γατακι

/μου πε πως το αφεντικό του ζήτησε λέει να υπολογίσει και να βρει/ πως/ νομικά/ θα παίρνει μια εργάτριά του/ τον κατώτερο δυνατό μισθό/ και πως όταν του πε το αποτέλεσμα/ φάνηκε τ’ αφεντικού πολύ λίγα και είπε “όπα/ μη το γαμήσουμε κιόλας” αυτός σοκαρίστηκε μιας και τη δουλειά του σα λογιστής έκανε/ αυτή που σπούδασε και τώρα πιάνουν τόπο οι γνώσεις του μπλά μπλά μπλά/ εγώ χασμουρήθηκα μες στη μούρη του και σκέφτηκα/ δες τους μπάσταρδους/ πως μετράνε τους χρόνους μας/ πως κάνουν τα κουμάντα για το πόσα αξίζει να παίρνουμε για να κάνουμε τις σκατοδουλειές τους/ δες πως τα μαθηματικά που τους μαθαίνουνε/ υπολογίζουν τις κινήσεις μας σα να ναι χώρια απ’ τις ζωές μας/ δες θράσος που χουνε οι σπουδαγμένοι/ να χωρίζουν τις γνώσεις και την εφαρμογή τους/ από αυτούς που πάνω τους τις εφαρμόζουνε/ βγήκα έξω και κίνησα προς το αμάξι του/ υπολόγισα επακριβώς/ πόσες κινήσεις χρειάζεται/ για να χαράξεις “ξεφτίλας”/ με ένα απλό κλειδί/ πάνω στην πόρτα του συνοδηγού/ και πόσος χρόνος/ για να φύγεις έγκαιρα

 

Αν η συσσώρευση χρημάτων, εμπορευμάτων, γνώσης και πληροφοριών αποτελεί τη μισή αξία κάθε αφεντικού που σέβεται τον εαυτό του, σίγουρα τότε η άλλη μισή αποτελείται από τη διαχείριση και τον έλεγχο του κάθε τι που έχει συσσωρευθεί μέσω στυγνών και με απόλυτη ακρίβεια υπολογισμών, που διαρκώς θα επαληθεύονται. Οι υπολογισμοί αυτοί υποδηλώνουν τις διαχρονικές προθέσεις των αφεντικών. Προθέσεις οι οποίες έχουν σκοπό, πρώτον, τη διαιώνιση της φυσικής ύπαρξής τους μέσω της διαρκούς μεγέθυνσης των υλικών απολαβών τους και δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, την εδραίωση της εξουσίας τους στους από κάτω ως σχέση που δεν εξαρτάται από πρόσωπα. Σχέση που αποτελεί το δομικό λίθο της εκμετάλλευσής μας από τα αφεντικά αυτού του κόσμου. Οι υπολογισμοί αυτοί που μεταφράζονται σε λογιστικά μεγέθη όπως οι ισολογισμοί , οι καταστάσεις μισθοδοσίας, κ.α. και είναι απόλυτα κατανοητοί μεταξύ των ειδικών, αποτελούν εργαλείο στα χέρια των αφεντικών καθημερινά. Πέρα από το εργαλείο αυτό καθεαυτό, εξίσου σημαντικό είναι το ότι υπάρχουν υποκείμενα που εκπαιδεύονται συστηματικά γι αυτό το σκοπό, και αντίστοιχα το πώς αυτά αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους τόσο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους στη λογιστική θεωρία όσο και κατά την εφαρμογή της στους εργασιακού χώρους.

Στον ψηφιοποιημένο «καινούργιο» κόσμο μπορεί κάποιος να ταυτίσει τη λογιστική μόνο με τις πιο σύγχρονες εκφάνσεις της, όπως η μηχανογραφημένη λογιστική και τα λογιστικά προγράμματα που τρέχουν σε υπολογιστές. Όμως η διαχρονικότητα του εργαλείου στο οποίο αναφερόμαστε φτάνει μέχρι και τις παλιές προκαπιταλιστικές κοινωνίες και τα συστήματα εξουσίας που ανέπτυξαν. Χαρακτηριστικά, στην αρχαία Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία η άρχουσα τάξη κατείχε και τα μέσα και τη γνώση και τους κατάλληλους ανθρώπους για να διαχειριστούν τα πλεονάσματα από την αγροτική παραγωγή που αυτή ήλεγχε. Βέβαια, οι άνθρωποι αυτοί απολάμβαναν και συγκεκριμένα προνόμια λόγω της θέσης τους, για όσο φυσικά οι γνώσεις τους ήταν στην υπηρεσία των ηγεμόνων τους.

Στο καπιταλιστικό σύστημα βέβαια, η λογιστική θεωρία απέκτησε τη δική της θέση στο πάνθεον των επιστημών που κλήθηκαν να υπηρετήσουν τον καπιταλιστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών. Οι κανόνες, τα μοντέλα και τα πρότυπα που αναπτύχθηκαν σε αυτή τη θεωρία, αρχικά χρησιμοποιούνταν αυθαίρετα μέσα στα όρια της κάθε οικονομικής μονάδας, είτε αυτή ήταν κράτος, βιομηχανία, βιοτεχνία, τράπεζα και χωρίς απαραίτητα να συμβαδίζουν μεταξύ τους. Αργότερα, κλήθηκε το πανεπιστήμιο να ομογενοποιήσει και να μετατρέψει με μεθοδικότητα τους άτυπους κανόνες σε πλήρεις (επιστημονικές) μεθόδους ενταγμένες σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα αξιωμάτων, θεωριών και τύπων στους οποίους θα έπρεπε κάθε μελλοντικός λογιστής να εκπαιδευτεί αυστηρά.

Για παράδειγμα, ο ισολογισμός μια επιχείρησης υπόκειται σε συγκεκριμένους κανόνες γραφής, έτσι ώστε να αναγνωρίζεται, να ελέγχεται και να αξιολογείται γρήγορα από όλους. Πιο συγκεκριμένα, όταν διαβάζει κανείς έναν ισολογισμό, λόγω της μορφής του, της δομής του και των κωδικοποιημένων του στοιχείων, δεν μπορεί παρά να δεχτεί ότι π.χ. το Ενεργητικό και το Παθητικό θα πρέπει να συμφωνούν (δηλ. Έσοδα=Έξοδα), με αποτέλεσμα να καταλήγει πάντα σε συγκεκριμένα και ασφαλή συμπεράσματα τα οποία δεν σηκώνουν παρερμηνείες.

Θα μπορούσε να παραμείνει χωρίς επίβλεψη και ιδεολογικό προσανατολισμό αυτή η τόσο σημαντική διαδικασία παραγωγής κατάλληλων στελεχών, που με τις γνώσεις τους θα διασφαλίζουν τη διαιώνιση των σχέσεων εκμετάλλευσης; Οι καθηγητές, υπό το μανδύα του ακαδημαϊσμού (δηλαδή της ουδέτερης και αντικειμενικής ερμηνείας του κόσμου), έχουν αναλάβει να φέρουν εις πέρας την εκπαιδευτική διαδικασία που αναφέραμε παραπάνω μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου. Αυτή η διαδικασία πραγματώνεται μέσω των μηχανισμών που έχει στην κατοχή του συνολικά το εκπαιδευτικό σύστημα και περιλαμβάνει από τη διαμόρφωση του χώρου με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύεται η καθηγητική αυθεντία, τις επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, μέχρι και τις στείρες διαλέξεις, όπου τα αξιώματα (βάση κάθε επιστήμης) αποτελούν ταφόπλακα κάθε δημιουργικής συζήτησης. Όλα αυτά οδηγούν στο να διαμορφωθεί το κλίμα εκείνο μέσα στο οποίο, όχι μόνο δεν ευδοκιμεί η κριτική, αλλά αντίθετα εκπληρώνεται ο σκοπός ύπαρξης του πανεπιστημίου, ο οποίος είναι η πειθήνια υποταγή στον ιδεολογικό, γνωσιολογικό και πειθαρχικό του χαρακτήρα.

Ο μελλοντικός λογιστής, όπως κάθε επιστήμονας, προϊόν της διαδικασίας που περιγράψαμε παραπάνω, είναι έτοιμος να εφαρμόσει τις θεωρητικές γνώσεις που έχει λάβει στην πράξη. Είναι αυτές οι γνώσεις απαραίτητες για να ξεκινήσει τη δουλειά σε ένα Λογιστήριο; Σε πρώτη φάση ναι. Είναι σε θέση να κατανοήσει το αποτέλεσμα και τον αντίκτυπό της εργασίας του στην πράξη; Σε πρώτη φάση όχι.

Οι αριθμοί και η διαχείρισή τους, μέσω πολύπλοκων ή απλών υπολογισμών που απαιτούνται στις λογιστικές καταστάσεις, κρύβουν έντεχνα σε αυτούς που δεν έχουν «μάτια» να δουν, τις αληθινές εργασιακές σχέσεις. Έτσι, η μείωση του εργατικού κόστους, ακόμα και με νόμιμους τρόπους, η έντεχνη απόκρυψη των κερδών των αφεντικών, η διαρκής εκπροσώπηση υπέρ των αφεντικών στις αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις που προκύπτουν με τους εργάτες, διαρκώς τους τοποθετούν σε μια συγκεκριμένη θέση. Αυτή η θέση δεν μπορεί να είναι καμία άλλη πέρα από την επιβεβαίωση του ρόλου τους και των συμφερόντων που καλούνται να υπερασπιστούν ανά πάσα στιγμή.

Έτσι, όλοι όσοι έχουμε εργαστεί, μάς έρχονται πάντα στο νου τα λόγια κάθε εργοδότη: «Δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε, συνεννοήσου με τον λογιστή μου», «Ο λογιστής είπε ότι τα νόμιμα που δικαιούσαι είναι αυτά», κτλ. Συνεπώς, στις καθημερινές διενέξεις, οι λογιστές κάθε στιγμή παίρνουν θέση, επικαλούμενοι ότι «εμείς κάνουμε απλά τη δουλειά μας», ως απάντηση στη δίκαιη οργή μας. Και είναι αυτή η θέση, με την οποία συντάσσονται κάποιοι και την ακολουθούν αδιαμφισβήτητα, που στα δικά μας μάτια τους τοποθετεί στο πλευρό των αφεντικών μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *