Εισήγηση: Το γονίδιο της κριτικής.

Είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι να μην είμαστε γενετικά προγραμματισμένοι 1

Εισαγωγή

«Η έρευνα για το Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε, είναι πλέον σε στάδιο εξέλιξης»

Η φράση αυτή ανήκει στον βιοχημικό Walter Gilbert και μετράει ήδη 26 χρόνια από τότε που ειπώθηκε. Ήταν τότε που ξεκινούσε το πρόγραμμα για την αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιόματος, με τον τίτλο «Human Genome Project» (HGP), το οποίο θα ολοκληρωνόταν το 2003. Ήταν τότε που λέξεις όπως “DNA” και “γενετικός προκαθορισμός” θα έμπαιναν για τα καλά όχι μόνο στην ημερήσια διάταξη της επιστημονικής έρευνας αλλά και στο καθημερινό λεξιλόγιο του καθενός και της καθεμιάς. Ήταν ένας σταθμός, ο οποίος σηματοδότησε μια γενικότερη αλλαγή σκέψεων και πεποιθήσεων για το “ποιοι είμαστε” και το σημαντικότερο από όλα: για το “γιατί είμαστε αυτοί που είμαστε”.

Πριν μόλις τέσσερεις μήνες (Ιούνιος ’16) έγινε μια καινούργια ανακοίνωση. Ανακοινώθηκε η έναρξη του προγράμματος «Human Genome Project – Write» (HGP-Write), ενός 10ετούς ερευνητικού προγράμματος, το οποίο αποτελεί κάτι σαν επέκταση του HGP και έχει σαν διακηρυγμένο στόχο την χημική ανασύνθεση του ανθρώπινου γονιδιώματος. Η ιστορία λοιπόν πάει κάπως έτσι: “διαβάσαμε” το ανθρώπινο γονιδίωμα (το διαβάσαμε σε πολλά εισαγωγικά 2), τώρα ήρθε η ώρα να αρχίσουμε και να το “γράφουμε” (να το ανασκευάζουμε).

Ένα ερώτημα της κριτικής που προκύπτει κατευθείαν μπροστά στην αναζήτηση τέτοιων “Ιερών Δισκοπότηρων” είναι το κατά πόσο έρευνες σαν και αυτές αποτελούν καθαρά προϊόν της “αχόρταγης περιέργειας” της επιστημονικής σκέψης ή αν υπάρχουν συγκεκριμένα συμφέροντα τα οποία δρομολογούν τέτοιες εξελίξεις. Αν το γενετικό υλικό παρέχει όλα τα μυστικά του σώματός μας (και όχι μόνο), πως αυτό επιδρά στις ζωές μας υλικά, μέσω της διαχείρισης της υγείας για παράδειγμα, αλλά και (εξίσου σημαντικό) ιδεολογικά, σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις ως προς την εννόηση του εαυτού; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα πάνω στα οποία θα κινηθεί αυτή η εισήγηση, ξεκινώντας από μια σύντομη αναφορά πάνω στο πρόγραμμα του ανθρώπινου γονιδιώματος.

«Human Genome Project»

Από την ανακάλυψη της διπλής έλικας το 1953 και μετά, η γενετική επιστήμη, αλλά και γενικότερα οι επιστήμες ζωής, άρχισαν σιγά-σιγά (χάρη και στην σύμφυσή τους με την πληροφορική) να αποκτούν μεγάλο κύρος και να εξασφαλίζουν τεράστιες χρηματοδοτήσεις. Και επιπλέον υπήρχε η ηθική νομιμοποίηση (την οποία οι γενετιστές εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο για να προωθήσουν το έργο τους), ότι τιμή δεν είναι αρκετά υψηλή για να θεραπεύσουμε τις κληρονομικές ασθένειες, απέναντι στις οποίες η ιατρική επιστήμη μοιάζει σχεδόν αβοήθητη. Ή ακόμα καλύτερα (και αυτό αφορούσε ειδικά τις φαρμακοβιομηχανίες που επένδυσαν αρκετά) θα άνοιγε ο δρόμος για την εξατομικευμένη ιατρική. Ένα γενικό refresh για το εμπόριο των φαρμάκων κάθε είδους. Μέσα σε αυτό λοιπόν το κλίμα ήταν που ξεκίνησε και το HGP και θεωρήθηκε ακόμα μεγαλύτερο “βήμα για την ανθρωπότητα” από αυτό του Armstrong στο φεγγάρι.

Ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής κοινότητας ανυπομονούσε να βάλει τέλος στους περιορισμούς της ιατρικής επιστήμης, υπήρχαν και άλλοι που ήταν πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά το HGP και τις υποσχέσεις που δίνονταν. Ένας από αυτούς, ο Eric Lander 3, είχε πει σε μία ομιλία του στο Λευκό Οίκο: «Έχουμε αποκαλέσει το ανθρώπινο γονιδίωμα αποτύπωμα, Ιερό Δισκοπότηρο, του έχουμε δώσει κάθε είδους όνομα. Είναι μια λίστα εξαρτημάτων. Αν σας έδινα την λίστα των εξαρτημάτων ενός Boeing 777, και αποτελείται από 100,000 κομμάτια, δεν νομίζω να μπορούσατε να τα βιδώσετε το ένα με το άλλο, και σίγουρα δεν θα μπορούσατε να καταλάβετε γιατί πέταξε».

Η επιφυλακτικότητα αυτή αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από βάσιμη. Ενόσω τα αποτελέσματα του HGP ξεκίνησαν να βλέπουν το φως της δημοσιότητας η ολοκλήρωση του προγράμματος είχε ήδη χαρακτηριστεί πιο σημαντική από τον πρώτο άνθρωπο στο φεγγάρι, ή την ανακάλυψη του τροχού. Στην πραγματικότητα όμως, τα αποτελέσματα ήταν ντροπιαστικά για το γενετικό ντετερμινισμό. Οι άνθρωποι, το υποτιθέμενο ζενίθ του πολιτισμού, με τα περιπλοκότερα των μυαλών, αποκαλύφθηκε πως είχαν περίπου καμιά 20.000 γονίδια, περίπου όσα και μια μύγα. Οι αντιδράσεις από την υπόλοιπη κοινότητα των φυσικών επιστημών ήταν ποικίλες. Οι αναφορές στα μεγάλα περιοδικά είχαν ύφος αδιάφορο, έως ελαφρά έκπληκτο και ξεπερνάγανε το πρόβλημα με ένα αστειάκι. Ήταν όντως “διασκεδαστικό” το ότι μοιραζόμαστε τα μισά μας γονίδια με μια μπανάνα.

Το πιο σημαντικό βέβαια αφορά τη διάψευση της βεβαιότητας που κυριαρχούσε κατά τη διάρκεια του προγράμματος, ότι δηλαδή η αποκωδικοποίηση της ακολουθίας των βάσεων θα οδηγούσε κατευθείαν στην αποκάλυψη του τρόπου με τα οποία τα γονίδια που εμπεριέχονται είναι σε θέση να παράγουν 100 τρισεκατομμύρια κύτταρα σε κάθε ανθρώπινο σώμα (με τον καθένα από τα 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους του πλανήτη να αποκτά το δικό του, μοναδικό, αναλογικό ανάγνωσμα από την ψηφιακή αλυσίδα του DNA). Και όσον αφορά τη φαρμακοβιομηχανία και τους χρηματοδότες του προγράμματος, το σημαντικότερο ζητούμενο αφορούσε τους λόγους για τους οποίους εμφανίζονται η δεν εμφανίζονται οι εκάστοτε ασθένειες και εκεί έγκειται κυρίως η αποτυχία. Δεν ήταν μόνο το γεγονός πως υπήρχαν ελάχιστα γονίδια, αλλά και πως εντέλει, μόνο μερικά από αυτά είχαν σχέσεις με ασθένειες. Τα περισσότερα περίσσευαν.

Στη συνέχεια οι μελέτες των GWAS 4 άρχισαν να δείχνουν πως οι συσχετισμοί με ασθένειες ήταν πολύ πιο περίπλοκοι απ’ όσο θα μπορούσαν να είχαν προβλέψει οι γενετιστές, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη την υπόσχεση της επιστήμης για εξατομικευμένη ιατρική. Εν τέλει, τα γονίδια δεν θα μπορούσαν να είναι το “Ιερό Δισκοπότηρο του ποιοι είμαστε”, καθώς ούτε το ΗGP, ούτε κανείς δεν ξέρει πόσα γονίδια είναι ενσωματωμένα μέσα στα τρισεκατομμύρια Α, C, G και Τ 5 του ανθρώπινου γονιδιώματος 6. Καλή η γενετική (αν εξαιρέσεις πως το περιβάλλον δεν είχε ληφθεί καν υπόψη), αλλά με όρους απόδοσης της έρευνας σε σχέση με την εξατομικευμένη θεραπεία, τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Αυτό που το HGP είχε αποκαλύψει ήταν απλά ένας βαθμός βιολογικής πολυπλοκότητας, κάτι που ήταν αναμενόμενο έτσι και αλλιώς. Ο Lander τελικά είχε δίκιο: η ολοκλήρωση της ακολουθίας του ανθρώπινου γονιδιώματος έχει παράγει μια λίστα μερών, χωρίς εγχειρίδιο συναρμολόγησης.

Παρόλα αυτά, η καταφανής αποτυχία του προγράμματος από αυτή την άποψη, δεν θα έπρεπε να σταθεί εμπόδιο για μια επιχείρηση τέτοιας κλίμακας. Η φαρμακευτική βιομηχανία (και όχι μόνο αυτή) είχε ήδη επενδύσει πολλά σε αυτή την διαδικασία, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τα αποτελέσματα του προγράμματος και τώρα έπρεπε να βρει έναν τρόπο για να το κάνει.

Biobanks: Μια καινούργια αγορά γεννιέται

Ένα από τα πιο σημαντικά ίσως στοιχεία του προγράμματος ήταν, πέρα από το ζητούμενο της κατανόησης του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται μέσα από αυτό, η καταγραφή και η ψηφιοποίηση τους. Τα προσωπικό γονιδίωμα του ασθενή θα καταγραφόταν σε CD (αυτούς τους αστραφτερούς δίσκους που κρατούσαν ψηλά οι μοριακοί επιστήμονες για να μαγέψουν το κοινό, ενόσω αναζητούσαν τρόπους να διασφαλίσουν τη στήριξη για το πρώτο ευρείας κλίμακας σχέδιο των επιστημών της ζωής) το οποίο με τη σειρά του θα ανέλυε ο γιατρός, για να προσφέρει την εξατομικευμένη θεραπεία που ανταποκρίνεται στον κάθε άνθρωπο. Παρότι το HGP απέτυχε να αλλάξει την κλινική φροντίδα όπως ήλπιζαν οι επιστήμονες, η γενετική τεχνολογία είχε προχωρήσει τόσο πολύ που η δραματική μείωση στο κόστος καταγραφής της ακολουθίας του γονιδιώματος, σήμαινε πως σύντομα θα ήταν εφικτό, για τον καθένα και την καθεμία με το πενιχρό ποσό για ξόδεμα, να έχει ολόκληρο το προσωπικό του γονιδίωμα εγγεγραμμένο σε ένα СD.

Τα CD όμως, πέρα από το marketing της όλης διαδικασίας δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν το βασικό μέσο αποθήκευσης όλης αυτής της βιοπληροφορίας. Για να υπάρχει μια αποτελεσματική και προσοδοφόρα διαχείριση όλου αυτού του όγκου πληροφορίας (τα καταγεγραμμένα προσωπικά γονίδια του καθενός), δημιουργήθηκαν οι βιοτράπεζες (biobanks). Μάλιστα πολύ πριν βγει στη δημοσιότητα το πρώτο προσχέδιο του γονιδιώματος το 2001, τα σχέδια για τις βιοτράπεζες είχαν ήδη δρομολογηθεί, με επικεφαλής την ισλανδική «deCode». Αυτό ήταν σαφές: οι βιοτράπεζες θα έπρεπε να παίζουν καθοριστικό ρόλο είτε στην εξατομικευμένη θεραπεία (αν αυτό μπορούσε τελικά να επιτευχθεί) είτε σε όποια άλλη διαχείριση θα μπορούσε να γίνει ενόψει της αποτυχίας της.

Σε αυτή την στρατηγική έπαιξαν (και παίζουν) σημαντικό ρολό οι λεγόμενες εταιρίες γενετικού ελέγχου όπως η «23andMe», «BritainsDNA» και άλλες πολλές, οι οποίες με ένα μικρό αντίτιμο των 100$ είναι σε θέση να αναλύσουν το DNA του καθενός από εμάς (υποσχόμενες πάντα την προστασία των προσωπικών μας γονιδακών δεδομένων).

Ένα σημαντικό στοιχείο που αξίζει να σημειώσουμε εδώ είναι ότι αυτή η διαδικασία της ανάλυσης του DNA, της καταγραφής και της αποθήκευσης αυτών των αναλύσεων, αποτελεί μια νέου τύπου καπιταλιστική συσσώρευση. Στην οποία αυτά που συσσωρεύονται δεν είναι μόνο μηχανές (είναι και τέτοιες), αλλά κυρίως είναι η πληροφορία της γενετικής ταυτότητας του καθενός. Βέβαια είναι εντελώς αμφίβολο το κατά πόσο θα είμαστε σε θέση να διατηρούμε τον έλεγχο των γονιδιακών μας ταυτοτήτων και να μην τις διαχειρίζονται οι βιοτράπεζες κατά πως τους συμφέρει. Και επειδή μάλιστα αυτή η τάση έχει εμφανιστεί ήδη με αρκετά σημαντικές συνέπειες 7, έχουν γίνει και τα πρώτα βήματα για την προστασία τέτοιων δεδομένων, όπως η νομοθεσία περί «Μη Εφαρμογής Διακρίσεων με βάση Γενετικές Πληροφορίες» του 2008, αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να καθησυχάζει κανέναν.

Για να ολοκληρωθεί λοιπόν ένα προσοδοφόρο σχήμα διαχείρισης της υγείας με βάση το νέο πεδίο που άνοιγαν τα γονίδια, έπρεπε να μπουν στο παιχνίδι και οι φαρμακευτικές. Άλλωστε εξαρχής αυτός ήταν ο στόχος. Με το κόστος της διαδικασίας εύρεσης της ακολουθίας του γονιδιώματος να φτάνει τα δισεκατομμύρια δολάρια, οι βιοτράπεζες πρότειναν λοιπόν να αναζητηθούν πιο σεμνά SNP (Single Νucleotide Polymorphisms), δηλαδή εκδοχές στη γενετική ακολουθία, με βάση το χαρακτηριστικό ότι θα τις διέθεταν άνθρωποι οι οποίοι διέθεταν και μια συγκεκριμένη κοινή ασθένεια. Το κόλπο ήταν απλό: έπρεπε να ανοίξει η πόρτα τόσο στην διαγνωστική όσο και στην ιατρική και αν δεν μπορούσε αυτό να γίνει με άλλο τρόπο, θα γινόταν μέσω της φαρμακο-γονιδιωματικής. Γιατί όλος αυτός ο χείμαρρος βιοπληροφορίας, λίγο χρήσιμος είναι στον ασθενή ή τον γιατρό του, εκτός αν η «Pharma» μπορέσει να σχεδιάσει ένα φάρμακο κομμένο και ραμμένο για να θεραπεύσει τη συγκεκριμένη εκδοχή του προσωπικού γονιδιώματος του ασθενή 8.

Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς τα προβλήματα που είχαν οι φαρμακευτικές ούτως ή άλλως, το ότι δηλαδή οι πατέντες των φαρμάκων έληγαν η μια μετά την άλλη, ενώ παράλληλα τα περισσότερα από τα 2/3 των νέων φαρμάκων δεν κατάφερναν να εγκριθούν για την αγορά μετά από χρόνια κλινικών δοκιμών, έπρεπε οπωσδήποτε όλα αυτά τα χρήματα που είχαν επενδυθεί στο HGP με κάποιο τρόπο να αποδώσουν. Έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση για καινούργια target groups που θα κατανάλωναν ήδη υπάρχοντα φάρμακα. Κυρίως έτσι ξεκίνησε η μπίζνα με τα DNA tests. Καθώς, ανάμεσα σε άλλες, τα τεστ αυτά προσφέρουν στον καταναλωτή την δυνατότητα να μάθει ποια από τα γονίδια που έχει συνδέονται με πoιες ασθένειες σύμφωνα με τις GWAS (εδώ το HGP προσέφερε ένα πολύ σημαντικό υπόβαθρο), έτσι ώστε να μπορεί αργότερα να επισκεφτεί τον αντίστοιχο ιατρό που θα του προτείνει μια “προληπτική θεραπεία”, για “την πιθανότητα” να έχει “μεγάλο κίνδυνο” “εμφάνισης” της τάδε ασθένειας. Όλα καλά λοιπόν για τις φαρμακοβιομηχανίες…

Κλείνοντας αυτό το κομμάτι αξίζει να σημειώσουμε συμπερασματικά ότι η επιστημονική έρευνα (και εν προκειμένω το HGP), κάθε άλλο παρά “ανεξάρτητη” και “αντικειμενική” είναι. Η αποκωδικοποίηση του DNA και η ανακάλυψη των γονιδίων αποτελούν μια (βιοτεχνολογική) έκφανση της καπιταλιστικής εξέλιξης. Μάλιστα δεν θα μπορούσε να μην είναι έτσι από την στιγμή που στην ουσία πρόκειται για μια “αγορά”. Μια “αγορά υγείας” ή στην πραγματικότητα μια “αγορά γονιδιακών ταυτοτήτων” για κάθε χρήση. Μια αγορά η οποία βασίζεται στους γενετικούς ελέγχους και στήνεται πάνω στο τρίπτυχο βιοτράπεζα-ιατρός-φαρμακευτική.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε σε σχέση με τις έρευνες για τα γονίδια και τη σύνδεσή τους με διάφορες ασθένειες. Το επόμενο, το οποίο θα αναλύσουμε στη συνέχεια, αφορά τις αλλαγές που φέρνει αυτή η εξέλιξη σε σχέση με τις κοινωνικές πεποιθήσεις περί γονιδίων. Αλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο το πεδίο της υγείας, αλλά διευρύνονται σε όλους τους τρόπους με τους οποίους ο καθένας αντιλαμβάνεται τον εαυτόν του κοινωνικά αλλά και ατομικά.

 

Η έννοια της «βιουπηκοότητας»

Ο όρος της βιολογικής υπηκοότητας 9 χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία για να συμπεριλάβει όλες εκείνες τις εννοιολογικές κατασκευές που συνδέουν την υπηκοότητα με αντιλήψεις γύρω από τη βιολογική ύπαρξη των ανθρώπων, ως άτομα και φύλα, ως γενεές και κοινότητες, ως είδος. Η σύγχρονη ιδέα της βιουπηκοότητας, που επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στις δυτικές κοινωνίες, ξεφεύγει από τις παλαιότερες μορφές της για το έθνος και τη φυλή, που αναπτύχθηκαν τον περασμένο αιώνα. Στην περίοδο της βιοιατρικής και της βιοτεχνολογίας σχηματίζεται ένα νέο είδος υπηκόων, αυτό των βιουπηκόων ή πιο συγκεκριμένα των γενετικών υπηκόων.

Στην πραγματικότητα, όμως, η έννοια του υπηκόου είναι μια πολιτική έννοια. Δηλώνει τη σχέση του ατόμου με το κράτος, τα δικαιώματα του κλπ. Όταν μπαίνει μπροστά το πρόθεμα «βιο», η πολιτική διάσταση της υπηκοότητας αναπροσαρμόζεται υπαγόμενη στον βιολογικό παράγοντα. Οι βιουπήκοοι προσδιορίζονται ως το αποτέλεσμα που προκύπτει από το μοναδικό για τον καθένα συνδυασμό των γονιδίων τους. Τα άτομα αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους με ιατρικούς όρους καθώς η αντίληψη του σώματος και της υγείας περνά μέσα από τις εξηγήσεις της ιατρικής επιστημονικής κοινότητας για τη λειτουργία του. Μια νέα ιατρική γλώσσα χρησιμοποιείται για την περιγραφή της ταυτότητας, της εμπειρίας και των συναισθημάτων, αλλά και των δικαιωμάτων θα μπορούσε να πει κανείς από τη στιγμή που μιλάμε για υπηκοότητα, της σχέσεις με την κρατική εξουσία κ.ο.κ.

Αυτή η αντίληψη του εαυτού, ως γονιδιακό αποτέλεσμα, δεν μπορεί παρά να είναι στην ουσία της ατομική. Ο καθένας είναι υπεύθυνος να γνωρίζει τα γονίδια που φέρει, τις σωματικές ή ψυχικές νόσους που πιθανολογείται να αναπτύξει στο μέλλον και να ακολουθήσει την αντίστοιχη προτεινόμενη θεραπεία. Η ατομική θεώρηση του εαυτού μετουσιώνεται σε κάτι κοινωνικό μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις που κάποιοι από τους βιουπηκόους αναπτύσσουν μια κοινή ταυτότητα σχετικά με τη βιολογική τους υπόσταση, όταν δηλαδή πάσχουν από την ίδια πάθηση.

Αυτή η εννοιολογική κατασκευή χτίστηκε τα τελευταία χρόνια πάνω σε διάφορες έρευνες που είχαν ως αντικείμενο την αναζήτηση συσχετίσεων ανάμεσα σε συγκεκριμένα γονίδια με ασθένειες, συμπεριφορές και χαρακτηριστικά. Όμως, παρά την ελπίδα πως αρκετή πληροφορία θα μπορούσε να συλλεχθεί σχετικά με το περιβάλλον των ατόμων (των οποίων το προσωπικό γονιδίωμα είναι ήδη γνωστό), αυτό δεν έγινε. Η “ορθή” επιστημονική διαδικασία συλλογής στοιχείων θα έδινε έμφαση, τόσο στην αποκωδικοποίηση του DNA και των γονιδίων που εκφράζονται στον καθένα, όσο και στα στοιχεία του φυσικού, κοινωνικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος το οποίο επιδράει (έλεγε η θεωρία) στην έκφραση αυτών των γονιδίων. Βέβαια η έννοια της βιουπηκοότητας βασίστηκε πολύ περισσότερο στην αποκωδικοποίηση των γονιδίων – στο hard data της ανάλυσης του DNA, καθώς το soft data των στοιχείων του περιβάλλοντος υποβαθμίστηκε και εν τέλει υποτιμήθηκε.

Επιπλέον, οι βιοτραπεζίτες μέχρι σήμερα δεν έχουν καταφέρει να πάρουν δείγμα παρά μόνο από ένα συγκεκριμένο υποσύνολο του πλούτου της ανθρώπινης γενετικής ποικιλομορφίας, στη συντριπτική πλειοψηφία έχουν μελετηθεί κυρίως γονίδια με ευρωπαϊκή καταγωγή. Για την ακρίβεια, το γεγονός πως οι βιοτράπεζες (και κατά συνέπεια το HGP) δεν είχαν λάβει υπόψη τις εθνικές μειονότητες (πόσο μάλλον τις ταξικές διαφορές), σημαίνει πως η πολυπολιτισμικότητα, δεν εκπροσωπείται επαρκώς.

Σαν τελευταίο στοιχείο κριτικής ως προς την έννοια της βιουπηκοότητας και της επιστημονικής μεθοδολογίας στην οποία θεμελιώνεται, θα αναφέρουμε τους «επιγενετικούς παράγοντες». Όσο και αν αυτό δεν διαφημίζεται, ο γενετικός ντετερμινισμός είναι (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι) επιστημονικά νεκρός. Υπάρχουν περιβαλλοντικοί παράγοντες, οι λεγόμενοι «επιγενετικοί», οι οποίοι δεν επηρεάζουν απλώς το αν το τάδε ή το δείνα γονίδιο θα εκφραστεί (εκτελώντας τις προγραμματισμένες λειτουργίες του), αλλά και το αν θα μεταλλαχθεί. Με λίγα λόγια δηλαδή, ο τρόπος που ζούμε, ο τρόπος που δουλεύουμε, ο τρόπος που τρεφόμαστε, ακόμα και ο τρόπος που σκεφτόμαστε, θα μπορούσε να είναι σε θέση να τροποποιήσει το DNA μας. Αυτά όλα είναι ψιλά γράμματα βέβαια, μπροστά στη μπίζνα της υγείας, μπροστά στην επένδυση της ανθρώπινης γενετικής καταγραφής (και φυσικά της αξιοποίησής της).

Σε μια εποχή που “ανακαλύπτονται” γονίδια όπως αυτά της εξυπνάδας ή της δυσλεξίας, κατασκευάζονται ταυτόχρονα και κοινωνικά σαν πεποιθήσεις. Σε μια συνθήκη όπως εκείνη που τα γονίδια ευθύνονται για το δείκτη νοημοσύνης 10 ή τη δυσλεξία, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις (και δράσεις), όπως για παράδειγμα οι μέθοδοι του εκπαιδευτικού συστήματος ή το μορφωτικό περιβάλλον απ’ το οποίο προέρχεται ο μαθητής. Σε τελική ανάλυση, σε ποιο βαθμό το παράδειγμα του γενετικού προκαθορισμού βασίζεται σε ατράνταχτα επιστημονικά τεκμήρια και σε ποιο γιατί απλώς “πουλάει”;

Είμαστε της άποψης ότι το βάρος πέφτει προς την δεύτερη μεριά. Αυτός ίσως είναι και ένας λόγος για τον οποίο παρότι η γενετική πολλές φορές δεν εκπλήρωσε τις υποσχέσεις της, δεν έχει δεχθεί την κριτική που της αρμόζει. Ούτε μετά τα αποτελέσματα του HGP το 2003, ούτε μετά την αναγνώριση των επιγενετικών παραγόντων 11, ούτε στις μικρές ή μεγάλες αποτυχίες της. Αντίθετα, ο γενετικός προκαθορισμός γίνεται όλο και πιο καθολικός στις συνειδήσεις, τα κονδύλια για έρευνες πολλαπλασιάζονται ανά τα χρόνια και όποιες ερμηνείες δεν συμβαδίζουν μεταξύ τους, αναπτύσσονται σαν διακριτοί επιστημονικοί τομείς, χωρίς να διασαλεύουν τη γενική εικόνα.

Αυτό συμβαίνει, ακριβώς γιατί το μεγαλύτερο κατόρθωμα της γενετικής βρίσκεται σε ιδεολογικό επίπεδο. Μια ιδεολογία του γενετικού προκαθορισμού, η οποία εκτός από κονδύλια έρευνας στους γενετιστές φέρνει μαζί της πολλαπλές συνέπειες στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε (μεταξύ άλλων) τους εαυτούς μας, την έκφραση του σώματός μας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε την υγεία μας.

Γενετικός προκαθορισμός και υγεία

Η υγεία βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης που αφορά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη γενετική. Άλλωστε η υγεία αποτελεί πάντα τον ακρογωνιαίο λίθο στα επιχειρήματα των ερευνητών για να δικαιολογήσουν το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που καρπώνονται για τις έρευνές τους. Στην προκειμένη περίπτωση ίσως δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, καθώς εννιά στις δέκα φορές η συζήτηση περί γονιδίων αφορά τη σύνδεσή τους (ή μη) με γνωστές ασθένειες. Η υγεία όμως είναι ένα ζήτημα πολιτικό. Και ως τέτοιο θα την εξετάσουμε υπό των πρίσμα της ιδεολογίας του γενετικού προκαθορισμού και της καινούργιας αγοράς που διευρύνεται μέσα από τις προληπτικές θεραπείες.

Σημείο πρώτο: ο έλεγχος πάνω στην υγεία

Υπάρχει μια κοινή αφετηρία στην οποία συγκλίνουν ιστορικά όλες οι καινούργιες “αλήθειες” για το σώμα και αυτή δεν είναι άλλη από την υπόσχεση για απόλυτη ίαση. Ειδικότερα σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη μια τέτοια υπόσχεση, αν συνυπολογίσει κανείς τον τρόπο με τον οποία προβάλλονται τα σώματα από το θέαμα ούτως ή άλλως. Γυμνασμένα, όμορφα, πειθαρχημένα και αποδοτικά, πάντα νεανικά, χωρίς ιδιαιτερότητες ή βιολογικές “αστοχίες” και φυσικά: απόλυτα υγιή. Αυτή την εικόνα για το σώμα έρχεται να ενισχύσει η γονιδιακή αποκωδικοποίηση και οι προληπτικές θεραπείες με βάση αυτήν. Φυσικά όπως κανένα σώμα δεν μπορεί να μείνει για πάντα νέο και όμορφο, έτσι και η ίαση δεν μπορεί να είναι ποτέ απόλυτη και ολοκληρωτική. Η νόρμα όμως της ιατρικής διαχείρισης των σωμάτων παραμένει, όπως παραμένει και η νόρμα των υγειών σωμάτων των διαφημίσεων, με όλη την καταπίεση που συνεπάγεται αυτό.

Πώς όμως επιδρά αυτή η ιατρική νόρμα της γενετικής; Μπορεί κανείς να φανταστεί ένα ραντεβού του στο γιατρό για να συνειδητοποιήσει τον βαθμό ελέγχου που έχει πάνω στη διαχείριση της υγείας του. Ο γιατρός σε γενικές γραμμές παραμένει ο “ειδικός”, αλλά η εκτίμηση της σοβαρότητας της πάθησης σε σχέση με τα συμπτώματα, η απόφαση για το πόσο “βαριά” θα είναι η θεραπεία σε σχέση με τις παρενέργειες των φαρμάκων, ακόμα και για το αν χρειάζεται να ληφθεί ιατρική θεραπεία ή όχι (σε περιπτώσεις light ασθενειών), αποτελούν εν μέρει αποφάσεις και του ίδιου του ασθενούς. Όλα αυτά δεν υπάρχουν στην περίπτωση συνταγογράφισης μιας προληπτικής θεραπείας για την μείωση της πιθανότητας εμφάνισης μιας ασθένειας στο μέλλον (η οποία είναι πιθανό να εμφανιστεί λόγω γονιδίων). Εδώ δεν υπάρχουν συμπτώματα, δεν υπάρχει καμία γνώση και καμία σωματική αίσθηση που αφορά την ασθένεια από την πλευρά του ασθενούς.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτή τη διαδικασία σαν ένα περεταίρω βήμα στο πέρασμα από το παράδειγμα της κλινικής ιατρικής σε αυτό της εργαστηριακής. Η εργαστηριακή, σε αντίθεση με την πρώτη, αποκρύπτει τον ανθρώπινο παράγοντα (τον γιατρό) και την (όποια) αμφισβήτηση απέναντι στην κρίση του και παρουσιάζεται περισσότερο αντικειμενική, μέσα από τους δείκτες και τις μετρήσεις της. Δηλαδή υπάρχει ένα είδος αλλοτρίωσης του ασθενούς από το σώμα του, η οποίο επιτυγχάνεται με την μηχανική μεσολάβιση και την γενικότερη αναδιάρθρωση της ιατρικής διαδικασίας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι και αυτό μια διαδικασία αποειδίκευσης που έχει σαν άμεση συνέπεια την απώλεια ελέγχου. Το πρώτο σημείο λοιπόν αφορά την ολοκληρωτική εκχώρηση στους ειδικούς του ελέγχου πάνω στα σώματά μας.

Σημείο δεύτερο: η υγεία ως ατομική υπόθεση

Το δεύτερο σημείο αφορά τη μετατροπή της υγείας σε ατομική υπόθεση. O υγιεινισμός είναι μια μέθοδος συγκρότησης και κατανομής “σωστών” και “λάθος” προτύπων-ζωής-στο-όνομα-της-υγιείας, είναι άρα μια μηχανή κατανομής ευθυνών και ενοχών σε μοριακή κοινωνική κλίμακα. Όταν στο παιχνίδι μπαίνει και ο γονιδιακός έλεγχος, το μέγεθος της ατομικής ευθύνης πολλαπλασιάζεται. Είναι ένα ζήτημα, να ξεπεράσει κανείς την ενοχή του “κάνω κακή διατροφή”, αλλά την ευθύνη ενός ενδεχόμενου καρκίνου δεν είναι κάτι το οποίο ξεπερνιέται τόσο εύκολα. Ακόμα και αν τα ποσοστά του κινδύνου εμφάνισης είναι μικρά, το διακύβευμα για την υγεία παραμένει τεράστιο.

Οι πολιτικές συνέπειες σε αυτό το σημείο είναι υλικές με τον ποιο οδυνηρό τρόπο. Αρκεί μόνο να παρατηρήσει κανείς ορισμένες δικαιολογίες οι οποίες χρησιμοποιούνται για να μεταφερθεί το βάρος της υγειονομικής περίθαλψης από το κράτος στον καθένα ξεχωριστά. Ο φόρος παχυσαρκίας είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, που αφορά αναψυκτικά με πολύ ζάχαρη και φαγητά με πολλές θερμίδες. Ο αυξημένος φόρος στα τσιγάρα είναι ένα άλλο. Και τα δύο έχουν τη λογική ότι οι παχύσαρκοι και οι καπνιστές επιβαρύνουν την υγεία τους με δική τους ευθύνη, οπότε πρέπει να συμβάλουν περισσότερο από τους υπόλοιπους στο σύστημα υγείας. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς το πάρτυ που γίνεται με τις ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικά σε χώρες όπου η δημόσια ασφάλεια υγείας είναι υποβαθμισμένη, θα δει τον τρόπο με τον οποίο η μετάθεση της ευθύνης στον καθένα ξεχωριστά αφορά μια ιδιαίτερα κερδοφόρα επιχείρηση για κάποιους, ενώ μπορεί να είναι καταστρεπτική (μιλάμε πάντα για την υγεία) για κάποιους άλλους.

Με βάση αυτή τη λογική, της ατομικής ευθύνης, είναι που έχουν αναπτυχθεί επίσης διάφορες εφαρμογές και εξίσου πολλά ιατρικά gadgets υπό τη γενική ονομασία «κινητή ιατρική» (mHealth). Πρόκειται για μια αγορά η οποία αφορά όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία για την συνεχή παρακολούθηση και τον έλεγχο της υγείας από τον καθένα και την καθεμιά ξεχωριστά και αφορά από μετρητές θερμίδων μέχρι εφαρμογές παρακολούθησης νόσου και τηλεϊατρικής. Ειδικά σε περιπτώσεις ατόμων που χρήζουν αυξημένη βοήθεια (μωρά, ηλικιωμένοι), το σετ μπορεί να περιλαμβάνει πολύ εξεζητημένες ιατρικές συσκευές, οι οποίες βέβαια είναι σε θέση να δίνουν αναφορά απευθείας στον γιατρό ή τον συγγενή.

Σημείο τρίτο: η σχετικοποίηση της υγείας

Το τρίτο σημείο αφορά μια αναθεώρηση της έννοιας της υγείας. Η προσέγγιση της γενετικής επιστήμης και γενικότερα της δυτικής ιατρικής, αντιμετωπίζει το σώμα όχι σαν κάτι ιερό ή τυχαίο αλλά σαν ένα γρίφο που πρέπει να λυθεί, σαν ένα πρόβλημα που πρέπει να βρεθεί η λύση του. Αρκεί φυσικά αυτή η λύση (ή οι λύσεις) να είναι εμπορεύσιμες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Η καινούργια αγορά που δημιουργήθηκε με βάση το τρίπτυχο βιοτράπεζα – γιατρός – φαρμακευτική εταιρεία, δεν είναι απλώς ένας τρόπος να φθάνουν στους ασθενείς τα κατάλληλα φάρμακα. Κάθε αγορά δεν φτιάχνεται μόνο για να καλύψει μια δεδομένη ζήτηση. Η προσφορά η ίδια συχνά δημιουργεί τη ζήτηση. Αυτό είναι ένας γενικός κανόνας, ο οποίος σχετίζεται με το marketing, την προώθηση προϊόντων κλπ. Τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει αυτό όσον αφορά την αγορά της υγείας;

Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απλό. Όσο περισσότερες ασθένειες ψάχνει κανείς να ανακαλύψει κρυμμένες στα γονίδιά του, τόσες περισσότερες θα βρίσκει. Όσες περισσότερες προληπτικές θεραπείες κάνει και όσες περισσότερες αγωγές παίρνει, τόσο περισσότερο ευάλωτος θα νοιώθει απέναντι στους κινδύνους που βρίσκονται ανάμεσα στα ποσοστά εμφάνισης της μιας ή της άλλης πάθησης. Με λίγα λόγια εδώ έχουμε την κατασκευή μιας σπανιότητας (ή καλύτερα ενός αισθήματος σπανιότητας) που αφορά όμως την υγεία. Δεν είναι κάποια νομοτέλεια ψυχολογικής φύσης. Είναι η ουσία του καπιταλισμού. Είναι αυτό που έψαχναν απεγνωσμένα να καταλήξουν οι φαρμακοβιομηχανίες όταν επένδυαν στις αποκωδικοποίηση των ανθρώπινου γονιδιώματος.

Η υγεία όμως δεν πρόκειται για μια οποιανδήποτε αγορά. Εδώ έχουμε μια κατάσταση κατά την οποία το δίπολο “φυσιολογία – παθολογία”, πάει περίπατο. Δεν υπάρχει κάποια ορισμένη “κανονική” λειτουργία (με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό το “κανονική”) απ’ την οποία όποιος ή όποια παρεκκλίνει από αυτήν, έχει “πρόβλημα υγείας”. Σε αυτή την κατάσταση της αέναης φροντίδας και του διαρκούς αγώνα για πρόληψη, όλοι είναι εν δυνάμει ασθενείς. Η αλλιώς: κανένας δεν είναι πραγματικά υγιής. Παρόλα αυτά θα μπορούσε ενδεχομένως να μιλήσει κανείς για διαβάθμιση της υγείας. Μια διαβάθμιση η οποία αφορά ταυτόχρονα με την τωρινή υγεία και την μελλοντική υγεία 12. Επομένως μια εξίσου σημαντική αλλαγή, η οποία επιδράει στην καθημερινότητα των ανθρώπων ποικιλοτρόπως, είναι η σχετικοποίηση της έννοιας της υγείας.

Σημείο τέταρτο: η υγεία ως κεφάλαιο

Τελευταίο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθούμε αποτελεί η ιδέα της υγείας σαν ένα είδος “ατομικού κεφαλαίου”. Σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη θεολογία, που έχει διατυπωθεί γραπτά ήδη απ’ τις δεκαετίες του ‘50 και του ’60, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που μας απαρτίζουν σαν άτομα, όπως οι γνώσεις, οι κοινωνικές μας σχέσεις, τα ενδιαφέροντα και φυσικά η υγεία, αποτελούν την προσωπική μας περιουσία, το προσωπικό μας κεφάλαιο. Όσον αφορά γενικά την ιδεολογική εκστρατεία του φιλελευθερισμού να ονομάσει τα πάντα που σχετίζονται με την εργασία και την εργατική δύναμη κεφάλαιο, έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν με αφορμή τη γνώση ως κεφάλαιο 13.Αυτό που αξίζει να σημειώσουμε εδώ, είναι ότι οι νέες πεποιθήσεις περί υγείας και της διαχείρισης της έτσι όπως αναδύθηκαν μέσα από τις εξελίξεις στη γενετική, έρχονται σε άμεση συμφωνία με τις φιλελεύθερες πεποιθήσεις περί της υγείας ως κεφάλαιο.

Εάν δεν είμαστε παρά “επιχειρηματίες του εαυτού μας”, δεν μπορούμε παρά να φροντίζουμε οι ίδιοι για την “ποιότητα” και την “απόδοση” της υγείας μας – εδώ έγκειται η ατομική ευθύνη – όπως κάνει κάθε καπιταλιστής με το κεφάλαιό του. Προσπαθούμε να κρατήσουμε το σώμα μας όσο πιο αναβαθμισμένο γίνεται και επειδή δεν υπάρχει κάποιο “μέτρο της υγείας” – εδώ έγκειται η σχετικοποίηση της υγείας – δε μπορεί παρά το μέτρο σύγκρισης να βρίσκεται στα σώματα των άλλων. Εδώ η ουσία της φιλελεύθερης ρητορικής βρίσκεται στο αποκορύφωμα της: μήπως τελικά η υγεία δεν είναι τίποτε άλλο παρά άλλο ένα πεδίο ανταγωνισμού;

Φυσικά μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού όπως είπαμε πρέπει συνεχώς να βελτιώνουμε την υγεία μας και μάλιστα μια επένδυση που αφορά τα γονίδια τα ίδια θα μπορούσε κανείς να την δει να αποδίδει όχι μόνο στον ενδιαφερόμενο αλλά ακόμα και στους απογόνους. Να μια επαναφορά της (γενετικής εν προκειμένω) προίκας, με όρους, όμως, συσσώρευσης “καλών” γονιδίων. Μπορεί όλα αυτά να φαντάζουν αστεία, αλλά στον καπιταλισμό υπάρχει και η απαξίωση κεφαλαίου. Η αρρώστια θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι μια μορφή τέτοιας ατομικής (καπιταλιστικής) απαξίωσης. Υπάρχει τέλος και η καταστροφή κεφαλαίου, αλλά καλύτερα ας μην επεκταθούμε άλλο.

Επίλογος

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να κάνει κανείς κριτική απέναντι σε τέτοια ζητήματα. Ένα πολύ εύκολο σενάριο θα ήταν να χωρίσουμε τις εφαρμογές που προκύπτουν από την εξέλιξη της γενετικής σε “χρήσιμες” ή “άχρηστες”, σε “καλές” ή “κακές”. Για παράδειγμα η ταυτοποίηση υπόπτων μέσω DNA θα μπορούσε να είναι μια “κακή” εφαρμογή, ενώ η εφαρμογές στην ιατρική “καλές”. Αυτή η λογική όμως δεν θα οδηγούσε πουθενά και είναι ξεκάθαρο από μεριά μας ότι αφήνουμε συνειδητά στην άκρη οποιουδήποτε είδους ηθικολογική κριτική. Άλλωστε ό,τι πρόσημο κι αν δώσει κανείς σε τέτοιες εφαρμογές, η λογική την οποία εμπεριέχουν παραμένει κοινή. Ένας άλλος τρόπος θα ήταν μια κριτική στην επιστημονική μεθοδολογία. Η αλήθεια είναι ότι μια τέτοιου είδους κριτική έχει πραγματικά το ενδιαφέρον της (πχ στον γενετικό ντετερμινισμό) και πολλές φορές μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα.

Ο τρόπος όμως με τον οποίο η πολιτική κριτική μπορεί να είναι πραγματικά διεισδυτική και αποκαλυπτική, είναι η κριτική που ξεπερνάει ηθικολογικές κρίσεις, ξεπερνάει ακόμα και κρίσεις επί της επιστημονικής μεθοδολογίας και επικεντρώνεται καθαρά στις αλλαγές των κοινωνικών σχέσεων. Έτσι λοιπόν και τα επιχειρήματα ενάντια στον γενετικό ντετερμινισμό δεν μπορούν παρά να περνούν μέσα από τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα, εν προκειμένω στην διαχείριση της υγείας. Τόσο σαν μεμονωμένες πεποιθήσεις, όσο και σαν κρατική πολιτική. Από την στιγμή που τα άτομα καλούνται να αντιλαμβάνονται τα σώμα τους αλλά και την ταυτότητα τους συμφωνά με τις ανάγκες των εκάστοτε εταιριών, από την στιγμή που το DNA έχει φέρει τόσες αλλαγές στην έννοια της υγειάς αλλά κυρίως στο ίδιο το σύστημα της, η γενετική του 2016, αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό ζήτημα.

Όταν υπάρχουν εταιρείες όπως η «23andme» που με ένα απλό τεστ μπορεί κανείς να μάθει ποιοι είναι οι πρόγονοί του, πόσο υγιής είναι ή ποια δουλειά θα ήταν κατάλληλη για αυτόν, αξίζει να αναρωτηθούμε τι χώρος μένει αλήθεια για άλλες εξηγήσεις, τι λόγο έχουν οι άνθρωποι για τη γνωμάτευση που καθορίζει πιθανότατα τη ζωή τους και την αντίληψη τους ως υποκείμενα, τι λόγο έχουν για την επιλογή ή μη της θεραπείας τους και τι λόγο έχουμε όλοι για κοινωνικές διεκδικήσεις και δράσεις. Στην πραγματικότητα όσο περισσότερο χώρο καταλαμβάνει στις πεποιθήσεις ο γενετικός προκαθορισμός, τόσο λιγότερος χώρος μένει για όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία του HGP, ήταν η εδραίωση της ιδέας πως είμαστε τα γονίδια μας. Όμως οι λέξεις, γονίδια ή DNA, διέπονται από μια αυθεντία και βεβαιότητα που σε καμία περίπτωση δεν τους αναλογεί. Εκτός από το επιστημονικό κομμάτι δεν τους αντιστοιχεί πολιτικά, διότι τα επιχειρήματα αντιπαράθεσης στον γενετικό ντετερμινισμό μπορεί να είναι και επιστημονικά, αλλά πρέπει κυρίως να είναι πολιτικά. Εμείς πιστεύουμε πως αν η γενετική έχει περάσει ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή αποτελεί ιδεολογία. Στην τελική, αξίζει να αναρωτηθούμε: υπάρχουν άραγε νέες προτάσεις για την υγεία που να ξεπερνούν την υιοθέτηση της ρουτίνας των συμβουλών promotion της υγείας στον 21ο αιώνα ;

Σημειώσεις:

  1. «… το άτομο φαίνεται να είναι έτσι γενετικά προκαθορισμένο ώστε να μην είναι γενετικά προκαθορισμένο!» Η φράση αυτή ανήκει στον νευροβιολόγο Pierre Magistretti και προέρχεται από το βιβλίο Τα ίχνη της εμπειρίας, πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης 2015,2016
  2. Κάτι που δεν λέγεται συχνά είναι ότι η αποκωδικοποίηση του DNA αφορά μόλις το 3% του συνολικού DNA του ανθρώπου. Υποτίθεται ότι αυτό το 3% είναι που μεταφράζεται σε γονίδια, ενώ το υπόλοιπο 97% θεωρείται junk  (άχρηστο), αλλά και αυτό αμφισβητείται επιστημονικά.
  3. O Eric Lander είναι μαθηματικός και γενετιστής και έχει διατελέσει ερευνητής στο HGP.
  4. Genome-Wide Association Study. Ερευνητικό πρόγραμμα βασισμένο στη στατιστική σύγκριση τμημάτων του DNA μεταξύ ατόμων που εμφανίζουν κάποια ασθένεια και “υγιών”. Βασική Ιδέα: εάν ένα επαρκές ποσοστό ασθενών εμφανίζει μία κοινή διαφορά στο DNA του από τους “υγιείς”, αυτή η διαφορά στο DNA συσχετίζεται με τη συγκεκριμένη ασθένεια.
  5. Συμβολισμός των αζωτούχων βάσεων Αδενίνη, Κυτοσίνη, Γουανίνη και Θυμίνη που συνθέτουν το μόριο του DNA.
  6. Η προτιμώμενη εικασία ήταν περίπου εκατό χιλιάδες.
  7. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση των απολυμένων εργατών της εταιρείας σιδηροδρόμων Burlington Northern Santa Fe το 2001. Η αμερικάνικη εταιρεία υπέβαλε σε ιατρικό έλεγχο τους εργαζομένους της. Αυτό όμως που δεν ήξεραν οι εργάτες είναι ότι επρόκειτο να εξεταστούν γονιδιακά για διάφορες παθήσεις, από αλκοολισμό μέχρι διαβήτη και στη συνέχεια κάποιοι από αυτούς να απολυθούν με βάση τα αποτελέσματα από αυτές τις εξετάσεις. Μετά από καταγγελίες των απολυμένων, η εταιρεία, για να δικαιολογηθεί, ισχυρίστηκε ότι έψαχνε να δει αν τα εργατικά ατυχήματα οφείλονταν σε μια σπάνια γονιδιακή ασθένεια ή στις συνθήκες εργασίας (μαντέψτε που)!
  8. Όπως, όμως, αποδεικνύουν τα αποτελέσματα των GWAS για τις πολύπλοκες ασθένειες, αυτό είναι μάλλον απίθανο. Παρόλα αυτά τα παιχνίδια των πιθανοτήτων κινδύνου εμφάνισης της μιας ή της άλλης ασθένειας αποδεικνύονται αρκετά αποτελεσματικά. Ποιός “παίζει” με την υγεία του άλλωστε;
  9. Τον όρο βιολογική υπηκοότητα τον εισήγαγαν οι  Nikolas Rose and Carlos Novas (κοινωνιολόγοι και θεωρητικοί των κοινωνικών συστημάτων) στην έκθεσή τους με τίτλο «Biological Citizenship»
  10. Άλλη μια χαρακτηριστική επιστημονική κατασκευή που παραμένει ως τέτοια ακριβώς επειδή κοινωνικά είναι αποδεκτή. Αξίζει βέβαια να αναρωτηθεί κανείς, ποια ακριβώς «ευφυΐα» είναι αυτή που εξετάζουν αυτού του είδους τα τεστ;
  11. Για περισσότερα σχετικά με την επιγενετική μπορεί κανείς να διαβάσει το κείμενο γενετικός προκαθορισμός; όχι ευχαριστώ! από το περιοδικό cyborg, τεύχος 7. Στην παρούσα εισήγηση αποφύγαμε να μπούμε (και) σε αυτά τα νερά.
  12. Αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και την προοπτική της ενίσχυσης της  λειτουργίας του οργανισμού (για παράδειγμα της μνήμης), πλέον η υγεία δεν υφίσταται καν σαν έννοια, παρά μόνο η “απόδοση”. Βέβαια αυτό τοποθετεί το θέμα σε άλλη βάση, αν και τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο το εν λόγω ζήτημα δεν είναι καθόλου μακρινό.
  13. «Η ιδέα περί ατομικού κεφαλαίου, και της προσωπικής επιχείρησης Εγώ, είτε αφορά τις γνώσεις, είτε τις κοινωνικές σχέσεις, είτε την υγεία, είτε τα ενδιαφέροντα, είτε οτιδήποτε άλλο, “μπάζει” από κάθε λογική μεριά που θα την έλεγχε κάποιος. Για παράδειγμα, εάν οι (ανθρώπινες) γνώσεις αποτελούν “κεφάλαιο”, τότε και οι σκυλίσιες γνώσεις αποτελούν επίσης “κεφάλαιο” – και μπορούμε να ονομάσουμε κάθε σκύλο “επιχειρηματία του εαυτού του”. Σύμφωνα μ’ αυτή την ιδέα ακόμα και τα δάση θα αποτελούνταν απ’ τα ατομικά κεφάλαια κάθε δέντρου χωριστά· αλλά θα συνιστούσαν επίσης το “κεφάλαιο” κάθε βουνοπλαγιάς. Εν τέλει, στον έμβιο και μη κόσμο, δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα άλλο από “κεφάλαια”: των ψαριών, των εντόμων, των βακτηριδίων, που έχοντας (κάθε είδος και άτομο είδους) μια ορισμένη γνώση, συναγωνίζονται στην “αγορά της ζωής”.
    Υπάρχει όμως μια λιγότερο χαριτωμένη και πιο πολιτική υπόδειξη για την αθλιότητα της ιδέας περί “ατομικού κεφαλαίου”, γνωσιολογικού ή άλλου. Ως την δεκαετία του 1970, επί δύο τουλάχιστον αιώνες, στην καπιταλιστική πολιτική οικονομία ακόμα και στις πλέον φιλελεύθερες εκδοχές της, το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ήταν απόλυτα διακριτές μεταξύ τους οντότητες. Ο επιχειρηματίας και η επιχείρησή του δεν ταυτίζονταν οντολογικά· κι αυτό είχε σημασία. Γιατί ακόμα κι αν επρόκειτο για την καταστροφή της επιχείρησης (των μηχανών, των κτιρίων, των επενδύσεων, της κερδοφορίας) η αστική ιδεολογία όφειλε να διαφυλάξει τον “άνθρωπο”, ακόμα κι αν ήταν επιχειρηματίας. Φυσικά η φράση καταστράφηκα σαν υποκειμενική έκπτωση δεν ήταν άγνωστη μεταξύ επιχειρηματιών, εμπόρων ή τραπεζιτών. Αλλά η δυνατότητα ανάκαμψης ή, έστω, η δυνατότητα απλής επιβίωσης, ήταν ηθικά και ιδεολογικά σημαντικότερη απ’ την κεφαλαιακή καταστροφή σαν τέτοια.
    Η νεοφιλελεύθερη καινοτομία έγκειται ότι το κεφάλαιο και ο κεφαλαιούχος ταυτίζονται, όταν ο λόγος έρχεται στη γνώση σαν κεφάλαιο (ή στην υγεία σαν κεφάλαιο, κλπ). Ο κεφαλαιούχος ΕΙΝΑΙ κεφάλαιο, και το κεφάλαιο ΕΙΝΑΙ κεφαλαιούχος. Πρόκειται για μια καταπληκτική αντιστροφή, αφού μέχρι την επικράτηση των νεοφιλελεύθερων δογμάτων δεν ήταν το “κεφάλαιο” αλλά η εργατική δύναμη που ταυτιζόταν με τον εργάτη· ατομικά και συλλογικά.»

    Από την εκδήλωση με τίτλο: για ένα γνωσιολογικό κίνημα, φεστιβάλ game over 2013

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>