Game Over

Η παρακμή του εκπαιδευτικού συστήματος

Η μεταφορά γνώσεων απ’ τη μια γενιά στην άλλη είναι ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα για κάθε κοινωνία. Για τις αστικές / καπιταλιστικές κοινωνίες η εκπαίδευση άρχισε να γίνεται όλο και εντονότερα πεδίο θεσμίσεων όσο πιο συγκεκριμένες γίνονταν οι ανάγκες της «αγοράς εργασίας». Παρότι υπήρχαν (και εξακολουθούν να υπάρχουν) «ανεπίσημοι» τρόποι μάθησης, εκπαίδευσης, μεταφοράς γνώσεων και εμπειριών, αυτό που στον 20ο αιώνα ονομάστηκε εκπαιδευτικό σύστημα απέκτησε ένα είδος μονοπωλίου. Όχι μόνο σ’ ότι αφορά τη μεταφορά γνώσεων / εκπαίδευση, αλλά επίσης την επικύρωση (της μάθησης): οι εξετάσεις των οποίων τα αποτελέσματα αναγνωρίζονται σαν πιο έγκυρα, είναι οι εξετάσεις του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος· το οποίο «ελέγχεται» απ’ το κράτος.

Αλλά κάθε τρόπος μεταφοράς γνώσεων, κι ακόμα περισσότερο ένα σύστημα εκπαίδευσης σαν αυτό που αναπτύχθηκε στις καπιταλιστικές κοινωνίες, δεν έχει μόνο γνωσιολογικό στόχο. Έχει επίσης ιδεολογικό (αναπαραγωγή της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας) και πειθαρχικό: εκπαίδευση (και καταναγκασμούς) πάνω στο «πώς» μαθαίνει κανείς, και – κατά συνέπεια – στο «πώς» εργάζεται. Αυτή η τριπλή διάσταση, η γνωσιολογία, η ιδεολογία και η πειθαρχία του εκπαιδευτικού συστήματος έχει υπάρξει (ιστορικά) άμεσα συναρτημένη με την γνωσιολογική, ιδεολογική και πειθαρχική πλευρά της αγοράς (και της εκμετάλλευσης) της εργασίας.

Το εκπαιδευτικό σύστημα έτσι όπως το γνωρίζουμε όλοι / όλες είναι προϊόν μικρότερων ή μεγαλύτερων ρυθμίσεων και μετασχηματισμών που έγιναν στον 20ο αιώνα, σε αναλογία με τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις της βιομηχανικής φάσης του καπιταλισμού. Λέγοντας «βιομηχανική φάση» εννοούμε εκείνη την (σχετικά μεγάλη) περίοδο, απ’ τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα έως και την δεκαετία του 1980, όπου η «βιομηχανία», και μάλιστα η μεγάλη βιομηχανία, υπήρξε ο «τύπος» για την οργάνωση πολλών ακόμα τομέων της κοινωνικής (καπιταλιστικής) ζωής. Σαν το μεγάλο εργοστάσιο οργανώθηκε το μεγάλο νοσοκομείο (το σύστημα υγείας)· το μεγάλο στρατόπεδο (ο εθνικός στρατός)· η μεγάλη φυλακή (το ποινικό σύστημα)· και, σίγουρα, το μεγάλο σχολείο (το εκπαιδευτικό σύστημα). Τα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού συστήματος έτσι όπως το ξέρουμε, που έλκουν την καταγωγή τους απ’ το πρότυπο του «μεγάλου εργοστάσιου» (και της δουλειάς σ’ αυτό) είναι τα εξής:

  • η «μαζικότητά» του, και ο σχετικά αδιαφοροποίητος / γενικευτικός / αφηρημένος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι «μαθητές»·
  • η αλυσιδωτή / σειριακή διάταξη των «παρεχόμενων γνώσεων», αρχίζοντας από υποτιθέμενα απλούστερες (στις πρώτες τάξεις του δημοτικού) και προχωρώντας, συν τω χρόνω, σε υποτιθέμενα συνθετότερες (πανεπιστήμιο ή/και τεταρτοβάθμιοι κύκλοι σπουδών)·
  • τα αυστηρά ωράρια, αρχίζοντας απ’ την ώρα προσέλευσης και προχωρώντας στο ημερήσιο, εβδομαδιαίο και μηνιαίο «πρόγραμμα»·
  • η (ατομική) βαθμολόγηση με αριθμούς ή γράμματα, η διαστρωμάτωση / επικύρωση δηλαδή της «ποιότητας» κάθε μαθητή, θεωρούμενου ως εκπαιδευόμενου·
  • ο εσωτερικός ανταγωνισμός απόδοσης (μεταξύ των μαθητών), που ονομάστηκε κατ’ ευφημισμό «ευγενής άμιλλα».

Ένα ακόμα στοιχείο βασικό του εκπαιδευτικού συστήματος όπως το ξέρουμε, που αντλήθηκε από προηγούμενο μοντέλο (την εκπαίδευση σε μοναστήρια) προεκτάθηκε, ανανεώθηκε, οργανώθηκε σε πιο λεπτομερείς βάσεις, στο καπιταλιστικό εκπαιδευτικό σύστημα: ο ασκητισμός του μαθητευόμενου, με την διπλή έννοια: την αφιέρωσή του σε «ασκήσεις» (ή και «εργασίες»), και τον πουριτανικό, όχι απολαυστικό χαρακτήρα της μάθησης.

Έτσι δομημένο το εκπαιδευτικό σύστημα βρέθηκε και αυτό (όπως και τα υπόλοιπα συστήματα της καπιταλιστικής οργάνωσης) στη δίνη μαζικών, δυναμικών και δημόσιων αμφισβητήσεων, και στις τρεις του διαστάσεις (τη γνωσιολογική, την ιδεολογική και την πειθαρχική) παγκόσμια, τις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70. Πέρα απ’ αυτή την περίοδο, το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες του τις βαθμίδες υπέφερε πάντα απ’ την φυσική απειθαρχία των αγοριών και των κοριτσιών, και τις όχι κατ’ ανάγκην «επίσημες» αρνήσεις τους στους καταναγκασμούς: απ’ τα ωράρια ως το υποχρεωτικό κάθισμα στα θρανία…

Χωρίς να αλλάζει τα γενικά χαρακτηριστικά του, το εκπαιδευτικό σύστημα (για την ακρίβεια: οι υπεύθυνοι για την οργάνωση και λειτουργία του, απ’ τα υπουργεία ως τους δασκάλους και τους καθηγητές) προσπαθούσαν πάντα να αντιμετωπίζουν την όποια εσωτερική «τριβή». Ωστόσο οι μεγάλες αλλαγές που έχουν οδηγήσει το συγκεκριμένο μοντέλο σε παρακμή ήρθαν «απ’ έξω»: απ’ τις ριζικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, αλλαγές που έχουν ξεκινήσει εδώ και 3 τουλάχιστον δεκαετίες σ’ όλον τον αναπτυγμένο καπιταλιστικά κόσμο, και συνεχίζονται με μεγάλη ένταση. Ποιές είναι αυτές οι αλλαγές, και γιατί ισχυριζόμαστε ότι έχουν οδηγήσει το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα σε (ανομολόγητη) αχρηστία, τουλάχιστον σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκε;

Η γνωσιολογική τομή

Η σταδιακή (και όλο και πιο επιταχυνόμενη) αλλαγή στο μηχανικό μέρος του καπιταλισμού, η καθιέρωση των πληροφορικών και ρομποτικών μηχανών, έχει μετασχηματίσει ριζικά το είδος των «γνώσεων» που είναι απαραίτητο να κουβαλάει ο καθένας, άρα να διδαχθεί και να μάθει. Έχει αλλάξει, εξίσου ριζικά, και το πώς μπορεί κανείς να διδαχθεί και να μάθει, σχεδόν οτιδήποτε. Τα προγράμματα των υπολογιστών (software) ενσωματώνουν όλο και περισσότερες απ’ τις γνώσεις που άλλοτε έπρεπε να βρίσκονται στο «κεφάλι» καθενός· και όλο και περισσότερες δουλειές / εργασίες, ακόμα και (άλλοτε) θεωρούμενες σαν «πολύπλοκες» και «σύνθετες» για τη σκέψη, εκτελούνται τώρα σαν εισαγωγή δεδομένων και απλός χειρισμός ηλεκτρονικών προγραμμάτων / μηχανών. Η λίστα είναι τεράστια, και δεν είναι δυνατόν να την ξεδιπλώσουμε εδώ. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι η άλλοτε δουλειά του πολιτικού μηχανικού ή του χειρούργου (κορυφαίες θέσεις στη διαδικασία του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος) μπορούν να γίνουν τώρα από έναν γρήγορα μισο-ειδικευμένο χειριστή.

Αλλά ακόμα και οι τρόποι μάθησης έχουν αλλάξει. Απ’ τα video games ως τα tutorials, η κατασκευή οπτικοακουστικών μεθόδων στις οποίες δεν υπάρχει «φυσικός διδάσκων» έχει επεκταθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό· και δε φαίνεται να υπάρχει κάποιο όριο «περιεχομένου», απ’ αυτά του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο να μην μπορεί να καλυφθεί μ’ αυτές τις μεθόδους.

Τελευταίο, αλλά όχι ασήμαντο, είναι η μηχανική υποκατάσταση της (ατομικής, προσωπικής – αλλά και συλλογικής) μνήμης. Το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα πόνταρε πολλά στην οργάνωση της μνήμης των μαθητευόμενων, και δεν θα ήταν λάθος να υποστηρίξουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των διαδικασιών του, απ’ το δημοτικό ως και το πανεπιστήμιο, ήταν εξάσκηση και «φόρτωμα» της ατομικής μνήμης καθενός με ό,τι θεωρούνταν απαραίτητο σαν «γνώση»: απ’ την ορθογραφία και τη γραμματική ως την ιστορία και τη γεωγραφία, ως τα μαθηματικά και τη φυσική, ως την ιατρική και τη λογοτεχνία. Σ’ όλο αυτό το φάσμα της παλιάς εκπαίδευσης έχει εγκατασταθεί η ηλεκτρονική μνήμη των προσωπικών υπολογιστών και των φορητών συσκευών, και η «γενική μνήμη / συσσώρευση» του κυβερνοχώρου. Σημείο προς σημείο μπορεί κανείς να δει το πώς το παλιό γνωσιολογικό περιεχόμενο του εκπαιδευτικού συστήματος γίνεται άχρηστο, σίγουρα με όρους αναγκών της αγοράς εργασίας: εάν κάποιος υπαγορεύει στη μηχανή κι αυτή μετατρέπει τη φωνή σε κείμενο (ορθογραφημένο…) ποιός ο λόγος των βασανιστηρίων της γραμματικής και του συντακτικού; Και εάν η έκδοση μιας δικαστικής απόφασης απαιτεί μόνο την κατάλληλη «εισαγωγή των δεδομένων» σε ένα «νομικό πρόγραμμα», προς τι η βασανιστική ατομική μνήμη της νομοθεσίας;

Η ιδεολογική τομή

Όσο τα μαζικά μέσα επικοινωνίας έμεναν σε εμβρυακό στάδιο, η αναπαραγωγή της επίσημης ιδεολογίας ήταν δουλειά σε μεγάλο βαθμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως απ’ την δεκαετία του ‘80 και μετά το κύριο βάρος της ιδεολογικής λειτουργίας (και της αναπαραγωγής της) άρχισε να μεταφέρεται στα παλιά και, κυρίως, στα νέα media. Η κυρίαρχη ιδεολογία έγινε πιο «ευκίνητη», γύρω απ’ τον καταναλωτικό φετιχισμό, το «είσαι ότι αγοράζεις». Ακόμα και παραδοσιακά ιδεολογικά πρότυπα, όπως ο «πατριωτισμός» ή η ξενοφοβία και ο ρατσισμός, μεταφέρονται και αναπαράγονται πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα απ’ τα media (όχι μόνο τις τηλεοράσεις αλλά και το διαδίκτυο) παρά απ’ το σχολείο. Η κεντρικότητα έως και αποκλειστικότητα του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος σ’ αυτόν τον ευαίσθητο για την καπιταλιστική κυριαρχία τομέα, έχει εξασθενίσει έντονα.

Η πειθαρχική τομή

Η δυνατότητα «αυτοεκπαίδευσης» μέσω των νέων μηχανών (υπολογιστών), είτε με ηλεκτρονικά παιχνίδια, είτε με tutorials, είτε απλά «χαζεύοντας» στον κυβερνοχώρο είναι επενδεδυμένη με κάτι που για το παραδοσιακό εκπαιδευτικό σύστημα ήταν ανάθεμα: με απόλαυση. Δεν θα υποστηρίξουμε ότι αυτή η «απόλαυση» είναι γνήσια. Αρκεί που λειτουργεί, όσο και όπως λειτουργεί, στους χρήστες των νέων μηχανών: στον «ελεύθερο χρόνο» τους οπωσδήποτε, την ώρα που αυτοί το επιθυμούν και για όσο χρόνο θέλουν, χωρίς (φανερούς) εξωτερικούς καταναγκασμούς και τιμωρίες.

Σε μεγάλο βαθμό, και σε σχέση με πολλές παράλληλες εξελίξεις που δεν είναι εδώ το μέρος να τις αναλύσουμε, το πειθαρχικό μοντέλο του σύγχρονου καπιταλισμού, στη γενική του ισχύ, έχει αλλάξει ριζικά. Δεν βασίζεται στην τιμωρία αλλά στην ανταμοιβή, δεν επιδιώκει την πουριτανική παραίτηση «απ’ τις χαρές της ζωής» αλλά οργανώνει κατάλληλα αυτές τις «χαρές», δεν απαιτεί εξωτερικά επιβεβλημένο εξαναγκασμό αλλά ατομικές εμμονές· είναι σαφέστατα «αυτοπειθαρχικό», στηριγμένο στην «απόλαυση» και στην «επιθυμία».

)()()()()()()()()()()()(

Αυτές είναι, περιληπτικά διατυπωμένες, οι ριζικές αλλαγές που έχουν γίνει και βρίσκονται σε δυναμική εξέλιξη, σε ότι αφορά τις λειτουργίες του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος. Σχεδόν κανένας δεν μιλάει καθαρά γι’ αυτές, και όχι μόνο στην ελλάδα. Ο λόγος είναι σοβαρός: τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά συστήματα των καπιταλιστικών κοινωνιών είναι τόσο «κεντρικά» σ’ αυτές τις κοινωνίες, εμπλέκουν άμεσα ή έμμεσα τόσα εκατομμύρια ανθρώπων, ώστε είναι πρακτικά αδύνατο να αντιμετωπιστούν σαν μια καπιταλιστική επιχείρηση που η παραγωγή της ξεπεράστηκε! Είναι αδύνατο τα αφεντικά των σχολείων και των πανεπιστημίων (τα κράτη, τα υπουργεία παιδείας) να πουν ένα πρωί, «λοιπόν, θα μπει λουκέτο, δεν μας ενδιαφέρει να συνεχίσουν να λειτουργούν έτσι τα πράγματα».

Αντί γι’ αυτό (που πάντως θα το επέβαλε ο καπιταλιστικός ορθολογισμός!) γίνεται εδώ και δεκαετίες μια ατέλειωτη σειρά ελιγμών και «μεταρρυθμίσεων», που ακολουθούνται από καινούργιους, αναπαράγοντας το θέαμα μιας μυστηριώδους «κρίσης της εκπαίδευσης». Η κεντρική ιδέα αυτής της διαχείρισης είναι: αφού το εκπαιδευτικό σύστημα σαν μοντέλο είναι ξεπερασμένο, τα κράτη (σαν εκφραστές των αφεντικών και των συμφερόντων τους) θέλουν να το πληρώνουν όλο και λιγότερο. Που σημαίνει, επιδιώκουν να μεταφέρουν όσο μεγαλύτερο μέρος του κόστους (του) στις τσέπες εκείνων που το χρησιμοποιούν.

Αν και αυτή η μεθόδευση είναι ολοφάνερη, οι ουσιαστικές αιτίες δεν αναγνωρίζονται ούτε καν απ’ αυτούς κι αυτές που καλούνται να «πληρώνουν – για – να – μαθαίνουν», και να «πληρώνουν – για – πτυχία» που όλο και λιγότερο έχουν οποιοδήποτε αντίκρισμα στην (αναδιαρθρούμενη διαρκώς) αγορά εργασίας. Η δύναμη της συνήθειας και των ελπίδων κοινωνικής ανόδου μέσω της εκπαίδευσης παραμένει ανίκητη! Κι έτσι, οι «διαγνώσεις» που δικαιολογούν αυτή τη μεθόδευση (που με τρεις λέξεις μπορεί να ονομαστεί «κατά κύματα ιδιωτικοποίηση» της «δημόσιας» εκπαίδευσης), διαγνώσεις που προέρχονται απ’ τα ίδια τ’ αφεντικά και τα κράτη τους, έχουν το μονοπώλιο, μπλοκάροντας οποιαδήποτε σοβαρή κριτική, στη θεωρία και στην πράξη. Πότε τα δημόσια οικονομικά είναι χάλια, οπότε πρέπει να γίνουν περικοπές… Πότε το σύστημα «δεν λειτουργεί καλά», οπότε πρέπει να γίνει κάποια «μεταρρύθμιση»… Και ειδικά στην ελλάδα, το ψέμα και η βλακεία απογειώνονται: οι «αιώνιοι φοιτητές»…. το «άσυλο»… οι «φοιτητικές παρατάξεις»…. να ποιοί φταίνε…

Η συνέλευση του game over

Η συνέλευση του game over δημιουργήθηκε το Σεπτέμβρη του 2010 σε μια ανοικτή αλλά συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Σ’ αυτή τη συνέλευση συμμετέχουν άντρες και γυναίκες που σπουδάζουν σε διάφορα απ’ τα τρέχοντα γνωστικά πεδία του εκπαιδευτικού συστήματος (φοιτητές / φοιτήτριες), αλλά και «εξωπανεπιστημιακά στοιχεία». Η αφετηριακή παραδοχή της συνέλευσης του game over είναι ότι η γνωσιολογική, ιδεολογική και πειθαρχική αναδιάρθρωση των «γνώσεων» δεν είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά φοιτητές ή δασκάλους, «εσωτερικούς» δηλαδή του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά την εργατική τάξη, σαν τέτοια, στο σύνολό της. Και μέσα στον όρο «εργατική τάξη» εννοούμε κι όλους εκείνους τους πτυχιούχους που αντιλαμβάνονται (χωρίς να θέλουν να το πιστέψουν) ότι κρατάνε ένα εκπαιδευτικό μέρισμα (ένα ή και περισσότερα πτυχία) που καθόλου δεν τους απαλλάσσει απ’ το να είναι μέρος της σύγχρονης εργατικής τάξης, απ’ την άποψη της θέσης τους στην αγορά εργασίας.

Αυτό που έχει κάνει ως τώρα η συνέλευση του game over, και θα συνεχίσει να το κάνει, σαν ένα απ’ τα κυριότερα έργα της (αν και όχι το μοναδικό) είναι να ερευνήσει τις βασικότερες παραμέτρους της γνωσιολογικής Αλλαγής Παραδείγματος έτσι όπως αυτή εξελίσσεται διαρκώς, και έτσι όπως τη ζουν οι πάντες χωρίς να την αναγνωρίζουν. Η εκτίμηση της συνέλευσης του game over είναι ότι η ουσιαστική, εύστοχη, και πολιτικά αναγκαία κριτική και δράση, δεν μπορεί να είναι η υπεράσπιση του «παλιού» συστήματος, αλλά η κριτική δυνατότητα αναγνώρισης, ανάλυσης και αξιολόγησης όσων συμβαίνουν τώρα, και – κατ’ αρχήν – η δράση κοινοποίησης / δημοσιοποίησης των συμπερασμάτων. Αφού μάλιστα «αυτά – που – συμβαίνουν – τώρα» περικλείουν και τις τάσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις. Μ’ άλλα λόγια η συνέλευση του game over απορρίπτει την όλο και πιο μίζερη ρουτίνα ξεπερασμένων και ξεπεσμένων «φοιτητικών κινημάτων», και εργάζεται για ένα κίνημα θεωρητικής και πρακτικής ριζοσπαστικής κριτικής που θα είναι συνεπές με την εποχή του. Ούτε έχει, ούτε θέλει να έχει η συνέλευση του game over, σα συλλογικό εγχείρημα, οποιαδήποτε σχέση με φοιτητικές παρατάξεις, φοιτητικό συνδικαλισμό, ακαδημαϊκούς κύκλους, κλπ, κλπ.

Κατά τη γνώμη αλλά και την εμπειρία μας, αυτή η απαραίτητη κριτική μπορεί να γίνει αποτελεσματικά, σε βάθος, και με συνοχή, πέρα και ενάντια στις «εξειδικεύσεις» και στις «ειδικότητες» που παράγει το παλιό σύστημα. Απ’ αυτή την άποψη η συνέλευση του game over είναι και μια διαδικασία συλλογικής αυτομόρφωσης, που φυσικά δε σκοπεύει σε καμία καθεστωτική επικύρωση και εξαργύρωση.

Τέλος, η συνέλευση του game over αντιμετωπίζει τις υποδομές του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος σαν έναν παλιάς προέλευσης συλλογικό / κοινωνικό πλούτο, που με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να αφεθεί στη λεηλασία ή στην εκμετάλλευση των επιτήδειων φίλων της ιδιωτικοποίησης, αλλά αντίθετα πρέπει και μπορεί να αξιοποιείται, στο όνομα της ποιοτικής και δυναμικής κριτικής έρευνας του παρόντος και του μέλλοντος.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>