Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την ψήφιση του πολυσυζητημένου νόμου 4009/2011, γνωστού και ως νόμου πλαίσιο ή νόμου Διαμαντοπούλου ή νόμου έκτρωμα και, ενώ έχουν μεσολαβήσει δεκάδες ‘νικηφόρες’ κινητοποιήσεις, οι οποίες είναι άλλωστε και υπεύθυνες για την καθυστέρηση της εφαρμογής του, όπως και για την τροποποίηση του με τον νόμο 4076/2012, φτάσαμε τελικά, τον Νοέμβριο του ’12, στην ψήφιση, ηλεκτρονική, για να είμαστε πιο ακριβείς, των συμβουλίων διοίκησης. Τα συμβούλια αυτά, όπως είναι γνωστό, θα είναι υπεύθυνα για την περαιτέρω εφαρμογή του νόμου, καθώς και για τις όποιες πρόσθετες ρυθμίσεις μπορεί προκύψουν στο μέλλον, με φόντο πάντα την ιδιωτικοποίηση. Και τι δεν ζήσαμε σε όλο αυτό το διάστημα. Διαδηλώσεις για το μπλοκάρισμα της ψήφισης των συμβουλίων, οι οποίες στέφθηκαν με επιτυχία, αν σκεφτεί κανείς ότι τελικά η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε, αλλά με διαφορετικό τρόπο από αυτόν με τον οποίο την είχαν αρχικά σχεδιάσει. Πανελλαδικά συλλαλητήρια, που, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συγκέντρωναν γύρω στους τετρακόσιους νοματαίους. Καταλήψεις ‘διαρκείας’ των σχολών, με εντυπωσιακή συμμετοχή των αγωνιζόμενων φοιτητών, στην καλύτερη, γύρω στα πενήντα άτομα, με εξαίρεση, φυσικά, τα πάρτι, όπου ο αριθμός αυτός τριπλασιαζόταν. Και άλλα πολλά, με αποκορύφωμα την κατάληψη του server του πανεπιστημίου.

Φυσικά, σκοπός του κειμένου δεν είναι να προβοκάρει ή να μηδενίσει αυτόν τον αγώνα και όσους/ες συμμετείχαν σε αυτόν με ειρωνικά σχολιάκια. Αλλά είναι αυτή η σιχαμένη ρητορική της αριστεράς που δεν μας αφήνει κι εμάς να το κλείσουμε το στόμα μας, αυτή η πασίγνωστη ρητορική που βολεύει και βολεύεται να μιλά για νικηφόρα και μεγαλειώδη κινήματα, την στιγμή που δεν υπάρχει καν κίνημα. Είναι αυτή η σιχαμένη νοοτροπία, που στη θέση μιας σκληρής αυτοκριτικής, προτιμά να καλλιεργεί και να γαργαλάει τις νευρώσεις επαναστατικότητας του κάθε εναλλακτικού καταναλωτή, που μας ωθεί σε τέτοιου είδους πρακτικές. Με το κείμενο αυτό, περισσότερο θέλουμε να συμβάλουμε, όσο γίνεται, σε αυτήν την απωθημένη κριτική. Και, ενώ η δουλειά πού έγινε στα πλαίσια της σχετικής μπροσούρας “ιδιωτικοποίηση (τι είναι και τι δεν είναι)” καλύπτει σε γενικές γραμμές αυτό το κομμάτι, φαίνεται πως, ακόμη και σήμερα, ένα χρόνο μετά, αξίζει να επισημάνουμε μερικά πράγματα. Μπορεί, λοιπόν, ως συνέλευση, να πιστεύουμε πως η απεμπλοκή του όποιου κινήματος από το βούλιαγμα του παλιού εκπαιδευτικού συστήματος και ό,τι το συνοδεύει θα μπορούσε να το οδηγήσει σε μια ανταγωνιστική κριτική και οργάνωση απέναντι στο νέο που έρχεται. Όμως, καλώς ή κακώς, η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική, καθώς η ιδιωτικοποίηση συνεχίζει να απασχολεί τους παραδοσιακά ενδιαφερόμενους και, απ’ όσο φαίνεται, θα συνεχίσει μέχρι να φτάσει σε ένα υψηλό επίπεδο ολοκλήρωσης, οπότε και θα βαπτιστεί παράπλευρη απώλεια κάποιου μελλοντικού νικηφόρου αγώνα της αριστεράς.

Μιλώντας, λοιπόν, για την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας, αν εξετάσει κανείς το θέμα επιφανειακά, όπως συνήθως γίνεται, χωρίς να υπάρχει μια σαφής θέση και χωρίς να γίνεται λόγος για το ποιος ο ρόλος του πανεπιστημίου και ποιανού τα συμφέροντα εξυπηρετεί, μπορεί –άθελα του- να μπει σε μια διαδικασία υπεράσπισης αυτού του μηχανισμού, για τον οποίο έχουμε και στο παρελθόν επισημάνει πως μια χαρά ιδιωτικά συμφέροντα περιέθαλπε και πριν την περιβόητη ιδιωτικοποίηση. Θες με τα διάφορα ερευνητικά προγράμματα, θες με τις μεταπτυχιακές business ή με τις εργολαβίες που αναλαμβάνει προς όφελος του στρατοαστυνομικού συμπλέγματος, θες με τα πανεπιστημιακά φροντιστήρια-βοηθήματα-συγγράμματα κακόμοιρων καθηγητών που σήμερα πλήττονται, σε κάθε περίπτωση το μέχρι τώρα πανεπιστήμιο δεν ήταν ακριβώς αυτό που θα χαρακτήριζες δημόσιο και δωρεάν. Στη τελική, ούτε τσάμπα ήταν ποτέ, αφού από δικούς μας φόρους επιβίωνε, ούτε ακριβώς δημόσιο ήταν, αφού, για να μπει κανείς, όφειλε, πέρα από τα θρανία της δημόσιας δευτεροβάθμιας, να περάσει και από αυτά των ιδιωτικότατων φροντιστηρίων…

Ακόμη, λοιπόν, και αν θεωρούμε πως πρέπει να εναντιωθούμε στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που συμβαίνουν, για να αποφύγουμε καθαγιάσεις τέτοιου τύπου, θα πρέπει να γίνεται, μεταξύ άλλων σαφές, και ποια είναι η θέση μας για αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα, η θέση αυτή θα έπρεπε να είναι και η αφετηρία της όποιας περαιτέρω κινητοποίησης. Δεν είμαστε καθόλου σίγουροι και σίγουρες εάν αυτή η αφετηρία υπάρχει για όλους όσους ανήκουν στο μέτωπο που έχει συγκροτηθεί κατά του νόμου, δηλαδή φοιτητές, καθηγητές, διοικητικούς υπαλλήλους και άλλους εργαζομένους στα πανεπιστήμια. Ούτε εάν αυτή η αφετηρία είναι κοινή. Τίθενται, λοιπόν, τα εξής ερωτήματα: Γιατί η κάθε μια από αυτές τις φιγούρες στρέφεται κατά της ιδιωτικοποίησης; Έχουμε βάσιμες υποψίες πως οι λόγοι που οδηγούν σε αυτή την εναντίωση είναι αρκετά διαφορετικοί για την κάθε μια. Και βάση ποιας, λοιπόν, συμφωνίας αυτό το σώμα ανθρώπων συμμαχεί κατά του σχετικού νόμου; Με τι στόχο τελικά; Τα συμφέροντα είναι κοινά για όλους αυτούς; Ή είναι απλά μια στρατηγική επιλογή της λογικής ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Τα ερωτήματα αυτά θα έπρεπε να έχουν απαντηθεί απ’ όσους και όσες κινητοποιούνται κατά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Γιατί, αν δεν συμβαίνει αυτό, δημιουργούνται επικίνδυνες παρανοήσεις. Από την μεριά μας, ως συνέλευση έχουμε ξεκαθαρίσει πως δεν είναι οι αλλαγές που επιφέρουν οι παραπάνω νόμοι που μας φέρνουν απέναντι στο ιδιωτικοποιημένο πανεπιστήμιο, αλλά οι δομικοί του ρόλοι. Δηλαδή, η παραγωγή της γνώσης με καπιταλιστικούς όρους και η αναπαραγωγή των επιθυμητών από τ’ αφεντικά σχέσεων. Οι λειτουργίες αυτές είναι κοινές σε κάθε καπιταλιστικό πανεπιστήμιο, σε κάθε εκπαιδευτικό σύστημα που λειτουργεί προς όφελος της καπιταλιστικής οργάνωσης της παραγωγής. Υπ’ αυτήν την έννοια, η ιδιωτικοποίηση δεν αλλάζει και πολλά στις λειτουργίες αυτές. Δεν το κάνει καλύτερο ή χειρότερο, γιατί έτσι κι αλλιώς εξ ορισμού είναι σάπιο. Απλά τώρα, τ’ αφεντικά αποφάσισαν να το κάνουν περισσότερο κερδοφόρο απ’ όσο ήταν πριν. Από εκεί κι ύστερα, οι απολύσεις, οι μειώσεις μισθών και η εντατικοποίηση της εργασίας των εργαζομένων σε αυτό σίγουρα μας βρίσκουν εχθρικούς, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα μιας συνολικότερης στάσης μέσα στον ταξικό ανταγωνισμό και δεν έχει να κάνει με τους νόμους αυτούς καθ’ εαυτούς. Σε ό,τι αφορά τις μειώσεις μισθών καθηγητών πανεπιστημίων, δεν μπορούμε να πούμε πως συγκινούμαστε ιδιαίτερα, ούτε ότι αυτό μας κάνει να θέλουμε να σταθούμε στο ίδιο μέτωπο μαζί τους –μιλήσαμε αναλυτικά για την φάρα τους στο προηγούμενο τεύχος. Αλλά, ακόμη και σαν φοιτητές, δε μας ενδιαφέρει να υπερασπιστούμε τον τρόπο με τον οποίο παράγεται τελικά αυτή η γνώση μέσα στα φοιτητικά αμφιθέατρα.

Αυτές οι διαφωνίες δεν προκύπτουν στη βάση μιας ιδεολογικής γραμμής, έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Η επιλογή του να μη στέκεσαι στο ίδιο μέτωπο με μέχρι πρότινος κουφάλες, με τσιράκια των αφεντικών ή με απροκάλυπτα αφεντικά είναι, νομίζουμε, αυτονόητη στον ταξικό ανταγωνισμό ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Το ‘ο σκοπός αγιάζει τα μέσα’, που είναι αρκετά δημοφιλές στους κύκλους της αριστεράς, έχει αποτελέσει, πολλές φορές στο παρελθόν, πρόσχημα και δικαιολογία για μικρά ή μεγάλα εγκλήματα ενάντια στα εργατικά συμφέροντα και είναι σίγουρα μια λογική που δε θα θέλαμε να ακολουθήσουμε. Οι κοινότητες συμφερόντων έναντι των ξεκάθαρα εργατικών συμφερόντων, είναι εφευρέσεις που οι ίδιοι οι αριστεροί επινοούν για να έχουν δουλειά τα μαγαζάκια τους. Στα φοιτητικά, φυσικά δεν πρωτοτυπούν. Μάλιστα, εκεί επιβάλλεται, καθώς τα πανεπιστήμια είναι παραδοσιακά ο χώρος όπου αναπαράγονται πολιτικά. Είναι εφευρέσεις που μας αφήνουν το λιγότερο αδιάφορους, γιατί είναι στο πλαίσιο τέτοιων συμμαχιών, όπου το πολιτικό περιεχόμενο της όποιας υποψίας αγώνα μινιμάρεται σε τέτοιο βαθμό, που οδηγεί σε μαργαριτάρια, όπως για παράδειγμα το εν λόγω: ζήτω το δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο! Και είναι λογικό επακόλουθο πως, με τέτοιες εκπτώσεις, τα πολιτικά υποκείμενα που παράγονται να είναι παρόμοιου βεληνεκούς. Ακόμη και τα ίδια τα παπαγαλάκια της αριστεράς ξεχνούν και αυτά που θα περίμενες να ξέρουν, διατυπώνοντας απορίες της φύσης “ε εντάξει, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα… δεν είναι δα και τόσο χάλια το πανεπιστήμιο… ποιο είναι το πρόβλημα με τη γνώση;… η γνώση, ο επιστημονικός λόγος είναι αντικειμενική, το θέμα είναι εσύ τι κάνεις με αυτή” και άλλα χαριτωμένα. Ζητήματα στα οποία τα κινήματα έχουν δώσει απαντήσεις εδώ και σχεδόν μισό αιώνα.

Εν κατακλείδι, όσοι και όσες έχουμε λόγο να εναντιωνόμαστε στη δομή του πανεπιστημίου, είτε ξεκινώντας την κριτική μας σε αυτήν ωθούμενοι από την επερχόμενη ιδιωτικοποίησή του, είτε οδηγούμενοι από μια συνολικότερη κριτική, αν μη τι άλλο, πρέπει να μπορούμε να αναγνωρίζουμε ποιοι είναι σύμμαχοί μας και ποιοι όχι. Διαφορετικά, το πολιτικό περιεχόμενο και οι δράσεις που μπορεί να προκύψουν κινδυνεύουν να έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που θα περίμενε κανείς.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *