Παραδείγματα τεχνολογικών εφαρμογών στην απελευθερωτική διαδικασία και η αφομοίωσή τους.

 

Διάφορες «καλλιτεχνικές» πρωτοπορίες, ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, χρησιμοποίησαν, σα μέσο στην κριτική τους απέναντι στην καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας και στους διαχωρισμούς που αυτή επέβαλε, τις νέες τεχνολογίες. Ενδεικτικά, θα αναφέρουμε δυο παραδείγματα.

Η «βιομηχανική ζωγραφική», η μαζική δημιουργία τυχαίων έργων ζωγραφικής από ένα μηχάνημα, που πωλούνταν με το μέτρο, δεν ήταν μόνο μια κριτική στο διαχωρισμό ανάμεσα στην καλλιτεχνική δημιουργία και τη βιομηχανική εργασία. Ήταν και μια άρνηση της τέχνης σαν άλλης μιας διαχωρισμένης από το σύνολο του βιώματος σφαίρας· η έκφραση της απέχθειάς τους στο ρόλο του καλλιτέχνη σαν «πνευματικού δημιουργού»· η αντίθεση απέναντι στη μοναδικότητα του έργου τέχνης και τη μουσειακή του αντιμετώπιση εν είδει «ιερού» αντικειμένου – λειψάνου, που πρέπει να διατηρείται σε «μαυσωλεία», αμετάβλητο από της εξωτερικές επιδράσεις· η άρνηση της φετιχιστικής του αντιμετώπισης, που τη συναντούσε κανείς τόσο στους αγοραστές, όσο και στους εμπόρους τέχνης, σαν κάτι το μοναδικό και αυθεντικό.

Κι όμως, ο αυτοματισμός και η χρήση εργαλείων και νέων τεχνολογιών, μηχανικών και ηλεκτρονικών, έδωσε νέα πνοή στην παρηκμασμένη βιομηχανία τέχνης. Ο αυτοματισμός και η αφαίρεση, από μέθοδοι για την προσέγγιση της ολότητας, μετατράπηκαν σε μέσα για την καθολική απομάκρυνσή της. Η «τέχνη της καθημερινής ζωής», δηλαδή η αναγωγή της καθημερινής ζωής σε «έργο τέχνης», ξέπεσε στην αναγόρευση των πιο ευτελών πραγμάτων – καταναλωτικών προϊόντων σε τέχνη. Η μαζική παραγωγή «έργων τέχνης» οδήγησε στην pop art και το κενό της τέχνης μετατράπηκε σε τέχνη του κενού, που έμελλε να αποδειχτεί το ίδιο προσοδοφόρα.

Η «Νέα Βαβυλώνα» ήταν η αντιπρόταση απέναντι στο διαχωρισμό και τον έλεγχο της εφαρμοσμένης πολεοδομίας – αρχιτεκτονικής. Επρόκειτο για το σχέδιο μιας τεράστιας πόλης – οικοδομήματος που, στο εσωτερικό της, οι χώροι θα άλλαζαν συνεχώς, ανάλογα με τις επιθυμίες των χρηστών και η εφαρμογή της τεχνολογίας θα γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε να κατασκευαζόταν ένα τεχνητό περιβάλλον, ανεξάρτητο από της φυσικές συνθήκες, συνεχώς μεταβαλλόμενο ανάλογα με την επιθυμία των κατοίκων – περιηγητών, Αποτέλεσε το όραμα μιας πόλης, όπου κυριαρχούσε η περιπέτεια και η εξερεύνηση του κάθε φορά νέου, η ενθάρρυνση της ανάπτυξης των κοινωνικών σχέσεων και όχι ο αποκλεισμός τους. Η επίδραση και η περιοδική αποτύπωση των σχέσεων στο περιβάλλον και όχι το ανάποδο, δηλαδή η μόνιμη αντανάκλαση των πολεοδομικών αποκλεισμών και διαχωρισμένων ενώσεων που επέβαλε το αστικό περιβάλλον στις σχέσεις.

Κι εδώ, η διαλεκτική του καπιταλισμού ξεδίπλωσε τις δυνατότητές της. Το gps και οι ψηφιακοί χάρτες έδωσαν τη δυνατότητα να ελέγχεται η κάθε φορά αποκλίνουσα συμπεριφορά, τίποτα να μη μένει μη καταγράψιμο και απρόβλεπτο. Τα νέα social media ξεπέρασαν τους πολεοδομικούς διαχωρισμούς των κοινωνικών σχέσεων, με ένα τρόπο που περιόρισε το ανθρώπινο σχετίζεσθαι, υποβιβάζοντάς το σε ανταλλαγή πληροφοριών. Η επαφή τέτοιου είδους, με ένα «φίλο» στην άλλη άκρη του κόσμου, απομάκρυνε την επαφή με τον κοινά αποκλεισμένο διπλανό, την αίσθηση της κοινής μοίρας και άρα μαζί της περιόρισε στο ελάχιστο κάθε δυνατή από κοινού άρση των διαχωρισμών. Τα νέα «έξυπνα σπίτια» και οι συσκευές τηλε-«επικοινωνίας» (τηλεχειρισμού) με τις οικιακές συσκευές τύπου zigbee, δίνουν τη δυνατότητα στο σύγχρονο άτομο να ρυθμίσει την καθημερινότητά του όπως επιθυμεί, αφού πρώτα του ρυθμίσουν την επιθυμία, με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα να είναι προβλέψιμα, ίδια και απαράλλακτα και κανένα απρόβλεπτο γεγονός να μην τον εμποδίσει από την οργάνωση του διαχωρισμένου χρόνου του. Τέλος, τα rpg και τα video games του πρόσφεραν την «περιπέτεια» στο πιάτο, όσο περιπετειώδες μπορεί να είναι το να ρίχνεις ζάρια ή να χτυπάς πλήκτρα.

Έπεσαν, λοιπόν, όλοι αυτοί οι πρωτοπόροι τόσο έξω; Ίσως. Σίγουρα όμως, μετά την ήττα των κινημάτων των δεκαετιών ’60 με ΄70, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι νέες τεχνολογίες προς όφελος του κεφαλαίου έδειξε πως ήταν πολύ επίκαιροι. Σε μια εποχή που πολλά άρχιζαν να αλλάζουν, ήταν οι ευαίσθητοι δέκτες αυτών των αλλαγών και τις κριτίκαραν, προτείνοντας μια διαφορετική εξέλιξη. Ας δούμε, με λίγα λόγια, το πνεύμα της εποχής.

 

Το κράτος-σχέδιο

Μεταπολεμικά (’40-’50), κεντρικό ρόλο στην ανοικοδόμηση των καπιταλιστικών κοινωνιών έπαιξε το «κράτος σχέδιο». Όχι μόνο η παραγωγή των εμπορευμάτων, αλλά και η αναπαραγωγή των εργατών, η μέριμνα για την υγεία τους, η μόρφωση που έπρεπε να έχουν, ο «σωφρονισμός» τους, μέχρι και η εγκατάστασή τους, η πολεοδομία, η τοποθέτησή τους και οι κινήσεις τους στην πόλη ήταν κεντρικά σχεδιασμένες από αυτό που θα έμενε στην ιστορία ως «κράτος πρόνοιας». Επιπλέον, αυτή η μαζική παραγωγή εμπορευμάτων έπρεπε να απορροφάται στην αγορά από τους ίδιους τους εργάτες – δημιουργούς τους. Συνεπώς, εκτός από το ότι ήταν απαραίτητη η διασφάλιση από το κράτος ορισμένων βασικών τους αναγκών, ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν σαν καταναλωτές, ήταν απαραίτητη η ανάπτυξη ενός καταναλωτικού πνεύματος μέσα από τα νέα μέσα του θεάματος.

 

Αρνήσεις και ουτοπίες

Κι όμως, αυτή η κεντρική οργάνωση κάθε πτυχής της ζωής των εργατών σύμφωνα με το φορντικό και ταιηλορικό μοντέλο, γέννησε και τις αρνήσεις του από τις διάφορες υποκειμενικότητες που περιόριζε και απέκλειε. Συνεπώς, άρχισε να παρουσιάζει διάφορα προβλήματα, σημαντικό μέρος των οποίων αποτέλεσε και ο παράγοντας των διαφορετικών υποκειμένων των δεκαετιών ’60 – 70’, που εξεγέρθηκαν μαζικά απέναντι στον κεντρικό σχεδιασμό μιας ζωής μονότονης, προβλέψιμης, χωρίς εντάσεις και πάθη, πλήρως ελεγχόμενης. Απέναντι σε αυτή τη δυσκολία, το κεφάλαιο άρχισε να κατασκευάζει νέες μηχανές που θα οργάνωναν διαφορετικά την παραγωγή, αλλά και τη ζωή και τις σχέσεις των υπηκόων του. Η συγκεκριμένη καπιταλιστική οργάνωση της ζωής δημιούργησε και πάλι τους εχθρούς της.

Μέσα σε όλο αυτό το αισιόδοξο, αγωνιστικό περιβάλλον αμφισβήτησης και το πλούσιο σύνολο των αρνήσεων, λοιπόν, οι πρωτοπορίες πολύ σωστά σκέφτηκαν και έπραξαν στις συνθήκες που άρχισαν να αλλάζουν. Τα νέα μαζικά μέσα δεν είχαν εξελιχθεί ακόμη και οι κοινωνικές σχέσεις που ξεχαρβαλώθηκαν μαζί με την αλυσίδα παραγωγής δεν είχαν παγιωθεί σε μια νέα κανονικότητα. Τότε, έμενε να φανεί πώς αυτά τα μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να κάνουν τη ζωή των από κάτω πιο ευχάριστη, πιο ενδιαφέρουσα, πιο αισθητική, πιο περιπετειώδη, πιο παιγνιώδη. Και σίγουρα, με το τελευταίο δεν εννοούσαν την καθήλωση μπροστά από μια οθόνη και την ενασχόληση με τα rpg ή τα video games, αλλά με τη βιωμένη περιπέτεια. Σε μια εποχή αλλαγών, όχι μόνο έθεσαν το ζήτημα του «ποιόν θα εξυπηρετούν τα νέα μέσα», «από ποιόν, για ποιόν», αλλά πρότειναν και τρόπους για το «πώς».

Ήταν καίρια η στιγμή που αυτές οι πρωτοπορίες έθεσαν το εξής ζήτημα: Οι νέες τεχνολογίες, μέσω της αλματώδους αύξησης της παραγωγικότητας, θα χρησιμοποιηθούν για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τη μισθωτή σχέση – δουλειά και θα συμβάλουν στην ενασχόλησή του με την απελευθερωμένη εργασία και την παιγνιώδη δραστηριότητα ή θα χρησιμεύσουν για περαιτέρω έλεγχο, για την υποταγή του στις επιταγές της αποδοτικότητας και για τη μεγαλύτερη πρόσδεσή του στο βασίλειο της ανάγκης; Και συνόδευσαν αυτή την προοπτική με πρακτικές – προτάσεις για μια τεχνολογία στην υπηρεσία των κοινωνικών σχέσεων και όχι της παραγωγής. Στην υπηρεσία της περιπέτειας και της διευκόλυνσης της ελεύθερης δραστηριότητας των ανθρώπων. Όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι θα νικούσαν.

 

Ήττα, αφομοίωση και δυστοπίες

Κάποιες δεκαετίες αργότερα, τα οράματα των προτοπόρων έμειναν στα σχέδια, μαζί με τους αγώνες για μια ριζική κοινωνικοπολιτική αλλαγή. Απέναντι στην απαίτηση για επιθυμία κόντρα στον έλεγχο, το κεφάλαιο απάντησε με τον έλεγχο της επιθυμίας, την αφομοίωσή της. Απέναντι στην απαίτηση για περιπέτεια και παιχνίδι μπήκαν τα video games και οι φανταστικοί κόσμοι μπροστά από την οθόνη του pc. Απέναντι στη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη δημιουργία σχέσεων απρόβλεπτων, ο έλεγχος και η καταγραφή κάθε νέας δυνατότητας, ώστε να μη μείνει τίποτα εκτός ελέγχου. Τα νέα μέσα του θεάματος έχουν φτάσει σε τέτοιο βαθμό εξέλιξης που, όταν γραφόταν η κοινωνία του θεάματος, λίγοι φαντάζονταν. Τα μέσα αυτά τελικά χρησιμοποιήθηκαν, όχι για την απόλαυση της εργατικής τάξης, αλλά για την αύξηση της παραγωγικότητας, με ένα τρόπο που και αυτές οι ελάχιστες σχέσεις που είχαν μείνει εκτός, να διαμεσολαβούνται πλέον από τα υπερσύγχρονα τεχνολογικά εμπορεύματα.

 

Να ξαναγίνουμε επικίνδυνα επίκαιροι.

Τώρα πλέον, μετά την κινηματική ήττα, μοιάζουν πιο κοντά στην πραγματικότητα τα δυστοπικά οράματα της cyberpunk λογοτεχνίας, παρά οι εναλλακτικές προτάσεις που αναφέραμε προηγουμένως. Όμως, παρόλο που τα χαρακτηριστικά της νέας δυστοπίας φαίνονται στον ορίζοντα, ακόμα δεν έχει παγιωθεί μια νέα μορφή οργάνωσης της κοινωνίας. Οπότε, πάνω από όλα χρειάζεται, πρώτα, μια κριτική των νέων μέσων και των σχέσεων που αυτά διαμορφώνουν από την παραγωγή μέχρι την αναπαραγωγή. Τώρα που οι βεβαιότητες καταρρέουν, είναι πιο εύκολο και να καταλάβει κανείς τις αλλαγές που διακυβεύονται, αλλά και να απαλλαγεί από τους αρχαϊσμούς που έμοιαζαν σταθεροί και ακλόνητοι. Ύστερα, όσο δεν έχει παγιωθεί κάτι, όσο μένουν κάποια πράγματα ανοιχτά, αν και φαίνεται προς τα που κλίνουν δεν έχουν κλειδώσει ακόμα σε επίπεδο νόμων και θεσμών, είναι ευκαιρία να κρατήσουμε από τις παλιές σχέσεις ό,τι άξιζε και να μη δεχτούμε αμαχητί αυτές που κατασκευάζονται. Πρέπει να ξανατεθεί το ζήτημα τί θέλουμε, από ποιόν, για ποιο σκοπό και πως. Δε μένει παρά και οι νέοι σχεδιασμοί να γεννήσουν κι αυτοί τις αρνήσεις τους. Αρκεί αυτές να οργανωθούν.

Γιατί, από τη στιγμή που οι σχέσεις που υπήρχαν τότε, δεν υπάρχουν τώρα, ώστε να καθορίσουν αυτές τα μέσα, πρέπει να προσπαθήσουμε ώστε τα μέσα να μην καθορίσουν τις σχέσεις ολοκληρωτικά, με τον τρόπο που ορίζει το κεφάλαιο. Πρέπει να γίνουμε πάλι αρκετά επίκαιροι. Κάθε εποχή με την αναγκαιότητά της.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *