Αυτόματες επιλογές, το πρώτο πτυχίο και μια καταρρέουσα επιχειρηματολογία

Όταν είσαι μικρός, όταν αρχίζεις να αφήνεις μία-μία τις τάξεις πίσω σου και να πηδάς από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη -πρώτα δημοτικό, έπειτα γυμνάσιο και μετά λύκειο-, όλα μοιάζουν κάπως αυτόματα, αυτονόητα. Ότι πρέπει να ανεβαίνεις. Ίσως μόνο διάφοροι φίλοι που μένουν πίσω να φαίνονται έκπτωτοι από αυτή τη “φυσιολογική” κίνηση, παραμένοντας μια εξαίρεση που φαίνεται να επιβεβαιώνει όλους αυτούς που θέλουν το καλό σου. Μια εξαίρεση που δείχνει αυτήν την πτώση σαν την τιμωρία όσων δεν συγκεντρώνονται στο στόχο τους. Φτωχή, πολύ φτωχή επιχειρηματολογία, γεμάτη φτηνούς συναισθηματισμούς, που είναι εκεί όμως για να κάνουν μια σημαντική δουλειά. Να σε προσηλώνουν στο στόχο του Πανεπιστήμιου.

Κάπως, όμως, όταν παίρνεις αυτό το πρώτο πτυχίο, μάλλον έρχεται η ώρα να συνειδητοποιήσεις πώς έφτασες να βγάλεις το πανεπιστήμιο και πώς σε κατάφεραν τελικά να μπεις σε αυτή τη σειρά. Διάφορες επιλογές που σου “δόθηκαν” και που ήταν φορτισμένες από προσδοκίες άλλων, κάνουν τώρα την επόμενη “επιλογή”, αυτή του μεταπτυχιακού να φαίνεται σαν κάτι το αυτονόητο. Τη μοναδική, άξια λόγου επιλογή “σου”. Και τώρα που το ίδιο παραμύθι επαναλαμβάνεται, είναι δύσκολο να μη δεις την ομοιότητα με το πώς κατέληξες τότε να σπουδάζεις κάτι που δε θα ήθελες ποτέ να φανταστείς τον εαυτό σου να σπουδάζει.

Αφού το πρώτο πτυχίο δεν αξίζει και πολλά και η αλήθεια είναι ότι γενικώς δουλειές δεν παίζουν τί να κάνω να κωλοβαράω στις καφετέριες; Λέω να κάνω και το επόμενο βήμα. Ούτως ή άλλως είναι φτιαγμένο έτσι, που είναι τόσο εύκολο. Τόσα μεταπτυχιακά παίζουν. Αλλού πληρώνουν, αλλού όχι. Δεν είμαι και κανένας καριερίστας, αλλά και τι άλλο να κάνεις. Στη τελική, έβγαλα και μια αναβολή για το στρατό. Και πού ξέρεις, αν είναι καλοί οι καθηγητές, μπορεί να μάθω και αυτά που δε μάθαμε στο προπτυχιακό. Ξέρεις, κάτι οι καφέδες, κάτι οι καταλήψεις, λίγο οι χαμένες ώρες… δε μπορώ να πω ότι έμαθα και τίποτα… Να κάνω και κάτι χρήσιμο, που μου λένε και οι γονείς μου, γιατί πολύ καθισιό έχει παίξει… Εντάξει, εγώ δε νομίζω ότι βρίσκεις πιο εύκολα δουλειά με το μεταπτυχιακό, αλλά να μη το έχεις τώρα και αυτό; όλοι έχουν κάνει.

Κι εγώ σου λέω ότι κάθε αναβολή από την ζωή έχει και συνέπειες. Κι ότι όλα αυτά που γίνονται αυτόματα- και πραγματικά έχουν στηθεί όλα τόσο εύκολα για να κάνεις το συγκεκριμένο βήμα- δεν είναι καν πια επιλογή, είναι υπεκφυγή. Κι εσύ μου λες ότι άλλη μια φορά είμαι υπερβολικός.

 

Από ατομικές ιστορίες σε μια μαζική τάση, στον υπερπληθωρισμό ψευδαισθήσεων των ανώνυμων πτυχιούχων

Τόσα χρόνια, έπαιζε καθολικά αυτή η ψευδαίσθηση ότι με το πτυχίο κάπου θα βολευτώ, κάτι θα κάνω, μπορεί να αργήσω, αλλά θα πιάσω την καλή (θέση) κάποια στιγμή. Το μόνο που έχει απομείνει από αυτή την ψευδαίσθηση σήμερα, είναι μια μικρή ελπίδα για τη σωτηρία που μπορεί να προσφέρει ένα ακόμη χαρτί, από υψηλότερη βαθμίδα, βέβαια, το μεταπτυχιακό. Είναι μεν προσδοκία, αλλά είναι και εμφανές πλέον σε πολλούς, περισσότερο από ποτέ, ότι αυτή η προσδοκία δεν τραβάει άλλο. Μια συνειδητοποίηση που, βέβαια, σημαίνει και μια εργασιακή πραγματικότητα που δεν ταιριάζει στα χρυσά οικογενειακά όνειρα για άνετη ζωή. Τι κάνεις αντιμέτωπος με αυτό το ενδεχόμενο; Αυτό που έκανες και πριν. Προτιμάς το γνωστό δρόμο, παίζοντας το ρόλο το χαρτιού ανακύκλωσης σε ένα σύστημα εκπαίδευσης που ξέρει τόσο καλά να φτιάχνει το ίδιο τις ψευδαισθήσεις και να ζει από αυτές.

Ένα μεταπτυχιακό λοιπόν για να τραβήξει λίγο ακόμα η ασφάλεια του παραμυθιού της ακαδημαϊκής ζωής. Η αλήθεια είναι ότι, αν μαζεύονταν όλοι οι άνεργοι πτυχιούχοι, θα ήταν λογικό να αναρωτηθούν φωναχτά: “ρε, μήπως δε χρειαζόμαστε τελικά όλοι;” Αλλά είναι γνωστό ότι η πραγματικότητα μπορεί να απογοητεύσει κάθε τολμηρό ορθολογιστή. Όχι μόνο δεν το φωνάζουν (ίσως κάποιοι λίγοι να το ψιθυρίζουν στους εαυτούς τους), αλλά συνεχίζουν και στον ίδιο σκοπό: “Πάω και για άλλα χαρτιά (ακόμα πιο βαριά), έτσι σίγουρα εγώ θα τη βγάλω!”

Πώς, όμως, μπορούν κάποιοι να ξεφύγουν από αυτή την ιδεολογία, όλα αυτά τα όμορφα ψέματα που έχουν πλαισιώσει τη φιλοδοξία ότι “εγώ και τα πτυχία μου αξίζω”; Ειδικά όταν η υποκειμενικότητά τους έχει κτιστεί γύρω από αυτήν την ψευδαίσθηση της κοινωνικής ανόδου σα φυσαλίδα, που φουσκώνει κι άλλο από τη μια βαθμίδα στην άλλη ή εξαφανίζεται μαζί με τις περισσότερες, μέχρι και η τελευταία να σκάσει θριαμβευτικά στην επιφάνεια. Τι πιο φυσιολογικό λοιπόν από την επιθυμία για κατάκτηση ακόμα μιας βαθμίδας, ενός ακόμα χάρτινου τίτλου;

Είναι καλά εδώ, παίζεις σοβαρά, αποκτάς γνώσεις όχι αστεία. Θα κάνω και γνωριμίες, στο αντικείμενό μου, όχι ότι κι ότι, στάνταρ θα μου κάτσει και καμιά καλή δουλίτσα άμα τελειώσω. Μπορεί να δουλέψω και για τη σχολή, όλο και καμιά προκήρυξη βγάζουν, και άμα χωθώ θα με κρατήσουν σίγουρα. Έχει ακόμα χρήμα το πανεπιστήμιο, κάνει έρευνες, κάνει διάφορα. Έχω και κονέ με κάποιους καθηγητές, άμα τα πάω καλά θα με προωθήσουν.

Και ‘γω σου λέω το γνωστό: όσο μικραίνει η πίτα, μικραίνουν τα κομμάτια. οπότε μην περιμένεις και πολλά τέτοιες εποχές.

 

Άλλη μια προσωρινή αναβολή, μη διαχειρίσιμες συνέπειες, ένα καθημερινό τέλμα

Ένα ή δυο χρόνια λοιπόν “ανώτατες σπουδές” με το κεφάλι μέσα γιατί, τώρα, περισσότερο είσαι πελάτης, αφού πληρώνεις και έχεις απαιτήσεις, παρά φοιτητής. Η εντατικοποίηση της φοίτησης επιβεβαιώνει, φαινομενικά, την επιλογή σου σαν δύσκολη και απαιτητική -και άρα σωστή. “Αυτό είναι το αληθινό Πανεπιστήμιο”, όπως λένε και οι καθηγητές σου. Όμως, όταν τελειώσεις, είσαι ένα ή δύο χρόνια πιο μεγάλος από πριν, αλλά με το ίδιο ουσιαστικό πρόβλημα. Και τώρα τι; Ίσως, αν είσαι πολύ καλός στα μαθήματά, ή απλά καλός γλύφτης, σου παρουσιάζουν ένα επόμενο βήμα στην εκπαίδευση(;) σου. Μια θέση διδακτορικού δίπλα στον καθηγητή σου, που έχει λένε πολλές δουλειές. Αλλά αυτό, φυσικά, είναι για λιγότερες φυσαλίδες και για όσους έχουν καλλιεργήσει τον απαραίτητο κυνισμό. Κι εσύ φυσικά κατά 90% δεν βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση.

Σήμερα που το συζητάμε, μου αναφέρεις με περισσότερη δυσκολία την προηγούμενη σου “επιχειρηματολογία”. Για τις εναπομένουσες επιλογές σου. Δύσκολα μου λες για ένα δεύτερο μεταπτυχιακό, ακόμη πιο δύσκολα για κάτι στο εξωτερικό. Αλλά, τι να κάνεις, τα σκέφτεσαι. Επαναλαμβάνεσαι κουραστικά νοιώθοντας στριμωγμένος.

Τι να κάνω, οι δικοί μου δεν μπορούν να με συντηρούν για να σπουδάζω άλλο, ούτε και για να μείνω μόνος μου, δεν παίζει και δουλειά εδώ, όλοι ψάχνουν σε τηλεφωνικά κέντρα και σε καφετέριες και στο αντικείμενό μου τίποτα. Και μιλάμε για παιδιά με πτυχία και διπλά μεταπτυχιακά, ε. Και βιογραφικά σελίδες ολόκληρες. Πού να πάω εγώ που δεν έχω καθόλου εμπειρία; Τόσα χρόνια στα πανεπιστήμια, για να μείνω άνεργος ή να δουλεύω για 400 ευρώ. Και να μην μπορώ ακόμα να φύγω από το πατρικό μου, να ζήσω τη ζωή μου, να χω το δικό μου σπίτι, το αυτοκίνητό μου, να πάω την κοπέλα μου μια βόλτα, μια εκδρομή. Ντάξει δεν είναι και χάλια στο σπίτι, όλα έτοιμα τα βρίσκω αλλά με έχουν κουράσει κάπως και οι γονείς μου με τη γκρίνια…

Εγκλωβισμένος, όμως, στην εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου με τα πτυχία και τις γνώσεις σου, τις δυνατότητές σου και το πόσο αξίζουν όλα αυτά, που δεν αναγνωρίζονται όσο και όπου πρέπει, ακόμα και σε αυτήν την κατάσταση, δύσκολα σκέφτεσαι κάποια εναλλακτική στο ζήτημα της εργασίας. Για την ακρίβεια, το αποφεύγεις σαν ο διάολος το λιβάνι.

Άντε να πιάσεις σερβιτόρος τώρα. Άντε να ανακαλύψεις στα τριάντα την ευτυχία του να ζεις και να τα βγάζεις πέρα μόνος σου. Άντε, τώρα που καλόμαθες, να εγκαταλείψεις την οικογενειακή θαλπωρή και τις ανέσεις της. Το σκέφτεσαι, πολύ πια, το αν αξίζει το κόπο να απαλλαγείς από την γνωστή ασφυξία που παράγουν οι σχέσεις της οικογένειας με ένα παιδί στα 30 του. Να λοιπόν ένα ουσιαστικό πρόβλημα, που δεν παίρνει αναβολή και θέλει σκληρές, πραγματικές, -διάολε- αποφάσεις.

Και ‘γω σου λέω ότι κάπως έτσι μπορεί να καταλήξει μια μη επικερδής επένδυση, που πρέπει να ζει με τους επενδυτές της στο ίδιο το γαμημένο σπίτι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *