ουσ/θ νοσταλγία [nostal’ʝia]

1 έντονο αίσθημα επιθυμίας επιστροφής

Μ’ έπιασε νοσταλγία.

2 επιθυμία να ξαναβρώ κτ

η νοσταλγία των παιδικών μου χρόνων

Αν και της προσδίδεται συχνά τέτοιο νόημα, η νοσταλγία δεν είναι μία λέξη με αρνητική χρειά. Όταν συνοδεύεται από την απραγία τότε είναι που την αισθάνεται κανείς βαριά, όταν δε μένει τίποτα πέρα από νοσταλγία, είναι που αυτή ταυτίζεται απόλυτα με την ήττα. Κατα τ’ άλλα η νοσταλγία είναι συναίσθημα και πέρα από την αξία της σαν τέτοιο, πραγματώνεται, ξεπερνιέται, και μοιράζεται.

Η νοσταλγία της ιστορίας γενικά, αλλά και της κινηματικής ιστορίας ειδικά, η νοσταλγία αγώνων που δε ζήσαμε και κάποιοι μας διηγήθηκαν, αγώνων που δε ζήσαμε κι όμως θεωρούμε και δικούς μας, για πρώτη φορά κατάφερε να ταυτιστεί τόσο πολύ με την ήττα των αγώνων του σήμερα.

Το μονοπώλιο της εικόνας έχει φτωχύνει την κινηματική ιστορία, και θα τη φτωχαίνει κι άλλο όσο περνάει ο καιρός. Η απραγία των κινημάτων σήμερα και η ευκολία της εικόνας σαν το μόνο πραγματικό «τεκμήριο», έχει αναγάγει τη νοσταλγία σε βασικό συναίσθημα με το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την πολιτική μέσα από την ιστορία και αντίστροφα. Αυτό γιατί κοινωνικά έχει επιλεχθεί τόσο το ποιές εικόνες είναι άξιες καταγραφής, όσο και ποιό φορμάτ τους ταιριάζει. Π.χ η στιγμή που κάποιος γυρνάει και λέει «λες ρε φίλε να τους την κάνουμε; Να το κάνουμε έτσι κι έτσι.. Πώς θα το οργανώσουμε ρε φίλε για να δουλέψει, και να καταφέρουμε τελικά να τους την κάνουμε;» σπάνια θεωρήθηκε άξια καταγραφής. Συζητήσεις επί συζητήσεων, σχέσεις που πετυχαίνανε ή αποτυγχάνανε, που χτιζόντουσαν βήμα βήμα, κατέρρεαν και φτου κι απ’ την αρχή, ποτέ δε φάνηκε να θέλουν να χωρέσουν σε εικόνες, ακόμη κι αν έτσι κι αλλιώς δεν θα χωράγανε. Θα έλεγε κανείς πως αυτές δεν αναπαρίστανται επειδή δεν είναι αρκετά εντυπωσιακές. Επίσης τέτοιες σχέσεις είναι λίγες, και ελάχιστες από αυτές ανήκουν στα κινήματα.

Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος των υποκειμένων αντιλαμβάνεται σαν άξια καταγραφής μόνο τη στιγμή της σύγκρουσης, της μαζικής συγκέντρωσης, χωρίς το πριν και το μετά της. Κάθε φορά που αυτές οι στιγμές δεν «επαναλαμβάνονται», το πριν και το μετά τους δεν φαίνεται πουθενά, δε χρεώνεται σαν ανεπαρκές, δεν αποζητάται από αυτούς που συμμετέχουν. Μένει μόνο η ανεξήγητη ήττα μιας εικόνας που δεν πρόλαβε να συμβεί. Και κάθε φορά που «επαναλαμβάνεται», «επαναλαμβάνεται» σαν παρόμοιο αισθητικό αποτέλεσμα, νικάει σαν τέτοιο, σαν μεμονωμένο και ξεκομμένο γεγονός. Η λατρεία της εικόνας έχει φτάσει σε σημείο τόσο γελοίο, που μπορεί κανείς να δημιουργήσει γεγονότα χρησιμοποιώντας καλό photoshop. Μια εικόνα καταστροφής αρκεί για να θεμελιώσει «επαναστατική διάθεση», το πλήθος αρκεί για να φτιάξει γεγονότα. Χιλιάδες μετά δεν ενδιαφέρουν, μένει μόνο η στείρα νοσταλγία, και πλαδαρή μάλιστα, όχι για αυτά που χτίστηκαν και κατέρρευσαν, αλλά γι’ αυτά που φάνηκαν να συμβαίνουν από το πουθενά και εξίσου από το πουθενά αποτύχανε. Η νοσταλγία αυτή αποκτά έτσι την δυνατότητα να «συνηθίζεται» και μετά από λίγο χάνει και το συναισθηματικό της φόρτο. Το σύνταγμα και τα μπάχαλα που φιλοξένησε κατά καιρούς το κέντρο είναι καλό παράδειγμα. Τα μοντέρνα «κινήματα», έχει ξαναειπωθεί, έχουν κάτι από βεγγαλικό που έσκασε, και κανένα παιδί δε θα τρέξει να δει που έπεσε το κούφιο απομεινάρι τους. Τί κι αν έπεσε μέσα στη βουλή σαν 7% στους νεοναζί, που για καιρό αφέθηκαν να χωράνε σε πανηγύρια που δεν ανήκαν σε κανένα, παρά σε γενικά και αόριστα οργισμένους, τί κι αν έπεσε σαν «αντιμημονιακό» και πλάκωσε το ταξικό, τί κι αν τελικά έπεσε και μες στην κάλπη, σαν το μόνο πολιτικό αντανακλαστικό που μας απέμεινε ενάντια στην επέλαση του φασισμού; Όπως κι αν έπεσε, όπου κι αν έπεσε, η εντυπωσιακή του εικόνα δεν αναγνωρίστηκε σαν παγίδα, ίσα ίσα αθωώνει μέχρι και τώρα τα απόνερα του.

Σε κάτι τέτοια είναι που η εικόνα αναμετριέται με την αξιοπρέπεια της γραπτής ιστορίας. Οι εικόνες που της χρησίμευαν για να ειπωθεί, δεν ήταν ποτέ το μόνο αξιόλογο εύρημα, δεν ήταν ποτέ η μόνη δυνατότητα για τεκμηρίωση. Οι αιτίες και οι αφορμές ήταν που φτιάξανε την ιστορία, το πριν και το μετά τους, και αυτά τα ευρήματα ήταν που είχαν και τη μεγαλύτερη αξία, ιδιαίτερα για τους απο κάτω και την κριτική, καθώς τα αφεντικά ανέκαθεν φτιάχναν τα δικά τους επιχειρήματα. Οι εικόνες ήταν κομμάτι μίας συλλογιστικής, μίας αντίληψης για την ιστορία. Αν τις αφαιρούσες από αυτήν τη συλλογιστική μέναν ξεκρέμαστες, δεν ήταν πια ιστορία. Κανείς δε θα καταλάβαινε πως η Γερμανία έφτασε στο τρίτο Ράιχ αν το μόνο που κοίταζε ήταν οι εικόνες των μαζικών συγκεντρώσεων του εθνοσοσιαλιστικού κόμματος ή των μαζικά δολοφονημένων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και κανείς δε θα μπορούσε να προλάβει την επέλαση του φασισμού περιμένοντας απλά να δει παρόμοιες εικόνες ή να καταλάβει τι αλλάζει, απλά σαν παιχνίδι αντιπαραβαλλόμενων εικόνων του στυλ «βρείτε τις ομοιότητες».

Η ιστορία σαν σλάηντ σόου θα φαινόταν παράλογη σε όποιον την έζησε από κοντά ή σε όποιον προσπάθησε να την καταγράψει. Δε θα ήξερε τι να κάνει αν το μόνο εργαλείο που το έδινες ήταν εικόνες για να τις βάλει σε σειρά. Ακόμα και σήμερα που κάθε στιγμή μπορεί και καταγράφεται, υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι που μένει ανείπωτο σαν αχρείαστο, που δεν κριτικάρεται γιατί η αναπαράστασή του αρκεί για να επιβεβαιώσει την αξιοπιστία του.
Στο βιβλίο «η εικόνα και το βλέμμα» ο john berger καταλογίζει στη διαφήμιση ότι δίνει ημιτελή πολιτισμικά μαθήματα γιατί μπορεί να συνδέσει εικόνες χωρίς κανένα απολύτως ιστορικό κριτήριο μεταξύ τους, με στόχο τον εντυπωσιασμό και εν τέλει την κατανάλωση. Η εκπαίδευση σε τέτοιου είδους μαθήματα, έχει, λέει, κάνει πολύ κακό στο πώς η τάξη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της μέσα στην ιστορία. Η συλλογική μνήμη είναι μνήμη σχεσιακή και για αυτό είναι και συλλογική. Με μόνο αποσπασματικές εικόνες να της έχουν απομείνει, δε βοηθιέται πλέον από τίποτα. Ένα μυστηριώδες υποκείμενο ήταν κάπου εκεί στις φωτογραφίες από το δοξασμένο φουκού, από τα οδοφράγματα του Δεκέμβρη, από τις απεργίες, από την πλατεία συντάγματος. Αυτό το μυστηριώδες υποκείμενο επανέρχεται διαρκώς σε κάθε κοινωνικό ξέσπασμα ανήμπορο να τοποθετηθεί και να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στην ιστορία. Ανήμπορο να ξεχωρίσει τί από όλα αυτά του άνηκε, τί από αυτά χρέωσε ή ακόμα και αναγνώρισε στον εαυτό του. Αυτό γιατί το μόνο μέρος που μπορεί να διαβάσει την ιστορία του είναι το ίντερνετ, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους ανώνυμους σαν κι αυτόν.

Σήμερα τα διάφορα φόρουμ μπλογκ σάητ δίνουν τη δυνατότητα να υπάρχει λόγος πάνω σε γεγονότα. Ο λόγος αυτός ωστόσο θυμίζει πολύ εικόνες. Έχει στόμφο και χρησιμοποιεί τον εντυπωσιασμό και τα τσιτάτα, δεν αναλύει παρά σαν εξαίρεση, είναι ανώνυμος, είναι σχεδόν αποκλειστικά λόγος-πάνω-σε-γεγονότα. Λειτουργεί σα μεμονωμένες εικόνες από διαφορετικές γωνίες λήψης και άγνωστης προέλευσης, που αν τις βάλεις τη μία δίπλα στην άλλη φτιάχνουν ένα είδος καλειδοσκόπιου μέσα από το οποίο κοιτάς τα γεγονότα. Στρεβλώνουν και αγνοούν τις αιτίες και τα αποτελέσματα, επιτρέπουν τον υποκειμενισμό σε βαθμό «το μακρύ μου και το κοντό μου» και δίνουν έτσι την ίδια ψευδαίσθηση πλουραλισμού, για την οποία κάποτε κατηγορούνταν η τηλεόραση.

Η νοσταλγία λοιπόν έρχεται να πατήσει πάνω σε ένα παρελθόν που καθημερινά στερείται των αιτιών και των αποτελεσμάτων του. Ταυτόχρονα αυτό το παρελθόν έχει αρχίσει να γίνεται πολύ «σύντομο». Ένας από τους λόγους είναι ότι τα γεγονότα, επειδή είναι γεγονότα και σε αντίθεση με την ιστορία, έχουν την ικανότητα να εναλλάσσονται με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Έτσι, μπορεί να μην πέρασε καν και καν ένας ολόκληρος χρόνος από το τελευταίο «γεγονός» κι όμως αυτό να γίνεται εύκολα αντιληπτό σαν παρελθόν, σαν τέτοιο να ξεχνιέται και να νοσταλγείται εύκολα. Σαν τέτοιο να ηττάται κάθε μέρα στις συνειδήσεις. Καθημερινά, μικραίνουν τρομερά τα περιθώρια να φτιαχτεί οτιδήποτε, καθώς αυτό θα πρέπει όχι μόνο να γίνει από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά και να είναι αρκετά εντυπωσιακό για να κερδίσει έστω και ένα μικρό χώρο στη συλλογική μνήμη, πάνω σ’ αυτό το χώρο να πατήσει και να θελήσει να χτίσει από κει και πέρα. Καθημερινά, η συλλογική μνήμη και το τί αυτή αφήνει σαν παρακαταθήκη, μειώνεται σε εξαρτημένα αντανακλαστικά για το επόμενο «γεγονός» και η νοσταλγία για αυτά που πέρασαν πέφτει και μας πλακώνει ξανά και ξανά, μετά από κάθε καινούρια «εξέλιξη».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *