Σοκ, φρίκη, δείτε τί δήλωσε χολιγουντιανή σταρ για το αιματοκύλισμα της ελευθερίας του λόγου και το ξεπούλημα της τρομοκρατίας στους γερμανούς σεΐχηδες, μετά από έρευνα της αστυνομίας στη σκηνή του αποτρόπαιου εγκλήματος.(ΒΙΝΤΕΟ)

Στη συνέλευση του gameover έχουμε συζητήσει αρκετά για τους τρόπους με τους οποίους το θέαμα οργανώνει και μονοπωλεί το πεδίο της αντιληπτικής ικανότητας της ντόπιας (και όχι μόνο) κοινωνίας, όσον αφορά στα γεγονότα, τη μεσολάβηση και την πρόσληψή τους μέσω της “ενημέρωσης”. Ειδικά τα χρόνια μετά το Δεκέμβρη του 2008, τα παραδείγματα που προσφέρονται για να παρατηρήσει κανείς αυτόν το μηχανισμό διαχείρισης από τη μεριά του κράτους και των μήντια, είναι άφθονα, με χαρακτηριστικότερο ίσως το θέμα των “παράνομων” μεταναστών.
Το μεταναστευτικό ζήτημα έχει γίνει αντικείμενο πολλαπλών πειραματισμών από τη δημόσια τάξη -υγειονομική βόμβα, στρατόπεδα συγκέντρωσης και ο πρόσφατος “Ξένιος Δίας”- οι οποίοι κινούνται πάντα στον άξονα υποτίμησης της εργασίας και της ίδιας τους της ζωής, ενώ παράλληλα στοχεύουν στη νομιμοποίηση αυτής της υποτίμησης στα μάτια των ντόπιων θεατών. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται σχεδόν σε όλα τα παραδείγματα. Καφρίλα και νομιμοποίηση. Οι οροθετικές πόρνες που διαπομπεύτηκαν και προφυλακίστηκαν την Άνοιξη του 2012, οι καταλήψεις που εκκενώθηκαν θεαματικά στην αρχή της φετινής χρονιάς, με το πρόσχημα ότι είναι “κέντρα ανομίας”, οι τακτικές συχνής δημοσιοποίησης στα μμε φωτογραφιών και στοιχείων συλληφθέντων, πριν γίνουν οι δίκες και οι πρόσφατες επιστρατεύσεις απεργών, φτιάχνουν ένα κατάλογο που συνεχώς μεγαλώνει. Έναν κατάλογο ενεργειών του κράτους που κινούνται στα όρια ακόμα και της δικής του έννοιας της νομιμότητας, κι όμως γίνονται εντελώς αποδεκτές από το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας.

Αν κανείς παρακολουθεί τις ειδήσεις σε εφημερίδες, τηλεόραση και ίντερνετ, όλον αυτόν τον καιρό, ενώ παράλληλα συζητάει ή κρυφακούει στο δρόμο, στη δουλειά, ακόμα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αντιλαμβάνεται γρήγορα μια έντονη αντίφαση η οποία φαίνεται να είναι γέννημα-θρέμμα του συνδυασμού “κοινωνία του ώριμου θεάματος / (σε)κρίση”. Η άνοδος της ακροδεξιάς, και επίσημα από πέρυσι, φανερώνει ούτως ή άλλως μια συντηρητική κοινωνική αναδίπλωση, η οποία όπως πολλοί συμπεραίνουμε δεν ξεκίνησε τώρα, αλλά βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Αυτός λοιπόν ο νεο-συντηρητισμός, η ευθιξία/υπερευαισθησία απέναντι σε ένα πεδίο (όχι και τόσο νέων) θεμάτων (από την εθνική ενότητα μέχρι τις σχέσεις των δύο φύλων), φαίνεται πως συνυπάρχει στα μυαλά και τις συνειδήσεις με μια παράλληλη αδιαφορία/αναισθησία απέναντι σε ένα άλλο πεδίο ζητημάτων (όπως ο πόλεμος-στους Άλλους- και η άγρια εργατική μας υποτίμηση), τα περισσότερα από τα οποία, αν και εξαιρετικής σημασίας, αντιμετωπίζονται συχνά με ακραία παράλογο κυνισμό. Αυτή η αντίφαση μπορεί να ξαφνιάζει αλλά αν την εξετάσει κανείς προσεκτικά, θα ανακαλύψει μέσα της μια μακρόχρονη και δουλεμένη διαχείριση των εικόνων, του θεάματος εν γένει, η οποία δε μας είναι καθόλου άγνωστη.

 

Αυτοματισμός/αναισθητοποίηση

Στο προηγούμενο τεύχος, στο κείμενο για την εκκένωση της Villa Αmalias, εστιάσαμε στη διαδικασία αυτοματισμού που δημιουργείται από τη συνεχή εκπαίδευση στο παράδειγμα των εικόνων, μέσα από τα μμε. Αυτή η διαδικασία έχει δύο συνιστώσες. Η πρώτη αφορά στη σταδιακή δημιουργία ενός περιβάλλοντος “πληροφοριοποίησης”. Της συνθήκης δηλαδή κατά την οποία όλα τα γεγονότα ανάγονται σε μία ενιαία μονάδα μέτρησης-κωδικοποίησης, γίνονται πληροφορίες. Οι ακολουθίες των διαφορετικών θεμάτων στις ειδήσεις, το πού μπαίνουν οι διαφημίσεις, τι είδους είναι και πόσο διαρκούν, είναι ενδεικτικό του πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο. Κοιτάζοντας βέβαια το ίντερνετ, οι παραπάνω τρόποι της τηλεόρασης και των περιοδικών, μοιάζουν σχεδόν πρωτόγονοι. Κι αυτό γιατί πλέον σε μια ιστοσελίδα μπορούν εύκολα να εμφανίζονται δεκάδες ειδήσεις, σε παρόμοιο φορμά με τις διαφημίσεις, ή και το αντίστροφο. Οι ειδήσεις αυτές δεν υφίστανται κατηγοριοποίηση με βάση το κοινό περιεχόμενό τους, αλλά περισσότερο τοποθετούνται στο πεδίο του ματιού σαν ένα μωσαϊκό από διαφορετικές εικόνες, ένα κολλάζ με “λίγο απ’ όλα”, που έχει σαν στόχο να αιχμαλωτίσει το βλέμμα σε κάποιο σημείο του, προκαλώντας εντύπωση.

Έτσι μπορεί να καταλήξεις να ανοίξεις 10 καρτέλες και να διαβάζεις ταυτόχρονα ή σε γρήγορη ακολουθία για τους εν ψυχρώ δολοφονημένους εργάτες στα ορυχεία της Ν. Αφρικής (βλέποντας και το αντίστοιχο βίντεο από τα κινητά των μπάτσων/εκτελεστών), ενώ από κάτω αναβοσβήνει μια είδηση για το ντεκολτέ μιας διάσημης ηθοποιού ή μιας κρέμας για τα σπυράκια, να ανοίγεις την επόμενη καρτέλα και να διαβάζεις μια επιστημονική ανακάλυψη για τον κόσμο των ζώων (και embedded βίντεο από πιθήκους μήπως κάνεις το συνειρμό με τους αφρικανούς στην προηγούμενη σελίδα) και μετά μια είδηση για το τάδε νέο εμβόλιο, που βαριέσαι να τη διαβάσεις με τόσους ιατρικούς όρους οπότε την περνάς στα γρήγορα λέγοντας από μέσα σου μπράβο στην επιστήμη. Πατάς refresh και συνεχίζεις.

Ας φανταστούμε έναν υγιή άνθρωπο να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τα γεγονότα και τη σημασία τους ενόσω διαβάζει. Είναι αδύνατον. Δεν μπορείς να φρικάρεις, να απογοητεύεσαι, να προβληματίζεσαι, να καυλώνεις, να απορείς, να φοβάσαι, να γελάς και να απελπίζεσαι μέσα στα μάξιμουμ 5-10 λεπτά της περιήγησης ανάμεσα στις γενικές ειδήσεις μιας ιστοσελίδας, εκτός κι αν προσπαθείς να τρελαθείς εσκεμμένα. Σε κάποιους λασκάρουν όντως οι βίδες, αλλά στους περισσότερους συμβαίνει το αναμενόμενο: απλά μαθαίνουν να μη σκέφτονται, να μη νιώθουν τίποτα βαθύτερο. Και να μη θυμούνται τίποτα παραπάνω από αμυδρές εικόνες και τίτλους. Πληροφορίες.

Η δεύτερη συνιστώσα του αυτοματισμού είναι η επανάληψη. Μέσα στο φαινομενικό χάος των ειδήσεων, η επανάληψη συμβαίνει και μάλιστα με καθόλου τυχαίο τρόπο. Ο μηχανισμός είναι κι εδώ εύκολο να φανεί. Οι ίδιες ή παρόμοιες ειδήσεις, συνοδευόμενες από κλασικούς τίτλους και πιασάρικες ατάκες, επαναλαμβάνονται σε ποσότητα και συχνότητα, αποκρύπτοντας μέσω της γρήγορης κατηγοριοποίησής, τις ουσιαστικές διαφορές στα περιεχόμενά τους. Φυσικά όπως σε κάθε κατηγοριοποίηση, πρέπει κατ’ αρχάς να προηγηθεί μια απλοποίηση αυτών των περιεχομένων. Το έχουμε ξαναπεί: οι εικόνες είναι το κατεξοχήν εργαλείο που διευκολύνει τη νοηματική αφαίρεση αλλά και τη μετατροπή των γεγονότων/απόψεων σε κλισέ, τα οποία αργότερα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αυτόματα. Κι αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή από τη φύση τους δεν απαιτούν ιδιαίτερη σκέψη ή αιτιολόγηση. Αρκεί η θέασή τους. Στην περίπτωση των ειδήσεων στο ίντερνετ, το ίδιο συμβαίνει και με το κείμενο που τις συνοδεύει. Είναι τόσο σύντομο και σε τέτοιο βαθμό κωδικοποιημένο που το αντιμετωπίζουμε κι αυτό σαν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας-είδησης. Το νόημα έρχεται να συνοδέψει την εικόνα και όχι αυτή να υποβοηθήσει στην κατανόηση του νοήματος, που θα ήταν το ζητούμενο για κάποιον που θέλει πραγματικά να ενημερωθεί. Με αυτόν τον τρόπο πολλές παρόμοιες, αλλά στην ουσία διαφορετικές, ειδήσεις μπορούν να δομούνται σαν εικόνες ενός κοινού επαναλαμβανόμενου νοήματος, και άρα υποσυνείδητα να αντιμετωπίζονται σαν ίδιες.

Πώς λειτουργεί εν τέλει ο αυτοματισμός; Σε πρώτο στάδιο τα γεγονότα πληροφοριοποιούνται και έτσι χάνουν τη διαφορετικότητα ως προς το νόημα και τη σημασία τους. Πάνω σε αυτήν την ενιαία αντιμετώπιση των ειδήσεων ως πληροφορίες, πατάνε οι διαχειριστές των εικόνων για να φτιάξουν σε ένα δεύτερο στάδιο το νέο, δικό τους λεξιλόγιο. Αυτό επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς μέσα από την απλοποίηση του κειμένου, τη σύνδεσή του με την εικόνα ή καλύτερα, τη δόμηση ολόκληρης της είδησης σαν εικόνα, χωρίς πολύ συγκεκριμένο νόημα. Στη συνέχεια, επαναλαμβάνοντας αυτά τα παρόμοια σετ εικόνων-ειδήσεων, το μυαλό εκπαιδεύεται εν τέλει στις νέες γενικές σημασιοδοτήσεις τους, με έναν παβλωφικό τρόπο, κατά τον οποίο αρκεί η εικόνα ενός πράγματος/γεγονότος για να φέρει αυτόματα στο μυαλό το γενικό νόημα με το οποίο αυτή η εικόνα έχει συνδεθεί. Ένα νόημα όμως που μας έχει δοθεί έτοιμο, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με πραγματικές μας εμπειρίες, που απευθύνεται κυρίως στο θυμικό μας και που πολύ συχνά έρχεται να αντικαταστήσει ακόμα και αυτά που χρόνια γνωρίζαμε για διάφορα πράγματα, με νέες ψεύτικές σημασίες. Δεν είναι να απορούμε λοιπόν που διάφορα σημαντικά γεγονότα είτε περνούν απαρατήρητα (γιατί δε δημοσιοποιούνται με τους παραπάνω τρόπους και την αντίστοιχη συχνότητα) είτε, το χειρότερο, γίνονται πανεύκολα αντικείμενο διαστρέβλωσης, επανανοηματοδοτούνται από τα πάνω και αντιμετωπίζονται από ένα σημείο και μετά σαν ταμπέλες, δηλαδή με εύκολα συμπεράσματα, αδιαφορία και κυνισμό.

 

Τα σύγχρονα ταμπού, η άλλη όψη του κυνισμού.

Σε εποχές όπως αυτή, που όλα καταρρέουν, σε κοινωνίες που έχουν εκπαιδευτεί στη μεταφυσική και στη λήθη, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τις αιτίες και τους συσχετισμούς ανάμεσα στα προβλήματά τους, επικρατεί, και το βλέπουμε ήδη, ένας διανοητικός, συναισθηματικός και υλικός πανικός. Και μέσα σε αυτόν τον πανικό, αυτόν το χείμαρρο δυσμενών εξελίξεων και ήττας, όλοι ψάχνουν αντανακλαστικά να πιαστούν από ένα σταθερό σημείο, από ό,τι φαίνεται πως είναι πιο δυνατό και πως μέσα στο χάος θα κρατήσει. Και τί είναι πιο ισχυρό μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας; Ποιό δέντρο είναι πιο βαθιά ριζωμένο από αυτό του μικροαστισμού, μαζί με ό,τι το θρέφει; Δηλαδή τη λατρεία της ιδιοκτησίας, της εξουσίας και της πατρίδας, το εθνικό συμφέρον, την οικογένεια και τις έμφυλες σχέσεις που αναπαράγει, τη θρησκεία (είτε την παραδοσιακή είτε τη new age εκδοχή της).
Οι αρνήσεις των 70′, όσο κι αν φαίνονταν απελευθερωτικές όταν δημιουργούνταν, έγιναν τελικά το αντικείμενο μιας μακροχρόνιας επένδυσης από τη μεριά των αφεντικών. Με την εθελοντική συμμετοχή των υπηκόων, κατέληξαν να ξανασερβίρονται διαστρεβλωμένες στο σήμερα σαν ελευθερίες ελεγχόμενες αυστηρά από το εμπόρευμα και τις εξουσίες, συγκροτώντας ένα νέο σώμα από ταμπού, τα οποία έμοιαζαν ξεπερασμένα από καιρό. Το σώμα ενοχοποιείται, το φύλο ενοχοποιείται, η φυλή, το αίμα, η εργασιακή και οικονομική κατάσταση, η πολιτική ταυτότητα. Όλα ενοχοποιούνται εκ νέου. Δυσκολευόμαστε όλο και περισσότερο να κάνουμε ανοιχτά κριτική σε θέματα που μέχρι πρότινος νομίζαμε πως είχαν κατακτηθεί. Γιατί κριτική σημαίνει αποδόμηση και αμφισβήτηση πρώτα απ’ όλα. Και όσο πιο σταθερά / παγιωμένα / αποφασισμένα εμφανίζονται ορισμένα ζητήματα, ενόσω γκρεμίζονται όλα τα υπόλοιπα, τόσο μετατρέπονται σε ισχυρά σύμβολα και λειτουργούν συνειδησιακά σαν τέτοια. Κι αυτό δεν είναι κάτι που συνέβη σε μια νύχτα. Χρειάστηκαν κάμποσες δεκαετίες κουκουλώματος για χάριν της ευημερίας και της σταθερότητας, δεκαετίες αποφυγής των ρήξεων και βολέματος, για να φτάσουμε σήμερα να ακούμε ξανά επίσημα και ανοιχτά βρισιές για “κομμούνια”, απεργούς πουλημένους, γυναίκες στην κουζίνα τους, ανώμαλες αδερφές, σκουρόχρωμους υπανθρώπους, τιμές, αίματα και ιερές πατρίδες, σαν κάτι φυσιολογικό, σαν κάτι που μπορεί να λέει κανείς ανοιχτά και ανενόχλητα. Χρειάστηκαν κάμποσες δεκαετίες εκπαίδευσης στη σαπίλα της μικροαστικής κουλτούρας. Αρκεί να πάρει κανείς σαν παράδειγμα τις κατά καιρούς σειρές ανεκδότων για τους αλβανούς (που τώρα έγιναν πακιστανοί), για τους τσιγγάνους, τους πόντιους, τις ρωσίδες, τις ξανθιές, τους χριστιανούς, τους παντρεμένους. Με αυτά μεγαλώσαμε και καταλάβαμε πολύ καλά τον υπόκωφο πόλεμο από τον οποίο ξεπηδούσαν τέτοιες απόψεις, που νομιμοποιούνταν και αναπαράγονταν ανάμεσα στους έλληνες -μικροαστούς και όχι μόνο- (και) μέσω του γέλιου και της κοροϊδίας. Τώρα καταλαβαίνουμε επίσης, πως στη δύσκολη στιγμή, αυτή η κουλτούρα είναι που πετρώνει και δημιουργεί τείχη βεβαιοτήτων και πεδία επιβολής όσων τυχαίνει να βρίσκονται έστω και πρόσκαιρα σε πλεονεκτική θέση απέναντι σε κάποιους άλλους.

 

Κάπως έτσι φτάνουμε να ζούμε μέσα στις δύο συνθήκες που περιγράψαμε. Από τη μία είμαστε εντελώς κυνικοί και αδιάφοροι απέναντι σε μια ευρεία γκάμα σημαντικών γεγονότων που μας αφορούν άμεσα ή έμμεσα, ενώ από την άλλη είμαστε εξαιρετικά εύθικτοι όταν πρόκειται με οποιονδήποτε τρόπο να αγγίξει κανείς τα κλαδιά και παρακλάδια της κουλτούρας του μικροαστικού εθνικού κορμού, που μέσα στην κρίση πολλοί εύχονται να είναι το σταθερό τους σημείο. Τα ξαναζεσταμένα και σύγχρονα ταμπού που όλο και κατακτούν τα πεδία του δημόσιου λόγου και η αναισθητοποίηση και ο κυνισμός, γίνονται οι ρίζες και τα κλαδιά του ίδιου δέντρου. Όσο μεγαλώνει το ένα, τόσο και το άλλο. Γιατί όσο πιο πολλά χαρίζει κανείς αδιαφορώντας στις εξουσίες και τον ολοκληρωτισμό, τόσο πιο λίγα και αρτηριοσκληρωτικά του μένουν να υπερασπιστεί.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *