Είναι 8 το πρωί και περπατάω βαριεστημένα στη Πατησίων, πηγαίνοντας για δουλειά, όταν βρίσκομαι μπροστά σε αυτόν τον απροσδόκητο συνδυασμό γεγονότων:

Μέσα ένα απαστράπτον φαρμακείο, η ιδιοκτήτρια σκουπίζει σχολαστικά το ήδη πεντακάθαρο πάτωμα. Σε μια οθόνη στη βιτρίνα του μαγαζιού, εκατοντάδες άνθρωποι, ντυμένοι με μπλε και άσπρα ρούχα σκουπίζουν με συγχρονισμένη μανία ένα γιγάντιο δόντι, υποδυόμενοι τις γαλανόλευκες τρίχες μιας διαφημιζόμενης ελληνικής οδοντόβουρτσας. Αριστερά μου, έξω από το μαγαζί, μια εργάτρια του δήμου πηγαινοέρχεται σκουπίζοντας το πεζοδρόμιο και μαζεύοντας κουτάκια και περιτυλίγματα κρουασάν. Και δέκα μέτρα πιο κάτω, στη στάση του λεωφορείου στην πλατεία Αμερικής, μπάτσοι μαζί με μερικούς σφίχτες με πολιτικά, επιδίδονται στην καθημερινή πρωινή “σκούπα” όσων σκουρόχρωμων περιμένουν να πάνε για δουλειά.

Όλοι συνεχίζουν να περπατούν κοιτάζοντας αδιάφορα, ενώ την ίδια στιγμή στο μυαλό μου αναβοσβήνουν μερικές από τις χίλιες λέξεις που θα αντιστοιχούσαν στην εικόνα που μόλις είδα (ή αλλιώς, στις πολλές εικόνες που συνδέθηκαν με την ίδια φαινομενικά λέξη): σουρεαλισμός, σύμπτωση, καθαριότητα, σκούπα, ανελέητο πρωινό ξύπνημα, κακοπληρωμένη δουλειά, τρόλλεϋ, βιτρίνα, θέαμα, αποχαύνωση, οδοντόβουρτσα για εθνική κάθαρση, γαλανόλευκη στρατιά, ντοπαρισμένοι εργάτες, εθνική ενότητα, καθαρή πόλη / βρώμικα μυαλά, τάξη και ασφάλεια, μπάτσοι οδοκαθαριστές, ειρωνεία, βαρβαρότητα.

Η λέξη σκούπα, ιδωμένη από πολλές πλευρές, φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, αλλά έχοντας στην κοινή της βάση διατυπώσεις και συνειρμούς μπλεγμένους μεταξύ των προσωπικών ιστοριών και της κυρίαρχης ιδεολογίας. Συνειρμοί που γεννούν ερωτήματα, ερωτήματα που συνθέτουν ερμηνείες, μόνο και μόνο με τον τρόπο που τίθενται, ακόμα κι αν δεν απαντηθούν. Γιατί η φαρμακοποιός σκουπίζει ενώ το πάτωμα είναι ήδη καθαρό; Σε τί χρειάζεται μια γιγαντοοθόνη στη βιτρίνα ενός φαρμακείου; Γιατί οι τύποι με τα γαλανόλευκα, στη διαφήμιση είναι τόσο χαρούμενοι που σκουπίζουν ενώ η κοπέλα του δήμου όχι; Γιατί κανείς δεν προσέχει τους οδοκαθαριστές; Πώς είναι να σκουπίζεις (κυριολεκτικά) αυτήν την πόλη; Γιατί ο βίαιος έλεγχος και οι προσαγωγές των μεταναστών (και των τοξικοεξαρτημένων και των αστέγων και και…) ονομάστηκαν από τη δημόσια τάξη “σκούπα”; Πώς έχει γίνει αποδεκτό να παρομοιάζεις τους περιθωριακούς ανθρώπους με σκουπίδια; Ποιοί βρίσκονται σήμερα στο περιθώριο, ποιός και γιατί τους περιθωριοποιεί;

Παρανοώ πρωί πρωί. Όχι, σκέφτομαι, στον κόσμο που ζούμε, στον κόσμο της έλλειψης εμπειρίας και της απουσίας μνήμης, μια εικόνα δεν μπορεί να γίνει χίλιες λέξεις, αν αυτές δεν υπάρχουν ήδη μέσα μας. Οι λέξεις μας συνθέτουν, οι λέξεις ερμηνεύουν αυτό που τα μάτια βλέπουν. Το βίωμα σημασιοδοτεί τις λέξεις και οι λέξεις ερμηνεύουν τις εικόνες. Χωρίς τις λέξεις, πρώτα και πριν, μια εικόνα δεν μπορεί να μιλήσει για τίποτα παραπάνω από τον εαυτό της.

Έτσι ακριβώς όπως τα κλισέ, όπως τα εύκολα συμπεράσματα, όπως τα ανέξοδα “αυτή είναι η γνώμη μου”. Όπως όλοι αυτοί γύρω μας, που μόνοι και σιωπηλοί χαζεύουν με έπαρση την εικόνα του εαυτού τους στον καθρέφτη. Με έτοιμες τις απαντήσεις, αλλά με απουσία ερωτημάτων. Έτσι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *