Καλοκαίρι 3ης λυκείου, 2005. Προ κρίσης. Κάπου ανάμεσα στις πρώτες διακοπές με φίλους και στις καθιερωμένες διακοπές με γονείς. Ίσα που έχεις προλάβει να πάρεις μια ανάσα για να σκεφτείς τί αφήνεις πίσω -δώδεκα χρόνια πρωινού ξυπνήματος, αυστηρού ωραρίου, σχολικής πειθαρχίας, γονεϊκής πίεσης, πολύωρου διαβάσματος, περιορισμένου ελεύθερου χρόνου.. Δώδεκα χρόνια, που σκοπό είχαν να σε προετοιμάσουν για τα επόμενα σαράντα που θα έρθουν, όχι τόσο σε γνωστικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε ότι αφορά στο πρόγραμμα, την πειθαρχία, την υπακοή και το «σεβασμό» στους αποπάνω. Πριν, όμως, από αυτήν την σαρανταετία –που φαίνεται και είναι βουνό-, οι πιο προνομιούχοι, βαθμολογικά και χωρίς την ανάγκη εύρεσης εργασίας, εκ των αποφοίτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης θα απολαύσουν ένα πεντάχρονο-εξάχρονο διάλειμμα φοιτητικής ζωής. Και εκεί που μόλις έχεις γυρίσει από τις πρώτες ενήλικες διακοπές και είσαι σίγουρη ότι έχεις μπεί στο κλαμπ των μεγάλων, βρίσκεσαι να κρατάς ένα μάτσο σελίδες με γραμμές και κουτάκια. Μηχανογραφικό δελτίο λέγεται και σε περιμένει να το συμπληρώσεις και να καθορίσεις έτσι την υπόλοιπη ζωή σου. Από την πρώτη μέρα δουλειάς μέχρι και τη μέρα που θα πεθάνεις και θα σταματήσεις να παίρνεις τη σύνταξη, η οποία καθορίστηκε σύμφωνα με την απόφαση πήρες στα 17 και μισό. Μεγάλο το άγχος έτσι; Ξαφνικά ξεχνάς πόσο γαμάτο είναι που μεγάλωσες και θέλεις πάλι να μπεις στην αγκαλιά της μανούλας σου. Η μανούλα σου όμως έχει μετατραπεί σε ένα αδίστακτο θηρίο που σε καλεί επιμόνως να αναλάβεις τις ευθύνες σου. Χωρίς να λείπουν βέβαια οι προσπάθειες επηρεασμού του τελικού αποτελέσματος!

Για όσες και όσους από μας δεν γεννηθήκαμε ξέροντας τι θα γίνουμε όταν θα μεγαλώσουμε, για όσες και όσους επιλέξαμε να μην ακολουθήσουμε τη στρωμένη δουλειά του μπαμπά ή της μαμάς, η συμπλήρωση του μηχανογραφικού ήταν λίγο πολύ ρουλέτα. Κάτι το όνομα της σχολής, κάτι ένας γνωστός που τελείωσε την τάδε σχολή και διέπρεψε, κάτι οι ανερχόμενοι κλάδοι με πολλά υποσχόμενο μέλλον και επαγγελματική αποκατάσταση, κάτι το νεαρό της ηλικίας, λες «δε γαμιέται, θα συμπληρώσω τα κουτάκια και ό,τι ήθελε προκύψει..» Φυσικά, οι πάντα στοργικοί γονείς, που θέλουν το «καλύτερο για τα παιδιά τους» και που ονειρεύονται για εκείνα «ένα μέλλον καλύτερο από το δικό τους», μη μπορώντας να αποβάλλουν το φετίχ των υψηλόβαθμων σχολών, ωθούν πολλές φορές τα παιδιά τους να αξιοποιήσουν και το παραμικρό βαθμολογικό μόριο. Έτσι, ενώ μπορεί το ενδιαφέρον να περιστρέφεται, λόγου χάρη, γύρω από ένα ΤΕΙ, η αγωνία των γονιών να μην πάει η «εξυπνάδα» και τα πολλά μόρια στράφι και ο καθαγιασμός των υψηλόβαθμων αεί οδηγούν συχνά σε λάθος επιλογές που μπορεί να αποβούν μοιραίες για τη μελλοντική φοιτήτρια..
Και κάπως έτσι, βρίσκεσαι να κάνεις εγγραφή σε μια σχολή, που ίσως δεν σε πολυψήνει, αλλά αυτό έχεις καιρό να το πάρεις απόφαση και να το διαχειριστείς, γιατί η μεγάλη φοιτητική ζωή μόλις άρχισε! Και αν η οικογενειακή οικονομική κατάσταση σου επιτρέπει να μην δουλεύεις παράλληλα, όπως στην πλειοψηφία των φοιτητών, τότε ξεκινάει και το πάρτυ. Οι πρώτες παρέες δεν είναι συνήθως καθοριστικές, ίσως ακόμα να είναι και αποπροσανατολιστικές. Σιγά σιγά όμως, αρχίζεις να μπαίνεις στο νόημα της σχολής, να προσπαθείς να προσαρμοστείς στο μικρόκοσμο της και να γνωρίζεις πράγματα και καταστάσεις που θα καθορίσουν το υπόλοιπο σου ως φοιτήτρια, αλλά και ως μελλοντική εργαζόμενη. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, η λίστα με τα «πράγματα που δεν θέλω να γίνω» θα μεγαλώνει, μέρα με τη μέρα, κατά τη διάρκεια της θητείας σε ένα από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα..

Γνωριμία με τα κόμματα

Από τις πρώτες εικόνες ενός πρωτοετή είναι αυτές των κομματόσκυλων, που μέχρι και σαμπάνια στα μπουζούκια θα σε κεράσουν για το καλό του κόμματος. Τα κονέ με τους καθηγητές δίνουν και παίρνουν και έτσι, εκτός από τα πάρτυ και τις εκδρομές, τα κομματόσκυλα μπορούν να σου υποσχεθούν μία σχετικά ανώδυνη, από πλευράς διαβάσματος, φοιτητική καριέρα, αρκεί να σε δουν να ρίχνεις το σωστό ψηφοδέλτιο στην κάλπη των φοιτητικών εκλογών. Αν δε αποκτήσεις και ταυτότητα του κόμματος, τότε οι δρόμοι για μία ακαδημαϊκή καριέρα, δίπλα σε έναν ιδίου χρώματος καθηγητή, μπορούν να ανοίξουν διάπλατοι. Δεν έχει σημασία αν συμμερίζεσαι τις παπαρολογίες που διαλαλεί κάθε κόμμα, εσύ πρέπει να ζυγιάσεις τις παραμέτρους και να επιλέξεις τη σωστή κουρτίνα. Ε, και να δίνεις το παρών όπου το κόμμα σε χρειάζεται για να διατηρείς τις ισορροπίες. Ο λαός το έχει πει σοφά και η πλειοψηφία του το ακολουθεί τυφλά: «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».. Το πρώτο σκίρτημα αηδίας είναι γεγονός.

Γνωριμία με τους καθηγητές

Τα πρώτα εξάμηνα, οι εντυπώσεις από τους καθηγητές μπορεί να περιορίζονται σε καλό και κακό τρόπο διδασκαλίας. Αν, όμως, είσαι έστω και λίγο υποψιασμένη, αρχίζεις και βλέπεις λίγο παραπέρα από αυτό. Έτσι, συνειδητοποιείς ότι ο ένας είναι λαμόγιο, ο άλλος την πέφτει σε φοιτήτριες, ο τρίτος είναι δεξιός, ο τάδε τοκογλύφος με έδρα τη σχολή σου, ο δείνα έχει κάνει υπερκομπίνα με εκδοτικούς οίκους και στα μισά μαθήματα είσαι υποχρεωμένη να διαβάζεις τα άχρηστα βιβλία του. Στο μάθημα, ο μόνος κάτοχος της αλήθειας είναι αυτός που κάθεται πίσω από την έδρα. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση του γνωστικού περιεχομένου και του τρόπου διδασκαλίας πάει στα αζήτητα και έρχεσαι αντιμέτωπη με τη σκληρή αλήθεια: το πανεπιστήμιο και ό,τι αυτό συνεπάγεται έχει γίνει, χρόνο με το χρόνο, μια στείρα διαδικασία, που μοναδικό σκοπό έχει να σε κάνει άλλο ένα αναλώσιμο προϊόν για την αγορά εργασίας. Οι καθηγητές, σαν μία άλλη όψη των αφεντικών, προωθούν την εντατικοποίηση, την πειθαρχία, τον ατομισμό και την ανταγωνιστικότητα. Κάθε κριτική της γνώσης καθίσταται γραφική και άσκοπη, αφού οι ίδιοι οι καθηγητές το δηλώνουν ξεκάθαρα: «Αν θες να κάνεις καριέρα, θα κάνεις ό,τι σου πω». Στον ίδιο χορό πρέπει να χορέψουν και όσοι φοιτητές θέλουν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή καριέρα. Γιατί η ουρά για τέτοιες θέσεις είναι μεγάλη και τα κουμάντα δεν χωράνε κρίσεις συνείδησης και ηθικής.

Γνωριμία με τους μελλοντικούς καριερίστες

Αργά ή γρήγορα, θα έρθεις αντιμέτωπη και με τους συνομήλικους σου και θα καταλάβεις γιατί αυτό το σαθρό οικοδόμημα που λέγεται πανεπιστήμιο συνεχίζει να λειτουργεί και να παράγει προϊόντα προς πώληση. Γιατί οι ίδιοι οι φοιτητές διατηρούν αυτή τη σαπίλα, είτε γιατί τους βολεύει, είτε γιατί θέλουν απλά το χαρτί για να φεύγουν. Οι περιπτώσεις δεν είναι λίγες: τα τσουτσέκια των καθηγητών, η τύπισσα που δεν θα σε αφήσει να αντιγράψεις από την κόλλα της στην εξεταστική, τα μαμόθρευτα που το παίζουν φοιτητές για να παίρνουν τη χρηματοδότηση από το σπίτι, ο τύπος που θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να πάρει καλύτερο βαθμό από σένα, οι ταγμένοι μελλοντικοί επιστήμονες που σε κοιτάνε σαν εχθρό αν αμφισβητήσεις την επιστήμη τους, οι αυριανοί καριερίστες που το πάνε για πρωταθλητισμό στο πάτημα επί πτωμάτων.. Ο κύκλος επαφών σου αρχίζει συνειδητά να στενεύει και, κάπου εκεί, αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τα κουτάκια που συμπλήρωσες στο μηχανογραφικό.

Γνωριμία με την αγορά εργασίας

Μεταξύ 19 και 20 και ενώ έχεις παραγνωριστεί με τη σχολή και όσους την απαρτίζουν, έχουν αρχίσει να σε ζώνουν τα φίδια. Τα μαθήματα δεν τα παρακολουθείς, γιατί δεν θέλεις και δεν μπορείς να πιέσεις τον εαυτό σου να μάθει κάτι που σου είναι παντελώς αδιάφορο. Στη σχολή δεν ψήνεσαι να πατάς, γιατί, δυστυχώς ή ευτυχώς, έκανες αρκετά νωρίς τις γνωριμίες που αναφέραμε παραπάνω. Με τους λίγους ανθρώπους, που μπορείς να συνεννοηθείς εκεί μέσα, ετοιμάζετε κομπίνες με σκονάκια και μηνύματα στις εξεταστικές, μπας και περάσεις κανά μάθημα να έχεις να λες στους γονείς και έρθεις και λίγο πιο κοντά στο πτυχίο, το οποίο φαντάζει όλο και πιο μακρινό.. Καλά όλα αυτά, αλλά ποιον κοροϊδεύεις; Καλή η φοιτητική ζωή (λέμε τώρα), αλλά μάλλον βαρέθηκες να πηγαίνεις από καφέ σε καφέ και θέλεις να νιώσεις λίγο χρήσιμη στον εαυτό σου. Αποφασίζεις, λοιπόν, να βρεις μια δουλειά. Part-time, αρχικά, και για να βγάζεις ένα παραπάνω χαρτζιλίκι για ταξίδια και λοιπά έξοδα που δε θέλεις να ζητήσεις από τους γονείς σου. Part-time, γιατί έχεις στο νου και το πρόγραμμα της σχολής, που, σε κάθε καινούριο εξάμηνο, αντιγράφεις με προσήλωση στο σημειωματάριο αλλά στην πορεία τείνεις να το ξεχνάς.

Και περνάς από διάφορες part-time δουλειές, τηλεφωνικά κέντρα, καφετέριες, κάλυψη ρεπό, που κατά παράδοση γίνονται από φοιτητές. Και σιγά-σιγά ανακαλύπτεις ότι η γυάλα του πανεπιστημίου έχει αφήσει απέξω κάθε ίχνος εργατικής συνείδησης. Γιατί η ιδιότητα του φοιτητή μεταφράζεται στα αυτιά του αφεντικού σαν ευκαιρία για «μαύρους» και φθηνούς εργάτες. Και αυτό το έχουν κάνει κατεστημένο οι ίδιοι οι φοιτητές, τις δύο τελευταίες δεκαετίες, με το πρόσχημα της περιστασιακής απασχόλησης για έξτρα χαρτζιλίκι και με τη φαντασίωση ότι «σιγά μωρέ, εγώ περαστικός είμαι από δω. Όταν πάρω πτυχίο και πιάσω ‘κανονική’ δουλειά θα ζητήσω ότι μου αντιστοιχεί».. Λες και οι δουλειές που προαναφέρθηκαν δεν είναι κανονικές δουλειές. Λες και οι άνθρωποι που τις κάνουν για να επιβιώσουν, αξίζουν να μην παίρνουν ένσημα, αφού δεν κόπιασαν αρκετά ώστε να μπουν σε κάποια σχολή. Λες και τα αφεντικά των ονειρεμένων μελλοντικών δουλειών τους διαφέρουν πολύ από το αφεντικό της καφετέριας και θα έχουν συνδικαλιστικές ανησυχίες. Έχεις φτάσει, λοιπόν, στο σημείο να βρίζεις το φοιτητικό υποκείμενο στην πλειοψηφία του, πράγμα παράλογο, αφού είσαι και εσύ μέρος του. Συνειδητοποίηση και αυτοκριτική…

Και έχουν περάσει άλλα τρία χρόνια, κοροϊδεύοντας πρώτα τον εαυτό σου και κατ’ επέκταση τους γονείς σου, που, κάθε μήνα, σε ρωτάνε πότε θα δούνε πτυχίο. Και αποφασίζεις να βρεις κανονική δουλειά και δικό σου σπίτι. Με τα δικά σου λεφτά. Γιατί μεγάλωσες και πρέπει να αρχίσεις να χτίζεις τη ζωή σου χωρίς δεκανίκια, αλλά με αλληλεγγύη και συντροφικότητα. Έχεις αρχίσει να παίρνεις χαμπάρι ότι δε θέλεις ποτέ να πιάσεις στα χέρια σου το πτυχίο, γιατί δε θέλεις να συνεχίσεις να είσαι μέρος του παρηκμασμένου και σάπιου από τη βάση εκπαιδευτικού μηχανισμού ανατροφοδοτώντας τον. Αλλά, στο πίσω μέρος του μυαλού σου, έχεις την ανασφάλεια της έλλειψης «ενός χαρτιού» και τις ενοχές για το κλείσιμο μιας μεγάλης πόρτας. Η οικονομική κρίση, όμως, και η αύξηση των άνεργων πτυχιούχων, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, δεν μπορούν να συλλάβουν το γεγονός ότι την πάτησαν έτσι, έρχεται να σε επαναφέρει στην πραγματικότητα και να συντομέψει την απόφαση σου. Δε θες να γίνεις άνεργη πτυχιούχος. Για την ακρίβεια, δε θες να γίνεις καθόλου πτυχιούχος γιατί έχεις πάψει να αναγνωρίζεις το θεσμό του πανεπιστημίου με τη σημερινή του μορφή.

Αποφασίζεις να το ανακοινώσεις στους γονείς σου, γιατί πλέον είσαι σίγουρη και μπορείς να επιχειρηματολογήσεις. Και, επειδή σου έχουν εμπιστοσύνη, το δέχονται, ή τουλάχιστον έτσι σου λένε. Αλλά μερικές φορές, τους πιάνει το παράπονο. Και θέλουν να στο μεταφέρουν. Και σου λένε «πάρτο παιδί μου το πτυχίο σου να βρεις μια δουλειά της προκοπής, για πάντα σερβιτόρα θα είσαι»; Και τότε τους το ξεστομίζεις: «Ναι! Για πάντα σερβιτόρα θα είμαι. Και γραμματέας. Και κούριερ. Και μπουφετζού. Και ταμίας. Και τηλεφωνητής. Και πωλήτρια. Και εργάτρια. Και εργάτης. Και στη φαντασία μου θα φτύνω στα μούτρα τούς καριερίστες και τα στελέχη-πρώην συμφοιτητές μου, που νομίζουν ότι, επειδή κάθονται σε καλύτερη καρέκλα από μένα, έχουν βρει το νόημα της μίζερης ατομικής ζωής τους. Και αυτούς που, ενώ οι συνθήκες εργασίας τους τούς καθιστά εργάτες ή και εθελοντές, αρνούνται να το παραδεχτούν, γιατί δουλεύουν πάνω στο αντικείμενο των σπουδών τους και εμπλουτίζουν το βιογραφικό τους. Και αυτούς που γίνανε αφεντικά για να έχουν εργάτες στη δούλεψη τους, αλλά να μην είναι οι ίδιοι. Και αυτούς που τα κάνανε πλακάκια με τους καθηγητές τους για μια θέση διδακτορικού, θέλοντας να εξασφαλίσουν ακαδημαϊκή καριέρα στο νοσηρό αυτό εκπαιδευτικό σύστημα. Θα έχω, όμως, πάντα γύρω μου και δίπλα μου ανθρώπους με παρόμοιες επιλογές, που θα έχουν συνείδηση της θέσης και της τάξης τους και δεν θα έχουν βλέψεις για ανέλιξη στην ανθρώπινη πυραμίδα». Και μπορεί κάποια στιγμή οι γονείς σου να καταλάβουν την επιλογή σου…

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *