Έτσι, η μαζική αφομοίωση και αξιοποίηση των πρακτικών αυτών και ιδίως όσον αφορά στην ηλεκτρονικά διαμεσολαβημένη επικοινωνία, ήταν ένας από τους τρόπους αντεπίθεσής στις αρνήσεις αυτές.

Επίλογος

Κι εδώ πρέπει να αναρωτηθούμε: Πρόκειται για κάποιο είδος αποπλάνησης ή μπερδέματος; Δεν είμαστε σίγουρες/οι. Η ευκολία με την οποία τα διαδοχικά κύματα τεχνολογικών εφαρμογών που “διευκολύνουν”/ “ομορφαίνουν” την καθημερινή ζωή και διαμεσολαβούν τις σχέσεις μας δεν είναι τυχαία. Αυτή η μοναξιά που αισθανόμαστε, βιδωμένοι/ες στην καρέκλα και με τα μάτια καρφωμένα στις στιλάτες οθόνες μας, δεν είναι τυχαία. Το ότι οι αποφάσεις για εμάς τους/τις ίδιους/ες δεν είναι στη δική μας διακριτική ευχέρεια, επίσης δεν είναι τυχαίο. Πρόκειται λοιπόν, για κάποιου είδους συνομωσιολογία; Ή μήπως ο/η ιστορικός του μέλλοντος θα χαρακτήριζε όλα αυτά απλώς ως ασύμετρη σύγχυση στην προσπάθεια να εγκληματιστούμε στη νέα τάξη πραγμάτων; Τίποτα από όλα αυτά. Η αλλαγή παραδείγματος συντελείται μπροστά στα μάτια μας με την ενεργητική μας συμμετοχή και την παθητική μας αδράνεια. Κι αυτό ως εργάτες/τριες και ως περίεργοι/ες που παίρνουμε στα σοβαρά τις σχέσεις και τις γνώσεις που μας έχουν κλέψει. Με δυο λόγια πρέπει να αντικρίσουμε τον καπιταλιστικό 21ο αιώνα όπως πραγματικά είναι. Είναι τουλάχιστον ένα πρώτο βήμα.

Σημειώσεις:

  1. (βλ. εισηγήσεις Γλώσσα και νέες μηχανές και Αλγόριθμος. Η μηχανοποίηση της σκέψης, φεστιβάλ Game Over Οκτώβρης 2014)
  2. Περιοδικό Cyborg #4, “Η αλλαγή παραδείγματος”
  3. Περιοδικό Cyborg #5,“Έργάτης- μηχανή, κυβερνητική,μηχανολογία ιδεολογία”
  4. “Το νέο πανοπτικό: νέες τεχνολογίες και επιτήρηση”/μπροσούρα Mητροπολιτικών Συμβουλίων Αυτόνομων
  5. Ανοικτή συνέλευση Mητροπολιτικών Συμβουλίων με θέμα «Σώματα την εποχή της βιοπληροφορικής» 11/6/2003
  6. Απ’ το κοινωνικό εργοστάσιο στην μηχανοποίησή του, περιοδικό Sarajevo, τεύχος 108

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *