Εισήγηση εκδήλωσης: Το τέλος της ιδιωτικότητας. Αυτοέκθεση και η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων.

 

Η έννοια της ιδιωτικότητας

Πρόσφατες εφευρέσεις και νέες επιχειρηματικές μέθοδοι επισημαίνουν την ανάγκη ενός επόμενου βήματος για την προστασία της προσωπικότητας, και για την προστασία του ατομικού δικαιώματος “να αφήνεται κανείς μόνος”. Πολυάριθμες μηχανικές συσκευές απειλούν να επαληθεύσουν την πρόβλεψη πως “αυτά που ψιθυρίζονται στην ντουλάπα θα πρέπει να διακηρύττονται από τις ταράτσες”

Αυτά δήλωνε το 1890 ο δικηγόρος Louis Brandeis, από τη Βοστώνη, ο οποίος μαζί με τον συνεργάτη του, Samuel Warren, δημοσίευσαν το «Δικαίωμα στην Ιδιωτικότητα», το πρώτο σημαντικό νομικό κείμενο για την υπεράσπιση της ιδιωτικότητας. Η εφεύρεση στην οποία αναφερόταν δεν ήταν άλλη από τη φορητή φωτογραφική μηχανή και η επιχειρηματική μέθοδος που έπληττε το ατομικό δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, δεν ήταν άλλη από τη «δημοσιογραφία των παπαράτσι». Τα πολλαπλά περιστατικά παρενόχλησης της προσωπικής ζωής των διασημοτήτων, τα οποία συνοδεύονταν από τη διάδοση έντυπων λεπτομερειών δημιούργησαν την ανάγκη για αναθεώρηση της έννοιας της ιδιωτικότητας, ώστε να συμπεριλαμβάνει αυτό που ονομάστηκε το «δικαίωμα της προσωπικότητας του ατόμου». Το να μπορεί κανείς να προστατεύει, μαζί με την ιδιοκτησία και τη ζωή του, την έκφραση των συναισθημάτων και των σκέψεών του καθώς και τις ιδιωτικές του συζητήσεις.

Ας σημειώσουμε ξεκινώντας, ότι η ιδιωτικότητα σαν έννοια είναι αρκετά δύσκολη να οριστεί, γιατί εξαρτάται από τα αξιακά συστήματα και τα συμφέροντα εξουσίας κάθε περιόδου. Μέχρι τότε, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια της ιδιοκτησίας και το άσυλο που προσέφερε στον ιδιοκτήτη της, δηλαδή σε πρώτο στάδιο την αστική τάξη, από την παρεμβατικότητα του κράτους. Μια τεχνολογική καινοτομία, όπως αυτή της φωτογραφικής μηχανής, σε συνδυασμό με την αναδυόμενη εννόηση του εαυτού και της προσωπικότητας ως ανεξάρτητα στοιχεία του ατόμου, αποκομμένα από τις κοινωνικές του σχέσεις, έφεραν στην επιφάνεια την ανάγκη για εμπλουτισμό της ιδιωτικότητας με νέα χαρακτηριστικά.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, κοντά στο 1930, ακόμα μία εφεύρεση, το προσωπικό τηλέφωνο και τα διευρυμένα τηλεφωνικά δίκτυα, δημιούργησαν μια νέα απειλή. Την τηλεφωνική υποκλοπή. Ενώ ο νόμος ήταν σαφής σε όσα αφορούσαν την εδαφική ιδιωτικότητα -ότι δηλαδή κανείς δεν μπορούσε να εισβάλει στην ιδιοκτησία ενός πολίτη, στο σπίτι του- ήταν θολό το κατά πόσο μπορούσε να υποκλέψει στοιχεία των ιδιωτικών του συζητήσεων τα οποία ούτως ή άλλως έβγαιναν από τα όρια του σπιτιού του, και ταξίδευαν χιλιόμετρα μέσα σε καλώδια. Ο ίδιος νομικός που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου, ο Brandeis, όντας πλέον ανώτατος δικαστής, ερμήνευσε τη νομοθεσία στο πνεύμα της εποχής, σύμφωνα με τις βάσεις που ίδιος είχε βάλει, δημιουργώντας ακόμα μια νέα έννοια: την ιδιωτικότητα των τηλεπικοινωνιών.

Δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή της έννοιας της ιδιωτικότητας και των νομοθεσιών που την συνόδευσαν μέχρι σήμερα. Κάνουμε αυτήν την εισαγωγή για να επισημάνουμε δύο ζητήματα, τα οποία μας φάνηκαν ενδιαφέροντα και μας οδήγησαν στην επεξεργασία αυτού του θέματος.

Το πρώτο είναι πως, η ιδιωτικότητα και η προστασία της αλλάζει κάθε φορά που ένα νέο τεχνολογικό παράδειγμα εδραιώνεται και εφοδιάζει τις εκάστωτε εξουσίες με νέα εργαλεία επιβολής στα υποκείμενα που μπαίνουν στο στόχαστρο/ενδιαφέρον. Αυτό μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, καθώς σαν ομάδα ασχολούμαστε καιρό με το ζήτημα της αλλαγής παραδείγματος, προσπαθώντας να το περιγράψουμε και να το φωτίσουμε από διαφορετικές πλευρές. Οι νέοι τρόποι παραβίασης της ιδιωτικότητας, που είναι σαφώς τέκνα της ψηφιοποίησης και της καθολικότητας των Η/Υ, βάζουν πολλά νέα ερωτήματα τα οποία θα δούμε παρακάτω.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με το δίπολο παραβίαση/προστασία, μέσα από το οποίο αναδύεται και μετασχηματίζεται διαρκώς η έννοια της ιδιωτικότητας. Είναι σημαντική αυτή η διαπίστωση, γιατί μας δίνει μια κατεύθυνση σχετικά με το αν, για ποιους και σε ποιο νοηματικό πλαίσιο κρίνουμε ότι αξίζει να υπερασπιστούμε ένα τέτοιο δικαίωμα. Απέναντι στο κράτος, απέναντι στα αφεντικά, στις εταιρίες, στους γιατρούς ή/και στους ψηφιακούς μας φίλους/ες; Αν η ιδιωτικότητα έρχεται στο προσκήνιο κάθε φορά που παραβιάζεται, είναι σημαντικό να δούμε τη θέση μας, συλλογικά και ατομικά, σε αυτήν την ιεραρχία επιβολής ελέγχου και εξουσίας.

Μορφές ιδιωτικότητας στο σήμερα.

Η έννοια της ιδιωτικότητας μέχρι στιγμής περιλαμβάνει τις παρακάτω διατυπώσεις 1:

  • Εδαφική ιδιωτικότητα (territorial privacy), που αφορά την οριοθέτηση ιδιωτικών χώρων, αλλά και χώρων όπως το περιβάλλον εργασίας ή η δημόσια σφαίρα. Η παρακολούθηση μέσω κυκλωμάτων τηλεόρασης (CCTV) και οι εξακριβώσεις στοιχείων, είναι ζητήματα που αφορούν την εδαφική ιδιωτικότητα. Μια σχετική μορφή ιδιωτικότητας, που αποκτά νόημα σήμερα με την εξέλιξη των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών, αφορά στην τοποθεσία του ατόμου (συστήματα GPS).
  • Τηλεπικοινωνιακή ιδιωτικότητα (communications privacy), η οποία καλύπτει την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα αλληλογραφίας, τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, e-mail και άλλων μορφών επικοινωνίας.
  • Σωματική ιδιωτικότητα (bodily privacy), η οποία αφορά την προστασία του φυσικού εαυτού των ανθρώπων ενάντια σε επεμβατικές διαδικασίες, όπως γενετικοί και φαρμακευτικοί έλεγχοι ή σωματική ψηλάφηση.
  • Πληροφοριακή ιδιωτικότητα (informational privacy), η οποία περιλαμβάνει τη θέσπιση κανόνων που διέπουν τη συλλογή και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως χρηματοπιστωτικές πληροφορίες, ιατρικά και κυβερνητικά αρχεία. Σε αυτό το σύνολο πληροφοριών αναφέρεται και η «προστασία (προσωπικών) δεδομένων» 2.

Με την τελευταία μορφή ιδιωτικότητας θα ασχοληθούμε εδώ, κάνοντας μία υποσημείωση. Είναι ολοφάνερο ότι η καθολικότητα της ψηφιοποίησης έχει ολοκληρωτικά μεσολαβήσει τις τηλεπικοινωνίες. Επίσης εξαπλώνεται ταχύτατα και μετασχηματίζει τον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο, από τη μία δημιουργώντας τις ψηφιακές τους προσομοιώσεις μέσα στις οποίες λαμβάνουν χώρα λειτουργίες που πριν γίνονταν στις “υλικές” -και ως τότε μοναδικές- τους εκδοχές και από την άλλη μετατρέποντας τα δρώμενα μέσα σε αυτούς σε πληροφορία που μπορεί να καταγραφεί, να μεταφερθεί και να αποθηκευτεί, μέσω του Internet of Things. Το τι κάνει κάποιος μέσα στο σπίτι του, ή σε μία πλατεία, εκπέμπεται σε bytes από τις διαδραστικές συσκευές που χρησιμοποιεί και φοράει, οι οποίες είναι διαρκώς συνδεδεμένες στο ίντερνετ ή/και μεταξύ τους. Τέλος, κάτι το οποίο δεν έχουμε ακόμα δει σε μεγάλο βαθμό, που όμως φαίνεται επίσης να προχωράει με μεγάλη ταχύτητα, είναι το ψηφιοποιημένο/ενισχυμένο σώμα. Και δεν εννοούμε τα Avatars. Εννοούμε αυτό που κωδικά ονομάζεται HumanPlus, και έχει να κάνει με την ενίσχυση του ανθρώπου είτε γενετικά είτε με διαφόρων ειδών εμφυτεύματα και πρόσθετα, με στόχο την αποτελεσματικότερη επικοινωνία και διάδραση με τις νέες μηχανές. Είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα, το οποίο δε θα αναλύσουμε εδώ 3, το αναφέρουμε όμως γιατί έχει ήδη αρχίσει να αλλάζει την έννοια της σωματικότητας.

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Στο ότι η «πληροφοριακή ιδιωτικότητα», ακριβώς λόγω της καθολικότητας του ψηφιακού παραδείγματος που αναφέραμε και των επιπτώσεων που έχει και θα έχει στον χώρο, τις τηλεπικοινωνίες και το σώμα, ίσως στο μέλλον να συμπεριλάβει μεγάλο μέρος των εννοιών της εδαφικής, τηλεπικοινωνιακής και σωματικής ιδιωτικότητας. Όπως είπαμε, οι τεχνολογικές καινοτομίες, όσα περισσότερα εργαλεία για επιβολή των εξουσιών παρέχουν, τόσο περισσότερο παραλλάσσουν τα πεδία της ιδιωτικότητας που χρήζουν υπεράσπισης.

Ας προχωρήσουμε όμως, και ας επιχειρήσουμε να καταλάβουμε τους λόγους για τους οποίους τα προσωπικά δεδομένα είναι τόσο πολύτιμα και με ποιους τρόπους αποσπώνται και χρησιμοποιούνται

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων

Υπάρχει μια κοινή πεποίθηση για τη δωρεάν φύση του ίντερνετ, μια πεποίθηση που είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Με αυτό δεν εννοούμε το μηνιαίο τέλος στους παρόχους σταθερής τηλεφωνίας και internet. Το κόστος αυτό είναι άμεσα συνδεδεμένο με το υλικό μέσο του «δικτύου των δικτύων» (καλώδια, οπτικές ίνες, καφάο του οτε κ.α.) και για αυτό το λόγο άμεσα αντιληπτό και κατανοητό έξοδο. Εννοούμε τις online υπηρεσίες όπως τις μηχανές αναζήτησης, τα social media, τους παρόχους email, τις εφαρμογές στα κινητά και πολλά άλλα καθημερινής χρήσης, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι δωρεάν! Αν δεν καταβάλουν οι χρήστες χρήματα σε κάποιον online λογαριασμό είναι γιατί πληρώνουν με κάτι διαφορετικό από χρήματα: με τα προσωπικά τους δεδομένα.

Η φράση αυτή είναι πέρα για πέρα κυριολεκτική. Είτε πρόκειται για site, είτε πρόκειται για εφαρμογή, είτε για μια online πλατφόρμα, παντού υπάρχει χώρος για διαφημίσεις. Οι υπηρεσίες αυτές λοιπόν λειτουργούν σαν ενδιάμεσοι οι οποίοι από την μία συλλέγουν προσωπικά δεδομένα από τους χρήστες και από την άλλη νοικιάζουν «χώρο» σε άλλες εταιρείες που θέλουν να διαφημίσουν κάποιο προϊόν. Η αποτελεσματικότητα της υπόθεσης έγκειται στη συλλογή των δεδομένων των χρηστών από τα οποία, με κατάλληλη επεξεργασία, θα προκύψουν τα προφίλ των χρηστών, τα οποία με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην εξατομικευμένη προώθηση των διαφημίσεων αυτών με βάση τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του κάθε χρήστη και όχι «μαζικά» και «τυχαία» όπως αυτό σε ένα βαθμό συμβαίνει για παράδειγμα στην τηλεόραση και στις εφημερίδες.

Πρόκειται για αυτό που ονομάζεται εξατομικευμένη διαφήμιση. Όσον αφορά εταιρείες σαν τη google και τη facebook εκτιμάται ότι πάνω από το 90% των κερδών τους προέρχεται από την εξατομικευμένη διαφήμιση. Οι εταιρείες αυτές όμως δεν χρησιμοποιούν τις προσωπικές πληροφορίες των χρηστών μόνο για να τους πλασάρουν τις κατάλληλες διαφημίσεις. Στην πραγματικότητα η συλλογή και η επεξεργασία των στοιχείων που αφορούν τη χρήση της μιας ή της άλλης εφαρμογής βρίσκεται στην καρδιά της λειτουργίας τους. Η βελτίωση των προϊόντων αυτών μέσω της (συνειδητής ή μη) συνεισφοράς 4 των χρηστών είναι εξίσου σημαντική, όπως π.χ. η δυνατότητα εξατομικευμένων επιλογών, η προστασία από κακόβουλο λογισμικό αλλά και πολλά άλλα.

Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συλλογή των προσωπικών πληροφοριών είναι πολυδιάστατος και πολυποίκιλος. Οι αναζητήσεις στις μηχανές αναζήτησης, οι online αγορές, οι συζητήσεις σε forum, τα email και φυσικά η δραστηριότητα στα social media, όλα αποτελούν πεδίο συλλογής πληροφοριών 5. Υπάρχουν μάλιστα εταιρείες (harvesters) οι οποίες ειδικεύονται στη συλλογή πληροφοριών, οι οποίες με τη σειρά τους τις πουλάνε σε διαφημιστικές εταιρείες. Μία άλλη μεγάλη κατηγορία αποτελούν επίσης οι εφαρμογές στα κινητά, οι οποίες μάλιστα φαίνεται να αποτελούν προνομιακό πεδίο άντλησης πληροφοριών και κατά συνέπεια αύξησης των εσόδων από διαφημίσεις για τις εταιρείες.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Το 2014 τα έσοδα από online διαφημίσεις είχαν ήδη φτάσει σχεδόν τα 50 δις δολάρια μόνο για τις ηπα, αρκετά πιο πάνω από κάθε άλλο αμερικάνικο δίαυλο διαφημίσεων, όπως η καλωδιακή και η δορυφορική τηλεόραση (40,5 και 25.2 δις δολάρια αντίστοιχα). Επίσης ενδεικτική είναι η αυξανόμενη συνεισφορά των εσόδων από διαφημίσεις σε smartphones.

Είναι προφανές ότι όλη αυτή η διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων δεν κινείται πάντα στα όρια της νομιμότητας. Ακόμα και όταν ο χρήστης καλείται να διαβάσει και να υπογράψει τους όρους χρήσης (κατάλληλα γραμμένους ώστε να απωθούν την ανάγνωση) για να χρησιμοποιήσει την εφαρμογή, σχεδόν πάντα αγνοεί την πραγματική διάσταση απουσίας της όποιας ιδιωτικότητας. Στους όρους χρήσης της gmail για παράδειγμα μπορεί κανείς να βρει αυτή τη χαρακτηριστική αναφορά «Τα αυτόματα συστήματά μας αναλύουν το περιεχόμενό σας (συμπεριλαμβανομένων των email) για να σας παρέχουν εξατομικευμένες δυνατότητες του παρεχόμενου προϊόντος, όπως αποτελέσματα αναζήτησης, εξατομικευμένη διαφήμιση και προστασία από ανεπιθύμητη αλληλογραφία και κακόβουλο λογισμικό.» 6 7 Υπάρχει παρόλα αυτά κανείς και καμιά που γράφοντας ένα email σκέφτεται ότι το περιεχόμενο των μηνυμάτων σκανάρεται και γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας από τη google;

Μέσα από όλη αυτή τη συλλογή (και για χάρη κυρίως της διαφήμισης -αλλά όχι μόνο) δημιουργείται μια καινούργια αγορά: των προσωπικών δεδομένων. Είναι μάλιστα εντυπωσιακά τα χρηματικά μεγέθη που διακινούνται παγκοσμίως στην εξατομικευμένη ψηφιακή διαφήμιση, η οποία βασίζεται στην συλλογή και την επεξεργασία των προτιμήσεων και των συνηθειών του καθενός. Αλλά δεν είναι μόνο η παραβίαση της ιδιωτικότητας μέσω της οποίας λαμβάνει χώρα μια καινούργια αγορά. Το ίδιο συμβαίνει και με την προστασία της. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές online υπηρεσίες οι οποίες με την κατάλληλη αμοιβή υπόσχονται την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Και είναι απόλυτα λογικό. Όταν έχεις μοιράσεις τα κλειδιά του σπιτιού σου σε όλη τη γειτονιά, δεν μπορείς παρά να πληρώσεις για καινούργιες κλειδαριές. Μόνο που στην ψηφιακή εκδοχή τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο στον παραδοσιακό τρισδιάστατο χώρο και είναι αμφίβολο το κατά πόσο μπορεί να προστατευτεί (έστω και ελάχιστα) η ιδιωτικότητα.

Παλιές και νέες μορφές επιτήρησης στο ψηφιακό περιβάλλον

Η εμπορευματοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στοιχείο το οποίο επιδέχεται κριτική από μόνο του. Παρόλα αυτά δεν είναι το μόνο και ίσως δεν είναι και το πιο σημαντικό. Η διαρκής ψηφιοποίηση των καθημερινών συνηθειών μέσα από την χρήση του διαδικτύου και εν συνεχεία η συλλογή/αποθήκευση και η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων φτιάχνει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο μπορούν να πατήσουν και να εξελιχθούν πολλοί διαφορετικοί τρόποι επιτήρησης και ελέγχου.

Σε αυτό το σημείο θα γίνει μια μικρή (και αναγκαστικά μερική) αναφορά σε πέντε πτυχές επιτήρησης που βλέπουμε να ξεδιπλώνονται αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα που βρίσκονται online. Η πρώτη αφορά την εκμετάλλευση της εργασίας ή τις ανθρώπινες δραστηριότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν προς όφελος αυτής (της εκμετάλλευσης), η δεύτερη αφορά τις ασφαλιστικές εταιρίες και τον έλεγχο που ασκούν (ή οραματίζονται να) ασκούν πάνω στη ζωή του καθενός και της καθεμιάς, η τρίτη έχει να κάνει με τον έλεγχο της πληροφορίας κυρίως σε σχέση με την ενημέρωση/πληροφόρηση των χρηστών η τέταρτη αναφέρεται στην παραδοσιακή κρατική παρακολούθηση, η οποία καθώς φαίνεται βρίσκει τους τρόπους αξιοποιώντας τα προσωπικά δεδομένα να αναβαθμίζεται εκθετικά, και η τελευταία έχει να κάνει με την οριζόντια, από τα κάτω θα λέγαμε- αλληλοεπιτήρηση. Ξεκινώντας από την πρώτη μορφή επιτήρησης -αυτή που σχετίζεται με τον έλεγχο της εργασίας- ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή είναι συνήθως υποκειμενικός και άμεσος. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για τις ασφαλιστικές εταιρείες. Στα επόμενα δύο παραδείγματα (πληροφόρηση και κρατική παρακολούθηση) η επιτήρηση, μαζί με τις προεκτάσεις και τις επιπτώσεις της σε ατομικό αλλά και συλλογικό επίπεδο, μπορεί να διαφεύγει εντελώς από την εμπειρία του χρήστη και να περνάει απαρατήρητη, καθώς φαίνεται να επικεντρώνεται όχι τόσο στον καθένα και στην καθεμιά προσωπικά, αλλά περισσότερο στο σύνολο των συμπεριφορών και στις τάσεις που αναδύονται.

_Το αδιάκριτο βλέμμα του αφεντικού

Προκειμένου να περιορίσει το φαινόμενο που θέλει τους εργοδότες να ζητούν από τους υποψήφιους για πρόσληψη πρόσβαση στο προφίλ τους στο Facebook με στόχο να σχηματίσουν πλήρη εικόνα γι’ αυτούς, η υπηρεσία τόνισε ότι η απαίτηση του κωδικού ενός χρήστη συνιστά παραβίαση των κανόνων χρήσης της.

Δύο χρόνια μετά την εν λόγω ανακοίνωση (2017) η facebook θα ανακοινώσει ότι σχεδιάζει να δώσει στους εργοδότες τη δυνατότητα να αναρτούν αγγελίες για την κάλυψη θέσεων εργασίας άμεσα στη σελίδα τους στο κοινωνικό δίκτυο, ενώ οι χρήστες θα μπορούν να κάνουν αίτηση γι’ αυτές τις θέσεις μέσω του facebook. Οι αιτήσεις των χρηστών θα αποστέλλονται -μαζί με τα στοιχεία που έχουν εισάγει στο κοινωνικό δίκτυο- στους εργοδότες μέσω Messenger, ενώ το facebook ελπίζει πως έπειτα οι εργοδότες και τα άτομα που επιθυμούν να εργαστούν γι’ αυτούς θα συνεχίσουν την επικοινωνία από το Messenger μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Πέρα από το προφανές της υπόθεσης που σχετίζεται με τον ανταγωνισμό της facebook με άλλες πλατφόρμες επαγγελματικής δικτύωσης και αναζήτησης εργασίας, όπως το linkedin, το παράδειγμα αυτό φωτίζει με χαρακτηριστικό τρόπο τους νέους τρόπους που δημιουργούνται για χάρη της επιτήρησης σε σχέση με την εργασία από τα αφεντικά. Η μία όψη αυτής της επιτήρησης (και η πιο συζητημένη) είναι η άμεση επιτήρηση των post των εργαζομένων. Μια λάθος κουβέντα για τη δουλειά, μια γκρίνια, ή η παραδοχή λούφας κατά την ώρα εργασίας, μπορεί να οδηγήσει άμεσα στο κατσάδιασμα, ακόμα και στην απόλυση 8.

Η άλλη πλευρά, ή έμμεση και ίσως και η πιο ουσιαστική, αφορά στην αντιμετώπιση από τα αφεντικά (και κατ’ επέκταση και από τους εργαζόμενους τους ίδιους) των online προφίλ τους, ως συνέχεια του βιογραφικού. Το προφίλ σε κάποιο δίκτυο, όμως, δεν έχει δημιουργηθεί για να περιέχει μόνο εκείνες τις πτυχές της καθημερινής δραστηριότητας που θα βοηθήσουν στην εύρεση εργασίας, ή έστω θα είναι κατάλληλες για τα μάτια του αφεντικού ή του προϊστάμενου (ενδεχομένως και των συναδέλφων). Για να καταφέρει το προφίλ να «καλύπτει τα στάνταρ» αυτά, προϋποτίθεται η καθημερινή αυτοεπιτήρηση στο πώς χειρίζεται κανείς το προφίλ του, ενδεχομένως το ίδιο εκείνο προφίλ που χρησιμοποιεί για να επικοινωνεί με τους φίλους του. Αν λάβει κανείς υπόψη το εύρος των καθημερινών συνηθειών και των ενδιαφερόντων που μοιράζονται οι χρήστες online, θα διαπιστώσει ότι τα προφίλ δεν είναι απλά μια επιλεκτική έκθεση των κοινωνικών σχέσεων και πρακτικών, αλλά υπάρχει μια αλληλεπίδραση η οποία λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις: η online συμπεριφορά επηρεάζει και επιδρά στην offline τέτοια. Υπό αυτό το πρίσμα η εισβολή του αδιάκριτου βλέμματος του προϊστάμενου στη ζωή του εργαζομένου (και μάλιστα με την υποθετική συγκατάθεση του) επεκτείνει την εργοδοτική επιτήρηση πέρα και έξω από τον εργάσιμο χρόνο και μπορεί να δημιουργεί ένα ασφυκτικό έλεγχο, ο οποίος όμως παρουσιάζεται άμεσα σαν τέτοιος, μόνο όταν η προληπτική αυτοεπιτήρηση κάνει το λάθος της (ξεχαστεί) και δώσει την αφορμή. Ακόμα και σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο χρήστης είναι τόσο επιμελής που χρησιμοποιεί πολλαπλά προφίλ ανάλογα την περίσταση, η καθημερινή επαγρύπνηση που απαιτείται για την διαφορετική τροφοδότηση όλων αυτών (και η μη συσχέτισή τους), δεν είναι καθόλου αμελητέα και εν τέλει δεν μειώνει καθόλου την αυτοεπιτήρηση που απαιτείται.

_Η εξατομικευμένη ασφάλιση

 

Για όλες τις ασφαλιστικές, η μαζική συλλογή και η επεξεργασία δεδομένων – Big Data – αποτελεί ήδη τον αναμφισβήτητο καταλύτη για την ανάπτυξη. 9

Για τις ασφαλιστικές εταιρείες αυτό που έχει σημασία είναι η όσο το δυνατόν αύξηση της διαφοράς ανάμεσα στις συνολικές εισφορές των ασφαλισμένων τους και στις συνολικές παροχές που παίρνουν πίσω. Γιατί από εκεί βγαίνει το κέρδος. Αυτό ονομάζεται «σχέση κινδύνου-απόδοσης» (risk-return ratio) από τους ειδικούς. Υπό αυτό το πρίσμα, η συλλογή πληροφοριών που θα οδηγήσουν στον περιορισμό αυτού του ρίσκου αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για αυτές τις εταιρείες. Ένας μάνατζερ στον τομέα των ασφαλιστικών 10 το είχε συνοψίσει ως εξής: «Ο πρώτος που θα διαχειριστεί τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων θα είναι σε θέση να διασφαλίσει ότι θα έχει μόνο καλούς κινδύνους». Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο οι ασφαλιστικές εταιρείες διεθνώς έχουν ξεκινήσει μια κούρσα συλλογής προσωπικών δεδομένων κάθε είδους (από ιατρικά ιστορικά, μέχρι τις καθημερινές συνήθειες) των ασφαλισμένων. Είναι μάλιστα τόσο κομβικής σημασίας η κατοχή τέτοιου είδους πληροφοριών, ώστε δεν επαναπαύονται στο να τις αγοράζουν από άλλους και για αυτό το λόγο φτιάχνουν τις δικές τους βάσεις δεδομένων.

Η συλλογή των δεδομένων αυτών βέβαια δεν γίνεται πάντα «κάτω απ’ το τραπέζι». Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι ασφαλισμένοι οι οποίοι για χάρη κάποιας έκπτωσης (ή έστω ενδεχόμενης έκπτωσης) στα ασφάλιστρα διαθέτουν εθελοντικά τα προσωπικά τους δεδομένα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρακτική «πλήρωνε όπως οδηγείς» (pay how you drive), η οποία ξεκινώντας από την αμερική έχει απλωθεί ήδη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Σύμφωνα με τη γερμανική Αllianz για παράδειγμα, αν δεχθείς να εγκαταστήσεις μια συσκευή στο αυτοκίνητό σου που καταγράφει την οδηγική σου συμπεριφορά, σου προσφέρει μέχρι και 30% έκπτωση στα ετήσια ασφάλιστρα (με την προϋπόθεση πάντα ότι δεν περνάς το όριο ταχύτητας, δεν κάνεις επικίνδυνες αναστροφές και όλα τα σχετικά). Πρόκειται για μια καθαρά εξατομικευμένη λογική ασφάλισης 11, η οποία ταιριάζει απόλυτα με το φιλελεύθερο «ό,τι πληρώνεις παίρνεις» ή πιο συνηθισμένα: «γιατί να πληρώνω εγώ για τον άλλο που δεν οδηγεί προσεκτικά» ή «δεν κάνει υγιεινή ζωή» κ.ο.κ.

Ένα άλλο παράδειγμα εξατομικευμένης ασφάλισης το οποίο πλασάρεται και με μια εσάνς αλληλοβοήθειας 12 είναι η peer-to-peer ασφάλιση. Η ονομασία «peer-to-peer» (P2P) ή «ομότιμη» στα ελληνικά, όπως μπορεί να φανταστεί κανείς προέρχεται από τα αντίστοιχα P2P δίκτυα του διαδικτύου τα οποία σχεδιάστηκαν για να μοιράζονται «ισότιμα» οι διαφορετικοί κόμβοι τους πόρους τους. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να πει κανείς ότι συμβαίνει και στα P2P δίκτυα ασφάλισης (υγείας, σπιτιού, αυτοκινήτου ή οτιδήποτε άλλου), ή τουλάχιστον έτσι το πουλάνε οι εν λόγω εταιρείες. Αντί λοιπόν ο καθένας να ασφαλίζεται μόνος του, ασφαλίζεται μαζί με άλλους, με απώτερο στόχο να μοιραστούν το κόστος της ασφάλισης και αντίστοιχα να μειώσουν το ενδεχόμενο να δώσουν ο καθένας ξεχωριστά πολλά λεφτά τα οποία μπορεί να μην χρειαστεί να επιστραφούν από την ασφαλιστική ως παροχές. Παρότι έχει το ειδικό ενδιαφέρον του αυτός ο νέος (ιδιωτικός πάντα) τρόπος ασφάλισης εδώ θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με μια συγκεκριμένη πλευρά του: τη διαφάνεια. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν οι εταιρείες αυτές στα διαφημιστικά τους σλόγκαν είναι και το ότι υπάρχει πλήρης διαφάνεια, καθώς οι ασφαλισμένοι γνωρίζουν πόσα διαθέτει ο καθένας υπό μορφή ασφάλιστρων, πόσο συχνά έχει ανάγκη τη συνδρομή άλλων χρηστών του δικτύου (και για ποιο λόγο) ή πόσο συνδράμει αυτός στις ανάγκες των άλλων. Με ένα τρόπο δηλαδή ο έλεγχος ξεφεύγει από την εταιρεία, η οποία παρουσιάζεται απλά σαν διαχειριστής, και διαχέεται ανάμεσα στους ασφαλισμένους, υπό τη μορφή της αλληλοεπιτήρησης.

Η εξατομικευμένη ασφάλιση όμως περισσότερο από την αλληλοεπιτήριση στοχεύει στην αυτοεπιτήρηση. Το παράδειγμα που αναφέραμε πριν για την ασφάλεια αυτοκινήτων είναι χαρακτηριστικό. Ο οδηγός ξέρει ότι όσο περισσότερες απροσεξίες κάνει στο τιμόνι, τόσο περισσότερα θα πληρώσει. Η διαφορά με το προηγούμενο μοντέλο «ανταποδοτικής» ασφάλειας στα αυτοκίνητα ήταν ότι ο οδηγός πλήρωνε αυξημένα ασφάλιστρα μόνο όταν έκανε το λάθος. Σε περίπτωση τροχαίου δηλαδή. Στο καινούργιο παράδειγμα ο οδηγός πληρώνει την πιθανότητα να κάνει το λάθος, καθώς το ότι έκανε μερικές υπερβάσεις του ορίου ταχύτητας αυτό δεν οδηγεί νομοτελειακά στο ότι θα τρακάρει.

Η αυτοεπιτήρηση που απορρέει μέσα από τη σύνδεση συμπεριφοράς-ασφαλίστρων (σε πραγματικό χρόνο – και όχι εκ των υστέρων) είναι κάτι καινούργιο και παρότι μπορεί στην ασφάλεια αυτοκινήτου να είναι ήδη παρούσα, σε άλλες μορφές ασφάλισης (π.χ. υγείας) χρειάζονται πολύ περισσότερα από ένα κουτί που θα συνδέεται με τον «εγκέφαλο» του αυτοκινήτου. Η λύση σε αυτό, εκτιμάνε οι ειδικοί, ότι θα δοθεί μέσα από την περεταίρω ανάπτυξη του «Internet of Things» (IoT) και των διάφορων «whearables». Φανταστείτε πόσες δυνατότητες ανοίγονται όταν όχι μόνο οι εικονικές συμπεριφορές μπορούν να καταγράφονται και να προσφέρονται για συμπεράσματα, αλλά και η συμπεριφορά στον τρισδιάστατο χώρο, μέσα από τις πληροφορίες που θα παρέχονται από τις ηλεκτρικές συσκευές τους σπιτιού. Πολύ περισσότερο δε από φορητές συσκευές τύπου self-monitoring (ήδη σε ένα βαθμό διαδεδομένες), οι οποίες είναι σε θέση να καταγράφουν απευθείας τα δεδομένα που αφορούν τη σωματική άσκηση και την κατάσταση της υγείας (όπως αποστάσεις εβδομαδιαίου ή μηνιαίου περπατήματος, πίεση του αίματος, χτύποι της καρδιάς κ.α.).

_Εξατομικευμένη πληροφόρηση & ενημέρωση

To 2012 ανακοινώθηκε μια έρευνα που έγινε σε συνεργασία της facebook και ενός αμερικάνικου πανεπιστημίου, με ενδεχόμενη χρηματοδότηση από τον αμερικάνικο στρατό (αυτό δεν έχει ξεκαθαριστεί) η οποία ήταν η εξής: σε ένα τυχαίο δείγμα χρηστών του facebook (περίπου 689.000) και για διάστημα μιας εβδομάδας χρησιμοποιήθηκε ένα αλγοριθμικό φίλτρο το οποίο «έκοβε» ειδήσεις από το newsfeed των εν λόγω χρηστών. Τα πειραματόζωα είχαν χωριστεί από τους ερευνητές σε δύο ομάδες, στις οποίες το κριτήριο του φιλτραρίσματος ήταν διαφορετικό: στη μία ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «θετικές» λέξεις και στην άλλη ομάδα έκοβε ειδήσεις που περιείχαν «αρνητικές» λέξεις. Το ερευνητικό ερώτημα αφορούσε το κατά πόσο επηρεάζουν ψυχολογικά τους χρήστες (και το τι στέλνουν οι ίδιοι) οι ειδήσεις που δέχονται. Φυσικά και τα αποτελέσματα ήταν αυτά που έπρεπε: όσοι δέχονταν θετικές ειδήσεις, έστελναν θετικές ειδήσεις και όσοι δέχονταν αρνητικές ειδήσεις έστελναν στους ιντερνετικούς φίλους τους εξίσου αρνητικές ειδήσεις.

Ο λόγος για τον οποίο η έρευνα αυτή απέκτησε κάποια δημοσιότητα, δεν ήταν ούτε για τα πρωτοφανή της ευρήματα (σιγά!), ούτε για την εγκυρότητά της (πώς λειτουργεί το μέσο αν όχι με επαναλαμβανόμενα resend;), ούτε για το μεγάλο μέγεθος του δείγματος (όντως εντυπωσιακό), αλλά για έναν απλούστατο λόγο: ότι έγινε χωρίς τη συγκατάθεση των ίδιων των χρηστών. Όσον αφορά το θέμα μας αυτό που έχει το ενδιαφέρον του είναι το γεγονός ότι η facebook έχει την εξουσία να ελέγχει τι βλέπουν και τι διαβάζουν οι χρήστες και μάλιστα όσο περισσότεροι ενημερώνονται αποκλειστικά από εκεί, τόσο περισσότερη αξία αποκτάει αυτή η δυνατότητα ελέγχου. Γίνεται λοιπόν εμφανές ότι το γυαλιστερό περίβλημα της εξατομικευμένη ενημέρωσης, όπου ο καθένας έχει τη δική του, με βάση τα δικά του ενδιαφέροντα, προσωπική πληροφόρηση, καταρρέει εμφατικά κάτω από τη συνειδητοποίηση της εξουσίας που έχει ο κάτοχος των αλγορίθμων. Ή μήπως όχι; Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις μηχανές αναζήτησης ευρείας χρήσης, αλλά προς το παρόν το μόνο που κυριαρχεί είναι μια περιθωριακή γκρίνια από κάποιους που δεν καταφέρνουν να ανεβαίνουν ψηλά στα αποτελέσματα αναζήτησης της google.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε το ζήτημα με τις ψευδείς ειδήσεις οι οποίες παρουσιάστηκαν σαν καταλυτικές για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών. Σύμφωνα με αυτήν την υπόθεση συγκεκριμένες ιστοσελίδες «έκαναν επάγγελμα» τη διασπορά ψευδών ειδήσεων (κατά κανόνα ρατσιστικών και συνωμοσιολογικών) με σκοπό να κερδίσουν χρήματα μέσω της αύξησης της επισκεψιμότητας στις ιστοσελίδες τους 13. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση γεννήθηκε κάποιου είδους μαζική αποστασιοποίηση από την εξατομικευμένη ενημέρωση μέσω του facebook εν προκειμένω. Ίσως γιατί οι ίδιοι οι χρήστες ήταν που τις μοιράζονταν αυτές τις ειδήσεις μεταξύ τους…

Και τα δύο παραδείγματα μαζί προσφέρουν μια πρώτη νύξη για το πώς μπορεί να γίνεται πλέον η χειραγώγηση σε μαζική κλίμακα μέσα από τέτοιες πλατφόρμες ψηφιακής δικτύωσης. Είτε αυτή η χειραγώγηση γίνεται «από τα πάνω», πειράζοντας τους αλγορίθμους, είτε «από τα κάτω» διασπείροντας μεθοδικά ψευδή περιεχόμενα. Εκεί όμως που η χειραγώγηση γίνεται τέχνη και μάλιστα χάρη στην αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων είναι στο κομμάτι της διαφήμισης. Αλλά σε αυτό έχουμε ήδη αναφερθεί.

 

_Η κρατική επιτήρηση

Όλη αυτή η πολυδιάστατη διαδικασία συλλογής προσωπικών δεδομένων όπως περιγράφηκε προηγουμένως δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιηθεί και από τους παραδοσιακούς κρατικούς μηχανισμούς επιτήρησης και ελέγχου. Είναι μάλιστα τόσο μεγάλο το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που βρίσκεται ψηφιοποιημένο (ή υπό καθημερινή ψηφιοποίηση), ώστε θα ήταν μάλλον ευνόητο για τα κράτη να επιδιώξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την πρόσβαση σε αυτού του είδους τις πληροφορίες. Ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την πτώση των δίδυμων πύργων, φαίνεται πως η ψηφιακή παρακολούθηση από τις μυστικές υπηρεσίες άρχισε να διευρύνεται εκθετικά χρόνο με το χρόνο.

Το 2013 ο Έντουαρντ Σνόουντεν δημοσιοποίησε απόρρητες πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες οι αμερικάνικες και οι βρετανικές μυστικές πληροφορίες παρακολουθούσαν μαζικά την κίνηση στο διαδίκτυο είτε πρόκειται για δικούς τους υπηκόους, είτε όχι. O Σνόουντεν έδειξε ότι η παρακολούθηση από τις υπηρεσίες αυτές γίνεται κατά βάση με δύο τρόπους. Ο ένας είναι μέσα από την πρόσβαση κατευθείαν στους σέρβερς των εταιριών όπως η microsoft, η yahoo, η google, η apple, η skype, η youtube κ.α. Ο άλλος τρόπος είναι η υποκλοπή «στο σωρό» των πληροφοριών κατευθείαν από τα καλώδια οπτικών ινών μέσα από τα οποία περνάνε (συνήθως σε κεντρικά σημεία και διακλαδώσεις, όπως η περίπτωση της Κορνουάλης 14). Το περιεχόμενο των υποκλοπών επίσης είναι δύο κατηγοριών. Το ένα αφορά τα δεδομένα (κείμενα, ηχητικά, εικόνες ή βίντεο που ανταλλάσσουν οι χρήστες μεταξύ τους) και το άλλο τα μεταδεδομένα (συνοδευτικές πληροφορίες όπως στοιχεία αποστολέα-παραλήπτη, τοποθεσία, διάρκεια κλήσεων, στοιχεία επαφών κ.α.). Και τα δύο είναι εξίσου χρήσιμα και «ποθητά» από τις μυστικές υπηρεσίες.

Το «σκάνδαλο των υποκλοπών» παρότι παρήγαγε πολύ θόρυβο, δεν οδήγησε σε μια γενικευμένη αποστασιοποίηση ή έστω καχυποψία στην χρήση των ψηφιακών μέσων. Τέσσερα χρόνια αργότερα (2017) διέρρευσαν από τα Wikileaks έγγραφα τα οποία αποκαλύπτουν τρόπους με τους οποίους οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες είναι σε θέση να «χακάρουν» ένα σωρό από ηλεκτρονικές συσκευές (μέχρι και αυτοκίνητα), ώστε να τις ελέγχουν από μακριά, να παρακολουθούν τους χρήστες τους και να αποσπούν πληροφορίες. Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση ήταν αισθητά μικρότερες.

 

_“Περιβάλλοντα επίγνωσης”. Το οριζόντιο δίκτυο της αλληλοεπιτήρησης.

Αν φέρναμε στο μυαλό μας την παραδοσιακή μορφή επιτήρησης, αρκετά πριν από την ψηφιακή εποχή, θα μπορούσαμε να την απεικονίσουμε ίσως με μια πυραμίδα. Ξεκινώντας από τα πάνω, ο έλεγχος οργανωνόταν με τρόπο βαθμιδωτό, με συγκεκριμένες ιεραρχίες και μέσα επιβολής. Με την εξάπλωση των νέων μέσων, με τη δημιουργία του εικονικού δημόσιου και προσωπικού χώρου, αυτή η δομή φαίνεται να έχει αλλάξει. Θα μπορούσαμε να τη δούμε περισσότερο στο σήμερα σαν ένα δίκτυο στο οποίο οι χρήστες αποτελούν κόμβους, που με τη σειρά τους είναι διαρκώς συνδεδεμένοι μεταξύ τους με διαρκείς ροές πληροφοριών. Πληροφορίες που αφορούν τόσο τη δημόσια όσο και την προσωπική ζωή του κάθε χρήστη. Από το τι ψωνίζει, στο πού δουλεύει, πώς νιώθει, τι μάρκα είναι οι συσκευές του σπιτιού του αλλά και τι σχέση έχει με άλλους κόμβους του ίδιου δικτύου. Αρκεί κάποιος να συνδεθεί με τον σωστό τρόπο σε αυτό το δίκτυο, όπως αναφέραμε νωρίτερα, και όλη η πληροφορία είναι εκεί, διαθέσιμη. Είτε είσαι απλός χρήστης, είτε υπάλληλος εταιρίας συλλογής προσωπικών δεδομένων (άνθρωπος ή botάκι), είτε κρατικός υπάλληλος των μυστικών υπηρεσιών, είτε χάκερ, το ζήτημα είναι να βρεις τον σωστό δρόμο για τις επιθυμητές πληροφορίες. Νόμιμα ή παράνομα, αρκεί να γίνει κανείς ένας ακόμα κόμβος.

Το περιβάλλον που διαμορφώνεται από αυτήν την αρχιτεκτονική του δικτύου, κυρίως με το πέρασμα από web 1 στο web 2 15, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό, αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν “ambient awareness”. Ο όρος αυτός, στα ελληνικά μεταφραζόμενος ως “περιβάλλον επίγνωσης” ή πιο σωστά “επίγνωση περιβάλλοντος”, είναι σχετικά καινούργιος και άμεσα συνδεδεμένος με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρόκειται για το περιβάλλον μέσα στο οποίο οι χρήστες αποκτούν μια αίσθηση διαρκούς επίγνωσης των κινήσεων, των αλλαγών και των επιλογών όσων κινούνται μέσα σε αυτά (υπόλοιποι χρήστες), η οποία -επίγνωση- δεν στηρίζεται στην προσωπική επαφή μαζί τους αλλά στη διαρκή ροή, αναμετάδοση και δημοσιοποίηση των προσωπικών τους πληροφοριών. Κάτι σαν ένα τεράστιο πίνακα αναχωρήσεων σε ένα αεροδρόμιο όπου πέρα από την πτήση του ο καθένας βλέπει διαρκώς να αλλάζουν τα δεδομένα και των υπολοίπων.

Μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, το άτομο δεν επιτηρείται μόνο από κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος σε σχέση με αυτό, αλλά και από άλλα άτομα που έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και δικαιώματα. Ο έλεγχος αφομοιώνεται και επιστρέφεται. Ο καθένας επιτηρεί τους άλλους, οριζόντια, και ταυτόχρονα έχει γνώση ότι επιτηρείται εξίσου και η συμπεριφορά του καθορίζεται διαρκώς από αυτόν τον κανόνα. Σε αντίθεση με την παραδοσιακή, από τα πάνω επιτήρηση, από την οποία εφευρίσκονταν τρόποι να προστατέψει κανείς τον προσωπικό του χώρο, εδώ ο βαθμός ενσωμάτωσης είναι τέτοιος, που ο προσωπικός χώρος θα λέγαμε ότι παύει να υπάρχει διαχωρισμένος. Αν οι φίλοι, η δουλειά, η διασκέδαση, η ενημέρωση και η δημιουργική έκφραση, λαμβάνουν χώρα μέσα σε αυτά τα περιβάλλοντα, και αν όλα αυτά συγκροτούν την προσωπικότητα του κάθε χρήστη, θα λέγαμε ότι εν τέλει η αυτοεπιτήρηση γίνεται συστατικό κομμάτι αυτής της προσωπικότητας, τόσο που ίσως να είναι δύσκολο να την ξεχωρίσει κανείς. Ο βαθμός αυτοελέγχου και το εύρος των πεδίων στα οποία ο καθένας μαθαίνει να κρύβεται από τους άλλους, είναι τόσο εκτεταμένα, που γίνονται συχνά η μόνη πραγματικότητα. Ο καθένας δεν επιτελεί τα προφίλ του με ένα θεατρικό τρόπο. Γίνεται τα προφίλ του, όσο αντιφατικά κι αν αυτά μπορεί να είναι.

Είναι ξεκάθαρο, όπως στην περίπτωση των ασφαλιστικών εταιριών που αναφέραμε παραπάνω, ότι τα “περιβάλλοντα επίγνωσης” είναι ένα νέο ανερχόμενο παράδειγμα πειθάρχησης και ελέγχου, και είναι εξαρχής σχεδιασμένα έτσι ώστε οι χρήστες να αφήνουν την ιδιωτικότητα έξω από την πόρτα, μπαίνοντας και λειτουργώντας μέσα σε αυτά. Η πρόληψη γίνεται μέσα από τον φόβο της ακούσιας αποκάλυψης, οι χρήστες δεν παραβατούν, δεν συμπεριφέρονται ενάντια στους κανόνες, υπακούοντας σε ένα δίκτυο στο οποίο είναι ταυτόχρονα και επιτηρητές και επιτηρούμενοι, δηλαδή το οποίο οι ίδιοι συντηρούν.

 

Η απόρριψη της ιδιωτικότητας.

_Τα επιχειρήματα της αδιαφορίας

Το βάθος και η έκταση των πρακτικών εκμετάλλευσης των προσωπικών δεδομένων μπορεί να μην είναι γνωστά (ακόμα) σε όλες τους τις λεπτομέρειες, ωστόσο είναι αδύνατο, τουλάχιστον για τους υπηκόους των πρωτοκοσμικών κοινωνιών, να μην είναι γνωστό ότι αυτές υφίστανται και διευρύνονται συνεχώς. Αν κάτι εντυπωσιάζει, αυτό είναι όχι μόνο η προθυμία με την οποία αυτές γίνονται σταδιακά αποδεκτές και κομμάτι της καθημερινότητας, αλλά και η ευρηματικότητα που επιστρατεύεται για την εκλογίκευση αυτής της προθυμίας. Έχει καταστεί πλέον κοινός τόπος το επιχείρημα του «δεν έχω τίποτα να κρύψω» ή η ελαφρώς παραλλαγμένη του εκδοχή: «καλά τώρα, εμένα θα κάτσουν να παρακολουθήσουν;» 16. Ακόμα κι αν μείνει κανείς μόνο στο επίπεδο της επιτήρησης, μια τέτοια στάση παραίτησης ήδη υποσημαίνει από μόνη της μια παλινδρόμηση σε νηπιακά επίπεδα πολιτικής σκέψης. Από πότε θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογική η εσωτερίκευση ενός ενοχικού συνδρόμου απέναντι στο κράτος; Ποια μεταφυσική είναι αυτή που υποβάλλει την αίσθηση ενός οιονεί προπατορικού αμαρτήματος απέναντι στις υπηρεσίες ασφαλείας από το οποίο μπορεί να λυτρωθεί κανείς με βεβαιότητα μόνο αν επί της ουσίας ταυτιστεί με κρατικές επιταγές; Κι εν τέλει, γιατί θα πρέπει η νομιμότητα να είναι το έσχατο κριτήριο; Αν, για παράδειγμα, η σεξουαλική ζωή του καθενός (συνήθως) δεν περιλαμβάνει νομικά μεμπτές πρακτικές, μήπως αυτό συνεπάγεται, ακολουθώντας τη λογική του «δεν έχω κάτι να κρύψω», ότι θα πρέπει να είναι και διαφανής;

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά του ζητήματος, που δεν έχει να κάνει με επιτήρηση για λόγους καταστολής και που συνήθως περνάει ασχολίαστη. Το ζητούμενο, σε πολλές περιπτώσεις συγκέντρωσης κι ανάλυσης τεραστίων όγκων από προσωπικά δεδομένα, δεν είναι καν η ανάλυση της συμπεριφοράς μεμονωμένων ατόμων για να κριθεί η νομιμότητά της. Αναφερθήκαμε ήδη εκτενώς: για εταιρείες σαν το Facebook ή την Google είναι σχεδόν αδιάφορο αν ένας συγκεκριμένος χρήστης αποφασίσει να μην χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες τους. Αυτό που μετράει όμως είναι η ύπαρξη μιας μεγάλης μάζας χρηστών που θα τους επιτρέψει να δημιουργήσουν τις κατάλληλες βάσεις δεδομένων και κατόπιν να τις πουλήσουν (δηλαδή τους ίδιους τους χρήστες) σε διαφημιστικές 17. Κάτι που με τη σειρά του σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι ήδη διάχυτη μια κοινωνική αντίληψη που βλέπει στην αυτοπροβολή και στην αυτοέκθεση το κατεξοχήν όχημα κοινωνικοποίησης. Εδώ ακριβώς είναι που μπαίνει ένα κομβικό ζήτημα. Μέσα από ποιες διαδικασίες κατέστη η διαφάνεια κοινωνικό αίτημα έτσι ώστε και η παρακολούθηση να μπορέσει να εξαπλωθεί σχεδόν ανεμπόδιστα; Υπάρχει κάτι υπερασπίσιμο στην ιδιωτικότητα και τι ανάγκες αυτή εξυπηρετεί – ή μάλλον, εξυπηρετούσε, για να είμαστε πιο ακριβείς;

Ένα ύπουλα απλουστευτικό επιχείρημα που έχουμε συναντήσει 18 κατά της ιδιωτικότητας πάει κάπως έτσι: η ιδιωτικότητα υπήρξε επί της ουσίας δημιούργημα της αστικής τάξης κατά την άνοδό της. Είναι δύσκολο να ανευρεθεί μια τέτοια έννοια είτε στις κοινωνίες της προ-αστικής Ευρώπης είτε σε άλλους πολιτισμούς. Επομένως, η εξάλειψή της δεν είναι ένα γεγονός για το οποίο θα πρέπει να θρηνούμε. Αντιθέτως, μάλλον θα έπρεπε να επιχαίρουμε. Είναι μάλλον προφανές ότι τέτοια επιχειρήματα στοχεύουν κατά κύριο λόγο σ’ εκείνο το είδος απλοϊκής, αριστερίζουσας σκέψης που αντιδρά με αμυντικά αντανακλαστικά στο άκουσμα και μόνο των λέξεων «αστική τάξη». Αν ό,τι είναι «αστικό» οφείλει να είναι και καταδικαστέο, ε, τότε αντίο ιδιωτικότητα. Το ύπουλο του εν λόγω επιχειρήματος έγκειται στο ότι ξεκινάει από μία κατ’ αρχήν ορθή διαπίστωση – μόνο που η συνέχεια του επιδεικνύει συμπτώματα ιστορικής άγνοιας και διαλεκτικής δυσκαμψίας (συνήθως αυτά πάνε μαζί βέβαια).

 

_Το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο, στον χώρο της πόλης. Οικογένεια και κοινωνία.

Η εμφάνιση της διάκρισης μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου χώρου, με τη σύγχρονη έννοια των όρων, όντως συμπίπτει ιστορικά με την άνοδο και σταθεροποίηση στην εξουσία της αστικής τάξης 19. Κατά τον 18ο αιώνα, καθώς τα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα άρχισαν να μεγεθύνονται σε κλίμακες άγνωστες ως τότε και να συγκεντρώνουν ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των εμπορικών συναλλαγών και οικονομικών δραστηριοτήτων, η κοινωνική ζωή έπρεπε και αυτή να βρει νέα σημεία ισορροπίας. Η πληθυσμιακή τους αύξηση, σε συνδυασμό με την πύκνωση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων που λάμβαναν χώρα, κατά κανόνα μεταξύ αγνώστων, επέβαλαν τη θέσμιση νέων κανόνων συμπεριφοράς που επέτρεπαν ένα πιο «απρόσωπο» είδος επικοινωνίας, με την έννοια ότι δεν χρειαζόταν να προϋποτίθεται κάποιο είδος προσωπικής σχέσης. Μέσα από τέτοιου είδους πιέσεις είναι που αναδύθηκε η σύγχρονη έννοια του δημοσίου χώρου με τους αρμόζοντες για αυτόν κώδικες επικοινωνίας. Ο άλλος πόλος ήταν φυσικά αυτός του ιδιωτικού χώρου, που επί της ουσίας ταυτίστηκε με την οικογενειακή εστία. Από τη μία, λοιπόν, εμφανίστηκε ο ιδιωτικός χώρος της οικογένειας, μέσα στα όρια του οποίου ο αστός μπορούσε να συμπεριφέρεται με πιο «φυσικό» τρόπο. Από την άλλη, η παρουσία στον δημόσιο χώρο επέβαλε την υιοθέτηση πιο «πολιτισμένων» συμπεριφορών.

Παρ’ όλα αυτά, έχει σημασία να τονιστεί εδώ ότι το δίπολο ιδιωτικό-δημόσιο (ή φύση – πολιτισμός) δεν είχε χαρακτήρα ασυμφιλίωτης σύγκρουσης. Για έναν αστό του 18ου αιώνα, το ιδεώδες ήταν να βρει μια σωστή ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η παρουσία στο δημόσιο χώρο επέτρεπε σε κάποιον να γίνεται «ηθοποιός του εαυτού του» (όπως το περιγράφει ο Sennett), με την έννοια ότι μπορούσε να φορέσει ένα «προσωπείο» που δεν ταυτιζόταν απαραίτητα με την ατομική του προσωπικότητα, όπως αυτή εκδηλωνόταν σε πιο οικείους χώρους, χωρίς ταυτόχρονα αυτή η διάσταση να εκλαμβάνεται ως υποκρισία. Αυτή η απόσταση ανάμεσα σε προσωπείο και προσωπικότητα ήταν που επέτρεπε ακόμα και την κατά περίσταση προσωρινή άρση των διακρίσεων σε δημόσιες περιστάσεις (όπως, π.χ., στις ταβέρνες και τα καφενεία που μάζευαν πλήθη από ετερόκλητες κοινωνικές τάξεις). Αυτή η απόσταση ήταν επίσης που έδινε τη δυνατότητα να εστιάζεται η προσοχή στο τι έλεγε κάποιος κι όχι στο ποιος ήταν – και οι δημόσιες επιθέσεις μπορεί να έφταναν στα όρια της χυδαιότητας, με σημερινούς όρους, χωρίς αυτό εκλαμβάνεται ως προσβολή της προσωπικότητας.

Τα πρώτα ρήγματα σε αυτή την εννόηση του διπόλου δημόσιο-ιδιωτικό εμφανίστηκαν ήδη από τον 19ο αιώνα. Αν αυτός ο αιώνας ήταν εκείνος που έδωσε τελικά και την πολιτική εξουσία στην αστική τάξη, υπήρξε ωστόσο και ο αιώνας που έφερε στην επιφάνεια θεμελιώδεις ανασφάλειες της. Από τη μία, η υποχώρηση της διαφωτιστικής αισιοδοξίας και πίστης σε μια ενιαία ανθρωπότητα άνοιξε το δρόμο σε μια αντίληψη που ήθελε την προσωπικότητα κάθε ατόμου να είναι κάτι το ασταθές που οφείλει να υπόκειται στους διαρκείς ελέγχους της αυτοσυνείδησης. Από την άλλη, οι βαθιές οικονομικές κρίσεις αυτού του αιώνα έδιναν την αίσθηση, ακόμα και σε έναν αστό, ότι η οικονομική δραστηριότητα μοιάζει με ένα παιχνίδι τζόγου, υποκείμενου στα καπρίτσια της τύχης. Παράλληλα, οι μεταβολές στους τρόπους και τους (επιταχυνόμενους) ρυθμούς παραγωγής και κατανάλωσης, με την εμφάνιση των τυποποιημένων προϊόντων και της διάθεσής τους στις βιτρίνες των πολυκαταστημάτων, απαιτούσαν και νέους κανόνες συμπεριφοράς, χωρίς την πολυτέλεια για «θεατρικά παιχνίδια με τον εαυτό».

Το αποτέλεσμα αυτής της «αλλαγής παραδείγματος» ήταν διπλό. Πρώτον, ο δημόσιος χώρος άρχισε να γίνεται αντιληπτός ως μια περιοχή που εξέθετε το άτομο σε κινδύνους -ή ακόμα και ως μια περιοχή ανηθικότητας – σε πλήρη πλέον αντιδιαστολή και σύγκρουση με την γαλήνη της οικογενειακής εστίας. Όπως το περιγράφει χαρακτηριστικά ο Hobsbawm 20:

Η οικογενειακή εστία ήταν για τον αστό η πεμπτουσία του κόσμου του, γιατί εκεί, και μόνον εκεί, τα προβλήματα και οι αντιθέσεις της κοινωνίας του μπορούσαν να ξεχαστούν ή να καταργηθούν τεχνητά. Εκει, και μόνον εκεί, η αστική κι ακόμα περισσότερο η μικροαστική οικογένεια μπορούσαν να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση μιας αρμονικής, ιεραρχικά οργανωμένης, ευτυχισμένης ζωής, περιτριγυρισμένες από τα αντικείμενα που την εγγυώνταν και την εξεικόνιζαν· μιας ονειρεμένης ζωής, με υπέρτατη έκφρασή της το οικογενειακό τελετουργικό που καλλιεργήθηκε συστηματικά για αυτόν ακριβώς το σκοπό: τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Το χριστουγεννιάτικο δείπνο (που εξυμνήθηκε από τον Ντίκενς), το χριστουγεννιάτικο δέντρο (που επινοήθηκε στη Γερμανία, αλλά εγκλιματίστηκε γρήγορα στην Αγγλία χάρη στη βασιλική προστασία), τα χριστουγεννιάτικα άσματα – με γνωστότερο το γερμανικό «Άγια Νύχτα» – συμβόλιζαν ταυτόχρονα την ψυχρότητα του έξω κόσμου, τη θαλπωρή του οικογενειακού κύκλου και την αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο.

Δεύτερον και συμπληρωματικό: άρχισε να εξαλείφεται η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο προσωπείο και ατομική προσωπικότητα – ή αλλιώς αυτά τα δύο άρχισαν να συμπίπτουν. Με άλλα λόγια, η δημόσια συμπεριφορά θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αναλυθεί κατά τρόπο ώστε να ανακαλύπτει κανείς (ακόμα κι εν αγνοία του αναλυόμενου) στοιχεία της ενδόμυχης προσωπικότητας του άλλου, γεγονός που φυσικά εκτόξευσε στα ύψη την καχυποψία στους δημόσιους χώρους και που έθεσε σε κίνηση αμυντικά αντανακλαστικά που θα επέτρεπαν την απόκρυψη προσωπικών στοιχείων κατά τις δημόσιες εμφανίσεις – όπως το ντύσιμο κατά ομοιογενή τρόπο για να αποκρύπτονται οι διαφορές. Τα λεγόμενα βικτωριανά ήθη απέρρεαν εν μέρει και από τέτοιες πιέσεις για εσωτερική αυτο-περιστολή 21.

Η διαδικασία κατάλυσης της διάκρισης ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό επί της ουσίας συνεχίστηκε και στον 20ο αιώνα, φτάνοντας εν τέλει σε σημείο παροξυσμού στον 21ο. Με μία κρίσιμη διαφορά. Η επιταχυνόμενη εξατομίκευση στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών και η «απαίτηση» για υιοθέτηση μαζικών καταναλωτικών προτύπων μακροπρόθεσμα αποδείχτηκαν ασύμβατες με τον συντηρητισμό της βικτωριανής εποχής. Τα ήθη όφειλαν να μετατοπιστούν κι αυτά προς μια πιο «ελευθεριακή» κατεύθυνση. Μόνο που αυτή η «ελευθεριακότητα» δεν είχε βέβαια καμμία σχέση με τη στράτευση σε κάποιο συλλογικό αναρχικό ιδανικό ούτε φυσικά με τον γαλλικό λιμπερτινισμό του 18ου αιώνα 22, παρόλο που ενίοτε δανείστηκε όρους και συνθήματα (αντι-ιεραρχία, επιθυμία, ηδονή, κ.ο.κ.) κι από τις δύο αυτές πηγές. Ταυτόχρονα, ελλείψει ενός (έστω κλασσικού αστικού) ρωμαλέου δημόσιου χώρου που θα μπορούσε να την αναδεχτεί και να την καναλιζάρει, αυτή η ελευθεριακότητα εκφράστηκε τελικά μέσω ενός επιθετικού κι ακατάσχετου ναρκισσισμού.

 

_Επένδυση στον εαυτό. Το προσωπικό κεφάλαιο και η αυτοέκθεση στις σύγχρονες κοινωνικές σχέσεις.

Αυτή η «φιλελευθεροποίηση» του δημόσιου χώρου άρχισε να βρίσκει την πιο ώριμη έκφρασή της καθώς καταλάγιαζε ο αχός των δεκαετιών του 60 και του 70, την εποχή του θατσερικού «There is no such thing as society. There are individual men and women.». Όχι τυχαία, συνέπεσε με την απαρχή της τελευταίας αλλαγής καπιταλιστικού παραδείγματος. Με τα εργατικά κινήματα σε υποχώρηση και σε αδυναμία να βρουν ένα σημείο σύνθεσης με τις νεο-αναδυόμενες τότε πολιτικές των ταυτοτήτων 23, αυτό που απέμεινε στο τέλος ήταν μια ακραία μορφή ατομικισμού, όπως εκφράστηκε στα διάφορα ρεύματα του εναλλακτισμού. Η ταυτότητα έφτασε να εννοείται ως ατομική κτήση του καθενός που την επιλέγει κατά βούληση – και που με την ίδια ευκολία την παρατάει για μια άλλη -κι όχι ως μαχητική στάση δέσμευσης σε έναν δημόσιο χώρο με απαιτήσεις και κανόνες. Η ταυτότητα θα μπορούσε να είναι ακόμα και κομμάτι του ατομικού κεφαλαίου που κουβαλάει ο καθένας και που μπορεί να το εξαργυρώνει στην προσπάθεια (και φαντασίωση) κοινωνικής ανόδου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον επένδυσης στον εαυτό, η προφύλαξη της ιδιωτικότητας όχι μόνο δεν έχει να προσφέρει κάτι, αλλά στέκεται κι εμπόδιο στην άνοδο -κι όχι μόνο την στενά οικονομική. Από την άλλη, εφ’ όσον ο παραδοσιακά εννοούμενος δημόσιος χώρος έχει καταστεί κενός νοήματος, η απόπειρα κοινωνικοποίησης νοείται ως «αυθεντική» μόνο όταν επιβάλλει μια εξαναγκαστική οικειότητα. Η τήρηση των αποστάσεων, η επιφυλακτικότητα, οι κανόνες συμπεριφοράς, όλα όσα δηλαδή επιτρέπουν να αναδυθεί ένας κοινός χώρος κι αποτρέπουν ταυτόχρονα την καταβρόχθιση του ενός εγώ από το άλλο, εκλαμβάνονται αυτόχρημα ως δείγματα «υποκρισίας», θέτοντας σε κίνηση έναν φαύλο κύκλο εσωτερικής αναδίπλωσης. Η βασιλεία του εγώ έτσι καταλήγει σε μια τυραννία του εγώ από τον ίδιο του τον εαυτό. Όσο κι αν κάτι τέτοιο ακούγεται σαν απλός «ψυχολογισμός», ωστόσο έχει συνέπειες στο έπακρο πολιτικές. Με τα παραστατικά λόγια του Sennett:

Τι απαιτείται, ψυχολογικά, από ένα πρόσωπο ώστε να είναι σε θέση να αναδιαμορφώσει τις πεποιθήσεις του; Να σκέφτεται διαλεκτικά; Έαν μια πεποίθηση έχει γίνει τόσο βαθιά και έντονα προσωπική γι’ αυτόν που την ασπάζεται, εάν ό,τι πιστεύει το πρόσωπο καθορίζει και την ταυτότητά του, τότε κάθε αλλαγή στην πεποίθηση συνεπάγεται μεγάλη αναστάτωση στο εγώ. Δηλαδή όσο πιο προσωπική και αφομοιωμένη είναι μια πεποίθηση, τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν να αλλάξει.
Έτσι, η διαλεκτική συνείδηση μοιάζει να απαιτεί μία σχεδόν αδιανόητη ανθρώπινη δύναμη. Υπάρχει εδώ μια ιδεολογία φλογερού ενδιαφέροντος για τον κόσμο, μια ιδεολογία παθιασμένης στράτευσης ενάντια στις αδικίες του, και συνάμα μία ιδεολογία που απαιτεί, παράλληλα με τη μεταβολή των ιστορικών συνθηκών την αναστολή, αναθεώρηση και αναδιαμόρφωση του χαρακτήρα αυτής της στράτευσης. Η πίστη οφείλει να είναι ταυτόχρονα σθεναρή κι ωστόσο σε απόσταση από το εγώ, έτσι ώστε να μεταβάλλεται χωρίς να βαρύνεται από την προσωπική απώλεια ή την αίσθηση ενός ενδόμυχου κινδύνου.
Όταν το ζήτημα τεθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, διαπιστώνουμε πως αυτό που ο Μαρξ θεωρούσε διαλεκτική φαντασία συνδέεται στενά με μια έννοια που διερευνήσαμε σε σχέση με τη ζωή στην πόλη: την έννοια της δημόσιας συμπεριφοράς. Η διαλεκτική αντίληψη προϋποθέτει ότι το άτομο ζει δημόσια, σε απόσταση από τη συμβολοποίηση της προσωπικότητας δια μέσου της πίστης ή της κοινωνικής δράσης.

Σε μια τέτοια κοινωνική συνθήκη επομένως, δεν είναι καθόλου απορίας άξιον το γιατί «πιάνουν» υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης για τις οποίες η οικειότητα γίνεται το κατεξοχήν γενικό ισοδύναμο της κοινωνικότητας. Επικάθονται πάνω στο αποτέλεσμα εξελίξεων που έχουν μια μακρά ιστορία· η αυτοέκθεση και η ηδονοβλεπτική αλληλοεπιτήρηση ήταν ήδη οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος της κοινωνικότητας. Καταχρώμενοι ελαφρώς ορολογία από τις αναλύσεις της αυτονομίας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το τυπικό σύνταγμα των τεχνολογικών εφαρμογών έρχεται να συμπέσει με το πραγματικό σύνταγμα των κοινωνικών σχέσεων.

 

Μερικά οφθαλμοφανή «Ναι μεν αλλά».

Φυσικά, δεν πρόκειται για μια εξέλιξη χωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις της, αλλά μάλλον ακολουθεί ένα μοτίβο «διαφορικής ολοκλήρωσης». Δεν είναι καθόλου απίθανο η εξαφάνιση μιας πλευράς της ιδιωτικότητας να συνοδεύεται ταυτόχρονα από την επιλεκτική διόγκωση, στα όρια της κοινωνικής ψύχωσης, μιας σειράς «φόβων για τον εαυτό». Για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που η πληροφοριακή ιδιωτικότητα γίνεται παρωχημένη, ο φόβος για τη σωματική ακεραιότητα και για τυχόν παραβίασή της γιγαντώνεται. Κι εδώ εμφανίζεται μια νέα αντίφαση. Αν αυτή η παραβίαση γίνεται από θεσμικά κατοχυρωμένους επαΐοντες των ιατρικών και παραϊατρικών επαγγελμάτων ή από συσκευές health monitoring και self-quantification, τότε δεν ονομάζεται καν παραβίαση αλλά «προληπτική ιατρική». Με άλλα λόγια, η εκχώρηση «κυριαρχικών δικαιωμάτων» επί του σώματος και πληροφοριών για αυτό γίνεται σχεδόν εθελούσια απέναντι σε κάστες ειδικών (ανθρώπων ή συσκευών), ενώ η διαφύλαξή τους μέσα στα πλαίσια των συνήθων κοινωνικών σχέσεων – δηλαδή, απέναντι στους σωματικά «ανειδίκευτους» – φαίνεται να προσφέρει μια ψευδαίσθηση προστασίας και μόνωσης του εγώ. Μέσω της καταγραφής του και της θεσμικής κατοχύρωσης των πληροφοριών για αυτό, μοιάζει σχεδόν σαν το σώμα να αποκτάει ένα είδος ανταλλακτικής, καταναλωτικής αξίας, που επιβάλλεται στη συνήθη αξία χρήσης κι ανάλωσής του μέσα στο ρεύμα των κοινωνικών σχέσεων.

Υπάρχει μια σειρά επιπλέον αντιφάσεων στις οποίες δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε εδώ. Επιγραμματικά αναφέρουμε μόνο ότι, στο βαθμό που οι προσωπικές πληροφορίες εν γένει αποκτούν ανταλλακτική αξία, ενδέχεται, κατά περίσταση και υπό όρους, να τυγχάνουν μιας ιδιότυπης προστασίας. Για παράδειγμα, ο εφιάλτης για κάθε εταιρεία είναι να διαρρεύσουν τα δεδομένα που συλλέγει από τους χρήστες των υπηρεσιών της και που τα φυλάει ως κόρη οφθαλμού. Γιατί πολύ συχνά αυτά ακριβώς τα δεδομένα είναι το προϊόν της και η πηγή των εσόδων της. Πέρα από το όποιο «σκάνδαλο» μπορεί να προκληθεί, μια διαρροή καταργεί και τη σπανιότητα των δεδομένων, απαραίτητη προϋπόθεση για να ανεβαίνει η αξία τους… Θα σταθούμε λίγο παραπάνω όμως σε μια συγκεκριμένη αντίφαση, καθώς αυτή συνδέεται άμεσα με απόπειρες υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Διάφορες φιγούρες κυβερνο-ελευθεριακών, σαν τον Assange, ασκούν κατά καιρούς κριτικές εναντίον πρακτικών παραβίασης της ιδιωτικότητας, είτε αυτές προέρχονται από κράτη είτε από εταιρείες. Κι έχουν, κατ’ αρχάς, κάθε δίκιο. Αλλά όχι κατ’ αρχήν… Είτε το κατανοούν είτε (το πιθανότερο) όχι, τέτοιες κριτικές συνήθως κατάγονται ιδεολογικά από ένα ρεύμα φιλελεύθερης («ελευθεριακής») δεξιάς 24 που έχει ως σημείο εκκίνησης ακραία ατομικιστικές θέσεις και που συχνά δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε την απλούστερη αντίφαση: αν όλες οι πληροφορίες πρέπει να κυκλοφορούν ελεύθερα, όπως ακούγεται τόσο συχνά από κυβερνο-ελευθεριακά χείλη, τότε γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τα προσωπικά δεδομένα; Κι από αυτή την άποψη, παρά την πρόσκαιρη δημοσιότητα που αποκτούν, είναι μια παρωχημένη μορφή υπεράσπισης της ιδιωτικότητας. Η ιδιωτικότητα μπορεί να γίνει αντικείμενο υπεράσπισης μόνο στο βαθμό που θα γίνει αντικείμενο υπεράσπισης και μια εννόηση του δημόσιου χώρου· κάτι που απαιτεί μη ναρκισσιστική δέσμευση και κοινωνική εμπλοκή, πέρα από το τετράγωνο μιας οθόνης.

Σημειώσεις:

  1. Όπως συγκεντρώθηκαν στο πολύ βοηθητικό μπλογκ antiauthor.wordpress.com από την έκθεση του Electronic Privacy Information Center και της Privacy International. Επίσης ενδιαφέροντα sites αν θέλει κανείς να μάθει περισσότερα για το ζήτημα της πληροφοριακής ιδιωτικότητας.
  2. Θα λέγαμε ότι τα προσωπικά δεδομένα πλέον μπορεί να περιλαμβάνουν πληθώρα άλλων πληροφοριών, από τα δεδομένα των προφίλ στα social media μέχρι τα δεδομένα των ψηφιακών ιατρικών συσκευών που μπορεί να χρησιμοποιεί κανείς.
  3. Για περισσότερα στο φετινό φεστιβάλ, τον Οκτώβριο του 2017.
  4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενεργητικής συνεισφοράς των χρηστών είναι η εθελοντική μετάφραση του Facebook σε 40 περίπου γλώσσες. Και μιλάμε για μια εταιρεία που η αξία της υπολογίζεται περί τα 350 δις δολάρια…
  5. Έχει από μόνο του το ενδιαφέρον να δει κανείς το εύρος των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την συλλογή πληροφοριών είτε πρόκειται για το περιεχόμενο καθεαυτό που ανταλλάσουν οι χρήστες, είτε πρόκειται για “μεταδεδομένα” όπως π.χ. τοποθεσία, διάρκεια κλήσης, στοιχεία επαφών κ.α. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όλα τα κουμπιά του τύπου “Like”, “Tweet”, “Pin” κλπ που χρησιμοποιούνται τόσο ευρέως. Αυτά λειτουργούν με cookies, μικρά αρχεία που αποθηκεύονται στον υπολογιστή για να βοηθούν στον εντοπισμό του χρήστη από το Facebook, το Tweeter ή το Pinterest αντίστοιχα σε κάθε site που επισκέπτεται.
  6. Google explains exactly how it reads all your email, The Huffington Post, 15/06/14
  7. Μια ενδιαφέρουσα δικαστική διαμάχη που έγινε γνωστή ως «Matera vs Google» αφορούσε το σκανάρισμα email από την google τα οποία προέρχονταν από χρήστες άλλων εταιρειών, οι οποίοι δεν έχουν συμφωνήσει με τους όρους χρήσης της google. Μάλιστα το σκανάρισμα αυτό λαμβάνει χώρα πριν καν το εκάστοτε email φτάσει σε ένα gmail inbox. Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν να δεσμευτεί η google ότι ναι μεν θα σκανάρει αυτά τα email πριν φτάσουν σε ένα δικό της inbox για mailware και spam, αλλά μόνο όταν εισέρθουν στα εισερχόμενα των χρηστών της θα μπορεί να σκανάρει το περιεχόμενό τους και να χρησιμοποιεί το υλικό τους για διαφημιστικούς σκοπούς. Η χρονική αυτή διαφορά ορίζεται σε κάποια μιλισεκόντ και όπως καταλαβαίνει κανείς είναι ανεπαίσθητη από τον άνθρωπο.
  8. Αρκεί κανείς να κάνει μια πρόχειρη αναζήτηση στο ιντερνετ για να διαπιστώσει πόσες πολλές περιπτώσεις υπάρχουν, κατά τις οποίες το αφεντικό «πιάνει στα πράσα» τον εργαζόμενό του μέσα από τα ποσταρίσματά του στα social media. Παρότι το φαινόμενο σε πρώτη ματιά φαντάζει κωμικό, οι επιπτώσεις δεν είναι καθόλου αστείες…
  9. Τα λόγια είναι του Louis de Broglie, ιδρυτή της ασφαλιστικής start-up εταιρείας Inspeer. Πρόκειται για την πρώτη «peer-to-peer» γαλλική πλατφόρμα ασφάλισης.
  10. Πρόκειται για τον Eric Froidefond.
  11. Στη μαζική/κρατική μορφή της ασφάλισης υπάρχει η λογική ότι τα ταμία θα γεμίζουν «αναλογικά» από όλους και θα επιστρέφουν «άνισα» στους ασφαλισμένους ανάλογα με τις ανάγκες και τα προβλήματα που τους προκύπτουν. Το «αναλογικά» και το «άνισα», έχουν τη σημασία τους, καθότι ανάλογα το ύψος του μισθού (ή των εισοδημάτων για τα αφεντικά) ανεβαίνει και η συμμετοχή στο ασφαλιστικό ταμείο. Έτσι επιτυγχάνεται ένα είδος αναδιανομής σύμφωνα με τις «ανάγκες» πλέον του κάθε ασφαλισμένου και όχι σύμφωνα με τις εισφορές του. Το οποίο είναι σωστό, αν το κοιτάει κανείς από εργατική σκοπιά. Τα αφεντικά φυσικά έχουν άλλη γνώμη.
  12. Πρόκειται για μια αναφορά στο παρελθόν όπου οι άνθρωποι «ούτως ή άλλως αυτό έκαναν». Κατά τη γνώμη μας, αυτές οι αναφορές δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια χυδαία προσπάθεια ιδιοποίησης της ιστορίας της εργατικής αλληλεγγύης, πριν αναλάβουν τα κράτη να φτιάξουν δημόσια ασφαλιστικά ταμεία.
  13. Τα έσοδα προκύπτουν από τις διαφημίσεις. Όσο περισσότεροι επισκέπτονται τα εν λόγω site (μέσα από το sharing στα social media), τόσο πιο ακριβά νοικιάζουν τον χώρο τους για διαφημίσεις.
  14. Καθώς οι πληροφορίες ταξιδεύουν μέσα από οπτικές ίνες, κάθε περίπου 50 μίλια (80 km) το σήμα τους γίνεται ασθενές και χρειάζεται επανεκπομπή. Σε ένα τέτοιο ευάλωτο σημείο, στην Κορνουάλη, στη νοτιοδυτική αγγλία, κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται ο κόμβος από τον οποίο περνάνε τα καλώδια οπτικών ινών που συνδέουν τα δίκτυα της βρετανίας με αυτά της βόρειας αμερικής και της βόρειας και δυτικής ευρώπης υπάρχει ένας σταθμός της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών GCHQ (Government Communications Headquarters). Εκεί είχε τοποθετηθεί ένα σύστημα με τη βοήθεια του οποίου δημιουργούνταν αντίγραφα των πληροφοριών που μεταφέρονταν. Βασικός στόχος του προγράμματος ήταν η μαζική συλλογή φωτογραφιών από webcams που χρησιμοποιούσαν οι χρήστες μέσω ενός προγράμματος της yahoo. Η επιχείρηση αυτή είχε ονομαστεί «Optic Nerve Program».
  15. Το πέρασμα από το web 1 στο web 2 είχε να κάνει με μια αλλαγή στην αρχιτεκτονική του δικτύου ώστε να μπορεί να υποστηρίξει ευκολότερα διαδραστικές εφαρμογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παραδοσιακή εγκυκλοπαίδεια η οποία υπήρχε σαν βάση δεδομένων και μπορούσε κανείς να διαβάσει το περιεχόμενο, σε αντιπαραβολή με την Wikipedia στην οποία οι χρήστες μπορούν να παρέμβουν ταυτόχρονα και στο περιεχόμενο.
  16. Σύμφωνα με κάποιες σχετικές έρευνες, μερικά επιπλέον επιχειρήματα, εκ μέρους χρηστών, σε παρόμοια κατεύθυνση είναι και τα «έχω τις γνώσεις να ελέγχω ποιες πληροφορίες μοιράζομαι» ή «έχω εμπιστοσύνη στην εταιρεία που τις διαχειρίζεται». Περιττό να πούμε ότι αυτά δεν αντέχουν ούτε στην στοιχειωδέστερη κριτική. Βασίζονται απλά στην άγνοια. Μια άγνοια που αξίζει από μόνη της ιδιαίτερη προσοχή. Βλ. Ιδιωτικότητα και αυτοέκθεση, Sarajevo 89.
  17. Το ίδιο θα μπορούσε, παρεμπιπτόντως, να ισχύει ακόμα και για υπηρεσίες ασφαλείας. Στην περίπτωση μιας εξέγερσης π.χ., ενδέχεται να τους είναι κατ’ αρχάς αδιάφορη η συμμετοχή μεμονωμένων ατόμων, αλλά αντιθετως να παρακολουθούν με μεγάλη προσοχή τις γενικές τάσεις για να εκτιμήσουν το πώς, πότε και προς τα πού θα εξαπλωθεί αυτή. Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι από την φουκωική έννοια της βιοπολιτικής, είστε απλά καχύποπτοι!
  18. Κι αν δεν κάνουμε λάθος, το υιοθετεί και ο Jeremy Rifkin.
  19. Δεν είναι δυνατό να κάνουμε ούτε καν περίληψη των σχετικών ιστορικών διαδικασιών εδώ. Παραπέμπουμε στο βιβλίο του Richard Sennett, «Η τυραννία της οικειότητας. Ο δημόσιος και ο ιδιωτικός χώρος στον δυτικό πολιτισμό»
  20. Η εποχή του κεφαλαίου: 1848 – 1875.
  21. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι όλο αυτό το σύμπλεγμα αντιλήψεων και συμπεριφορών οδήγησε και στην ιδέα της χαρισματικής (πολιτικής) προσωπικότητας που μπορούσε να επηρεάζει πλήθη χάρη στη δύναμη της προσωπικότητας αυτής καθαυτής, ανεξαρτήτως του περιεχομένου των λεγομένων της. Γεγονός που εκτιμήθηκε δεόντως από την αστική τάξη, σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να ελέγξει αγριεμένα πλήθη. Το αναφέρουμε ως ένα παράδειγμα του πώς το θόλωμα της διακρισης ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο αυτόματα κάποια αντίθεση στα συμφέροντα της αστικής τάξης, ως εάν αυτή να παραμένει κάτι το αναλλοίωτο από την εποχή της γέννησής της. It’s «die Dialektik», stupid!
  22. Σαν αυτόν που ιδεοτυπικά εκφράστηκε από τις πένες συγγραφέων σαν τους Crébillon, Laclos και de Sade.
  23. Για αυτό το σημείο, βλ. Κόκκινες σελίδες, τεύχος 1: Ποια εργατική τάξη; Πάει αυτή…
  24. Βλ. το άρθρο του David Golumbia, Cyberlibertarianism: The Extremist Foundations of “Digital Freedom”.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *