Υπήρχε μια εποχή, που όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Το ελληνικό πανεπιστήμιο έμοιαζε να λειτουργεί ομαλά. Τα τμήματα και οι σχολές ανά την επικράτεια αυξάνονταν και πληθύνονταν, κυρίως στην επαρχία. Μαζί τους φούντωνε και η ελπίδα. Αρχικά, το ελληνικό κράτος και οι εκάστοτε υπουργοί παιδείας εμφανίζονταν ως ευεργέτες της εκπαίδευσης που σαν ταπεινό τους στόχο είχαν να προωθήσουν τη γνώση και να διευρύνουν τα επιστημονικά πεδία, ανοίγοντας τμήματα ήδη υπαρχουσών σχολών σε διάφορες πόλεις της ελλάδας ή εισάγοντας σχολές με καινούρια γνωστικά αντικείμενα. H ζωή των τοπικών κοινωνιών άρχισε να αλλάζει. Οι φοιτητές έπρεπε κάπου να μείνουν, οι ιδιοκτήτες των σπιτιών έκαναν την τύχη τους. Οι φοιτητές έπρεπε κάτι να τρώνε-μαγειρία και ταχυφαγεία γέμισαν τους δρόμους. Οι φοιτητές έπρεπε κάπως να διασκεδάσουν. «Ευεργετήθηκαν» έτσι κάμποσες τοπικές κοινωνίες, που μέχρι τότε δεν έβρισκαν την κατάλληλη ευκαιρία για να εκμεταλλευτούν.

afisa_1_koukou_thumbΦυσικά, τα νέα αυτά τμήματα έπρεπε να στελεχωθούν με εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό. Άνοιξαν έτσι πολλές θέσεις, οι οποίες απορρόφησαν πτυχιούχους με όνειρα πανεπιστημιακής καριέρας και κύρους. Κατοχυρώνοντας μία θέση ΔΕΠ, έχοντας πουλήσει στην ουσία την «αξία των πτυχίων» τους και το λαμπρό βιογραφικό τους, αγόραζαν και ένα πλήθος προνομίων τα οποία θα εξετάσουμε παρακάτω. Τέλος, οι ελληνικές οικογένειες έβλεπαν επιτέλους τους κόπους τους να ανταμείβονται, καθώς, με τόσες πολλές θέσεις εισακτέων στα πανεπιστημία, λίγοι ήταν εκείνοι που έδιναν πανελλαδικές και έμεναν έξω από κάποια σχολή. Χαλάλι τα υπέρογκα ποσά που δόθηκαν στα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα, χαλάλι ο χαμένος ζωτικός χρόνος και χώρος της τρυφερής ηλικίας της εφηβείας. Οι έλληνες νεολαίοι έπρεπε να μορφωθούν. Έπρεπε να μπουν στην αγορά εργασίας με πτυχίο. Και η νέα σχολή Επιστήμης και Εφαρμογής Πυροτεχνημάτων (ΕΕΦΑΠ) στο Μαραθόκαμπο της Σάμου είχε ιδρυθεί για να τους το παρέχει. Δεν είναι ότι δεν μας αρέσουν τα πυροτεχνήματα. Είναι εντυπωσιακά. Αλλά κρατάνε λίγο.

Ώσπου, ένα καυτό πρωινό στα τέλη του Αυγούστου, φτάνει στη βουλή για ψήφιση το νέο νομοσχέδιο το οποίο έρχεται να λύσει όλα τα προβλήματα που τόσο καιρό ταλανίζουν την παιδεία. Εν καιρώ κρίσης- οικονομικής, κοινωνικής και πανικού- οι μεταρρυθμιστές, γνήσια τέκνα και οι ίδιοι του μαζικού εκπαιδευτικού συστήματος (με πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά) αποφασίζουν να εισαγάγουν στην ελλάδα ένα «νέο» σύστημα ανώτατης εκπαίδευσης που αποτυγχάνει ήδη, εδώ και πολλά χρόνια, στο εξωτερικό. Στόχος τους: η μείωση του προϋπολογισμού για την παιδεία. Ύστερα από πολλές δεκαετίες «ανοχής» ενός συστήματος το οποίο και πολλα λεφτά έτρωγε και αποτέλεσμα δεν είχε, οι οδηγίες αλλάζουν. Οι νόμοι της αγοράς πρέπει να εφαρμοστούν. Και πως θα γίνει αυτό; Μα, φέρνοντας την αγορά μέσα στα πανεπιστήμια. Φυσικά, αυτό δεν θα ισχύσει για όλα τα ιδρύματα ανεξαιρέτως. Κάποια από αυτά είναι καιρό τώρα εκτός ανταγωνισμού. Δε χρησίμευαν παρά για εικονικά πάρκιν αυτών που έτσι κι αλλιώς δεν είχαν στα πολύ άμεσα τουλάχιστον σχέδια τους τις σπουδές. Έτσι, το «νέο» – χρήσιμο με όρους αγοράς – πανεπιστήμιο θα δέχεται μετά χαράς ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις, οι οποίες βέβαια κάθε άλλο παρά ανιδιοτελείς θα είναι. Οι εταιρίες δεν έχουν πια λόγο να είναι παρασκηνιακοί ευεργέτες. Μπορούμε λοιπόν από τώρα να οραματιζόμαστε ένα πανεπιστήμιο που δεξιά της εισόδου θα έχει παράρτημα του ΠΛΑΙΣΙΟΥ και αριστερά υποκατάστημα της τράπεζας ΠΕΙΡΑΙΩΣ για να κάνουν οι φοιτητές τις αναλήψεις τους. Στο βάθος-κήπος θα υπάρχει αίθουσα τυχερών παιγνίων, προσφορά της εταιρίας INTRALOT (βλ. Όμιλος Κόκκαλη). Βέβαια, το παγκάρι μπορεί να γεμίσει μαζεύοντας χρήματα και από τους άμεσα ενδιαφερόμενους, δηλαδή τους φοιτητές, κάτι που γίνεται ήδη σε μεταπτυχιακά προγράμματα. Η εισαγωγή φοιτητών από το εξωτερικό με την επιβολή διδάκτρων (κάτι που γίνεται κατά κόρον σε χώρες της Ευρώπης) είναι ένα πρώτο βήμα. Υποψιαζόμαστε ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να τα ακουμπήσουν και οι εγχώριοι αν θέλουν να δουν πτυχίο στην κορνίζα. Και θα είναι αρκετοί οι πρόθυμοι να αγοράσουν το πτυχίο τους, αφού έτσι θα αγοράζουν και μία πιθανή θέση εργασίας στις εταιρίες-χρηματοδότες, οι οποίες ανάμεσα στους εκλεκτούς θα τσιμπάνε τους εκλεκτότερους. Φυσικά, για να ξεχωρίσουν τα καθαρόαιμα από τους κοπρίτες, θα πρέπει να γίνει ξεσκαρτάρισμα. Η αγορά εργασίας δεν είναι για όλους. Αυτό έχει αποδειχτεί εδώ και πολλά χρόνια από τα μεγάλα ποσοστά άνεργων πτυχιούχων. Έτσι, αυτοί που δεν έχουν και πολύ όρεξη να τρέξουν κατοστάρι για να πάρουν το πτυχίο τους, ή ακόμα χειρότερα είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν παράλληλα με τη σχολή (και μη μας πει κανείς για τη μερική φοίτηση, το ξέρουν και οι πέτρες ότι η συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών δουλεύει μαύρα) θα βλέπουν το όνομά τους να διαγράφεται από τα κατάστιχα της σχολής. Κάπως έτσι το παλιό μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα εξευγενίζεται, γίνεται πιο επιλεκτικό. Και αυτό δεν θα μπορούσε να αφήνει αδιάφορους αυτούς που το στελέχωναν, τους καθηγητές. Τους αφορά άμεσα. Και έχουν τις αντιρρήσεις τους.

Όλα αυτά τα χρόνια, οι καθηγητές και γενικότερα τα μέλη ΔΕΠ είχαν προσαρμοστεί με τον τρόπο τους στο χώρο εργασίας τους και στη θέση που κατείχαν. Είχαν, ας πούμε, μία άνεση. Χρησιμοποιώντας το κύρος που μπορούσαν να αποκτήσουν ως πανεπιστημιακοί, μπαινόβγαιναν σε μεταπτυχιακά, διδακτορικά, υπουργικές επιτροπές, εξέδιδαν συγγράματα τα οποία επέβαλλαν στις σχολές ως διδακτέα, διηύθυναν Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ), άνοιγαν πανεπιστημιακά φροντιστήρια. Σε πολλές περιπτώσεις και ιδιαίτερα στην επαρχία, οι φοιτητές δεν έβλεπαν ποτέ τον υπεύθυνο καθηγητή ο οποίος τα φόρτωνε στον κόκορα- δηλαδή στους βοηθούς του. Άλλες φορές διέκριναν σε κάποιους φοιτητές το «χάρισμα» και έτρεχαν να το αναδείξουν, οικειοποιούμενοι τις «χαρισματικές» εργασίες σε συνέδρια και υποσχόμενοι μια λαμπρή ανέλιξη στο κορόιδο-φοιτητή. Κάποιοι ήταν ιδιαίτερα ενεργοί σεξουαλικά και κάπως έπρεπε να ικανοποιηθούν- με τα ανάλογα βέβαια ανταλλάγματα. Άλλοι ήταν απλώς μαλάκες και θεωρούσαν το μαζικό κόψιμο φοιτητών απαραίτητη ενέργεια του καλού καθηγητή. Είναι, λοιπόν, λογικό να τους κάθεται στο λαιμό η λέξη αξιολόγηση. Τα μεγάλα ντίλια όμως παίζονταν στα ερευνητικά προγράμματα. Οι καθηγητές, κρατώντας το ιερό λάβαρο της εξέλιξης της επιστήμης και τεχνολογίας, προσπαθούσαν μετά μανίας να εξασφαλίσουν χρηματοδοτήσεις ώστε να χωθούν σε κάποιο ερευνητικό. Από αυτές τις χρηματοδοτήσεις θα έπαιρναν και αυτοί το κατιτίς τους. Κάποιες χρηματοδοτήσεις ήταν κρατικές. Γι’ αυτό και τώρα πολλοί από αυτούς σκίζουν τα ιμάτια τους να μην εφαρμοστεί το νομοσχέδιο. Οι πιο έξυπνοι, είχαν καταφέρει να αποσπάσουν κονδύλια από την ΕΕ, τον ελληνικό στρατό και το ΝΑΤΟ. Με το νέο νόμο, οι χρηματοδοτήσεις αυτές δεν καταργούνται, άρα τα ερευνητικά και οι υπεύθυνοι τους δεν επηρεάζονται. Τέλος, υπάρχουν και τα υπερ-λαμόγια που χρησιμοποιώντας τα γραφεία τους ως βιτρίνες έκαναν γερές μπίζνες με ιδιωτικές εταιρίες μέσω του πανεπιστημίου. Ε, αυτοί οι τελευταίοι είναι που πρώτοι τάχθηκαν υπέρ του νομοσχεδίου γιατί σε συνδυασμό με το ότι τα πανεπιστημιακά μέλη του διοικητικού συμβουλίου θα ορίζουν τους εξωπανεπιστημιακούς συμβούλους, καθιστά σχεδόν προφανές το ποιοι θα είναι οι τελευταίοι. Αυτοί που μέχρι πρότινος έκαναν τις δουλειές κάτω από το τραπέζι και έχουν πλέον βαρεθεί να κρύβονται.

Όμως, οι δουλειές των καθηγητών θα ήταν πολύ δυσκολότερες αν δεν είχαν μία χείρα βοηθείας. Είναι γνωστή η μεγάλη επιρροή των παρατάξεων πάνω στους φοιτητές. Αυτό που ίσως κάποιοι δεν γνωρίζουν είναι ότι αυτή η επιρροή επεκτείνεται και στο υπόλοιπο πανεπιστήμιο, συμπεριλαμβανομένων μελών ΔΕΠ, συγκλήτου και πρυτανείας. Από το απλό κυνήγι ψηφοφόρων μέχρι την ανέλιξη «δικών τους» βοηθών-μελλοντικών καθηγητών και την ανάδειξη πρυτάνεων, από τους εκβιασμούς καθηγητών αντίπαλου δέους μέχρι την εύκολη πρόσβαση σε μεταπτυχιακά και τη συμμετοχή τους στα όργανα συνδιοίκησης, οι φοιτητοπατέρες ξέρουν να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Και έχουν και κοινωνική απεύθυνση: πάρτυ, μπουζούκια, εκδρομές σε αράχωβα και μύκονο, κοινωνικοποίηση βρε αδερφέ! Τώρα που η φοιτητική εκπροσώπηση στο δ.σ μειώνεται απο 5% σε 1% και το πανεπιστήμιο θα είναι πιο ελεγχόμενο (και όχι από τους ίδιους) έχουν κάθε λόγο να φωνάζουν. Γιατί τα προνόμια τους μειώνονται και οι φωτισμένοι διάδοχοι των σημερινών πολιτικών ίσως να μην μπορούν να ξεκινήσουν την καριέρα τους μέσα από τα πανεπιστήμια. Έτσι, οι μεγάλες παρατάξεις προσπαθούν να πιέσουν τα μητρικά τους κόμματα με θεσμικές κινητοποιήσεις. Οι αριστεροί από τη άλλη, εύχονται να επαναληφθούν τα φοιτητικά του ‘06 και έχουν καταλήξει να κατεβαίνουν στο δρόμο σα μια πολύ χειρότερη κόπια τους. Παρατάξεις σαν τα ΕΑΑΚ δικαιολογούνταν μόνο στο παλιό μοντέλο τριτοβάθμιας. Ξέρουν πως τώρα που αυτό πεθαίνει (πια και δια νόμου), σκοπεύει να τα πάρει και αυτά μαζί του. Είναι πολύ διαφορετική απειλή από τα «απαξιωμένα πτυχία» και μοιάζει να μην αφορά κανέναν. Εξ’ ου και το ανεξήγητο φαινόμενο «ψηφίζω κατάληψη στη συνέλευση και τη Πέμπτη πάω για καφέ». Λοιπόν, τα είπαμε: οι καθηγητές ό,τι παζάρια έχουν να κάνουν θα τα κάνουν με τους μεταρρυθμιστές και μεταξύ τους όπως θα έκανε και οποιοσδήποτε μαφιόζος όταν καταλάβαινε ότι οι δουλειές «αλλάζουν χέρια». Οι αριστεροί, από την άλλη, κατεβαίνουν στις πορείες από υποχρέωση. Δε διεκδικούν τίποτα πέρα από «μαχητικές διεκδικήσεις». Αν δεν κάνουν αυτό, θα έπρεπε να κάνουν αυτοκριτική και να προσπαθήσουν να εξηγήσουν την παρακμή του πανεπιστημίου. Μέσα σε όλο αυτό το κράτος προσπαθήσει να γλιτώσει λεφτά και χρόνο. Δε μας νοιάζει ποιος από τους τρεις θα επιβιώσει, στο βαθμό που υπάρχει ήδη ένα πτώμα. Αυτό της εκπαίδευσης. Όλος αυτός ο νεκρός χρόνος και χώρος δε μένει παρά να αξιοποιηθεί από αυτούς που βλέπουν πέρα από το δάχτυλό τους και την πάρτη τους.

κυνηγάμε μόνοι μας/

και με καταλήψεις/

και χωρίς/

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *